ΔΕΙΤΕ ΤΑ LIVE
Μακάρι να μας «κουνήσει» το μυαλό η μεταγραφή του Τσιμίκα!

Μακάρι να μας «κουνήσει» το μυαλό η μεταγραφή του Τσιμίκα!

Κώστας Τσιμίκας

Ο Βασίλης Σαμπράκος γράφει για την δικαίωση της πολιτικής του Ολυμπιακού στην προώθηση Ελλήνων ποδοσφαιριστών, και για την ελπίδα να δημιουργήσει η πώληση του Τσιμίκα στη Λίβερπουλ και του Μπάρκα στην Σέλτικ ένα ρεύμα προώθησης Ελλήνων ποδοσφαιριστών.

Από τη μια, όταν σκέφτεσαι ότι η πρωταθλήτρια Αγγλίας και – ακόμη – κάτοχος του Champions League αποφασίζει να αγοράσει έναν Ελληνα ποδοσφαιριστή του ελληνικού πρωταθλήματος, σου μοιάζει με ψέμα. Από την άλλη, αν έχεις παρακολουθήσει τον Ολυμπιακό στην ευρωπαϊκή του πορεία, που ολοκληρώθηκε την περασμένη εβδομάδα στην Αγγλία, όχι απλώς δεν σου προκαλεί κατάπληξη το γεγονός ότι η Λίβερπουλ αποφάσισε να αγοράσει τον Κώστα Τσιμίκα· σου μοιάζει σαν μια πολύ φυσιολογική εξέλιξη των πραγμάτων.

Διότι ναι, τέτοιας ποιότητας ήταν στην συντριπτική πλειονότητά τους οι εμφανίσεις του 24χρονου αριστερού μπακ στα ματς του Champions League και του Europa League. Και επειδή η Λίβερπουλ είχε φροντίσει μέσα από το δίκτυο του scouting να απαντήσει στον εαυτό της σε κάθε σχετική απορία ή αμφιβολία για τη διάρκεια, ή πιο σωστά για τη νοοτροπία του Ελληνα ποδοσφαιριστή, η απόφαση για την αγορά του Τσιμίκα ήρθε ως φυσιολογική εξέλιξη για μια ομάδα που γύρευε ενίσχυση σε αυτή τη θέση. Η Λίβερπουλ αγόρασε έναν ποδοσφαιριστή που έχει όλα τα χαρακτηριστικά που ταιριάζουν στην ιδέα που έχουν για το ποδόσφαιρο ο Γιούργκεν Κλοπ και οι συνεργάτες του. Έναν παίκτη που διαπιστωμένα μπορεί με συνέπεια να καλύπτει τις ανάγκες που έχει το μοντέλο παιχνιδιού του Κλοπ από τον αριστερό μπακ. Τα περίπου 15 εκατ. ευρώ που δίνει η Λίβερπουλ για να τον αγοράσει μοιάζουν με «τιμή ευκαιρίας».

Στην πρώτη της ανάγνωση, αυτή είναι μια μεταγραφή πολύ τιμητική για τον Τσιμίκα αλλά και τον Ολυμπιακό. Προχωρώντας στην δεύτερη ανάγνωση, η ανάλυση αναδεικνύει τη σημασία της προώθησης Ελλήνων ποδοσφαιριστών. Με απλά λόγια, ο Ολυμπιακός δικαιώθηκε για την επιλογή του να επενδύσει στον Τσιμίκα. Προφανώς έχει νόημα να αναλύσει κανείς την υπόθεση σε βάθος και να αξιολογήσει την συνεισφορά των προπονητών και των λοιπών επιστημόνων που δούλεψαν με τον Τσιμίκα από τα χρόνια της παρουσίας του στην ακαδημία μέχρι σήμερα. Και φυσικά έχει μεγάλο νόημα και είναι πολύ διδακτική και η ιστορία σχετικά με την νοοτροπία και τον χαρακτήρα που διαμόρφωσε ένα παιδί που ξενιτεύτηκε στα 21 του και κατάφερε να φτιάξει το όνομά του προτού επιστρέψει στην Ελλάδα με την αυτοπεποίθηση ενός παίκτη που θα καθιερωνόταν στον Ολυμπιακό. Όλα αυτά όμως μπορούν να περιμένουν λίγο, και να αποτελέσουν το θέμα επόμενων σημειωμάτων. Σήμερα μεγαλύτερη σημασία από όλα για το ελληνικό ποδόσφαιρο έχει ότι σε αυτόν τον καιρό, της απαξιωμένης εθνικής ομάδας του, καταφέρνει να εξάγει έναν ποδοσφαιριστή σε μια από τις κορυφαίες ομάδες του πλανήτη. Αυτό που σήμερα συμβαίνει με τον Τσιμίκα, αυτό που συνέβη με τον Βασίλη Μπάρκα και την Σέλτικ, είναι καθαρά σημάδια για το τι θα κέρδιζε το ελληνικό ποδόσφαιρο ως αγορά αν αποφάσιζε να σοβαρευτεί και να λειτουργήσει με σύγχρονη αντίληψη και με συναίσθηση του επιχειρηματικού συμφέροντος που κρύβεται στην επιμονή για την ανάδειξη Ελλήνων ποδοσφαιριστών.

Αν μπορεί να το κάνει ο Ολυμπιακός, ή και η ΑΕΚ, ο ΠΑΟΚ, δηλαδή οι ομάδες που διεκδικούν τον τίτλο και πιέζονται για ευρωπαϊκές προκρίσεις και επίτευξη οικονομικών στόχων, πώς γίνεται να μη το κάνουν με μεγαλύτερη επιμονή, με σχέδιο και καθαρή στρατηγική οι μικρότεροι ελληνικοί σύλλογοι. Πώς γίνεται να μη καταλαβαίνουν ότι μακροπρόθεσμα θα κερδίσουν πολύ περισσότερα από αυτά που σήμερα κερδίζουν – αναφέρομαι μόνο στα καθαρά κέρδη – από την ποδοσφαιρική επιχείρησή τους;

Η στιγμή είναι πολύ επίκαιρη, διότι οι ποδοσφαιρικές εταιρείες σχηματίζουν το ρόστερ τους. Και συνεχίζουν να αποκτούν ή να κοιτάζουν ανώνυμους ξένους που έχουν χαμηλό ταβάνι απόδοσης και κανένα ενδιαφέρον επιχειρηματικό, δηλαδή καμιά προοπτική μεταπώλησης. Μακάρι η πώληση του Τσιμίκα να τους «κουνήσει» το κεφάλι, να τους κάνει να ζηλέψουν, με την καλή έννοια, τον Ολυμπιακό και να τους βάλει στη διαδικασία να «ανοίξουν» το μυαλό τους και να δώσουν μεγαλύτερο χώρο στους νεαρούς Ελληνες στο ρόστερ τους και – κυρίως εκεί – στο τερέν.

Μακάρι να ζηλέψουν τον Ολυμπιακό, με την καλή έννοια. Διότι ο Ολυμπιακός μαζί με τον ΠΑΟΚ είναι οι μοναδικές ελληνικές ποδοσφαιρικές εταιρείες που έχουν πάρει στα σοβαρά την ακαδημία τους και έχουν επενδύσει πολλά στο ποδόσφαιρο των αναπτυξιακών ηλικιών. Η απόσταση αυτών των ακαδημιών από τις άλλες είναι χαοτική.