TOP ΑΓΩΝΕΣ
  • TOP ΑΓΩΝΕΣ
  • TURKISH AIRLINES EUROLEAGUE
  • UEFA EUROPA LEAGUE
ΔΕΙΤΕ ΤΑ LIVE

Για ποιο λόγο μένει “μουγγή” η ΚΕΔ και δεν μας μιλά για τη διαιτησία;

Για ποιο λόγο μένει “μουγγή” η ΚΕΔ και δεν μας μιλά για τη διαιτησία;

Για ποιο λόγο μένει “μουγγή” η ΚΕΔ και δεν μας μιλά για τη διαιτησία;

Ο Βασίλης Σαμπράκος μένει χωρίς εξήγηση για την επιλογή των ξένων αρχιδιαιτητών, που πληρώνονται αδρά, να μην εξηγούν δημόσια τις αποφάσεις των διαιτητών και να επιτρέπουν σε “βαλτούς” και “αμόρφωτους” να επηρεάζουν την κοινή γνώμη.

Από μικρό παιδί τον διαιτητή τον αντιλαμβανόμουν ως αυτό που – θα έπρεπε να – είναι: αυτός ο οποίος διαθέτει την πλήρη εξουσία να εφαρμόζει τους κανόνες του παιχνιδιού σε συσχετισμό με τον αγώνα που έχει οριστεί, όπως αναγράφεται στο κείμενο των κανόνων του ποδοσφαίρου. Τον αντιλαμβανόμουν ως κάποιον που δεν του αναλογεί να πρωταγωνιστεί σε ένα παιχνίδι. Κι επειδή επρόκειτο για κάποιον που δεν παίζει ποδόσφαιρο, δεν του έδινα σημασία. Στο μυαλό μου έστεκε ως κάποιος που πρέπει να βρίσκεται στο τερέν για να φροντίζει ότι τηρούνται και εφαρμόζονται οι κανόνες, δηλαδή ότι όχι απλώς δεν επηρεάζει το παιχνίδι αλλά ακόμη παραπάνω φροντίζει προκειμένου η φύση του να μην αλλοιώνεται, δηλαδή να μην επηρεάζεται. Αυτή ήταν διαχρονικά η νοοτροπία μου, και αυτή επέλεξα να είναι και η δημοσιογραφική νοοτροπία μου. Ηταν υποχρέωσή μου να μάθω σωστά και να κατανοήσω στο μεγαλύτερο δυνατό βάθος τους κανόνες και την ερμηνεία τους, πέρασα και περνώ τακτικά αρκετές ώρες στην μελέτη πάνω σε κάθε αλλαγή των κανόνων, δίνω συχνά χρόνο στη συναναστροφή με διαιτητές προκειμένου να μαθαίνω από τις εμπειρίες τους και να έχω μεγαλύτερη ενσυναίσθηση, αλλά μέχρι εκεί. Δεν υπήρξα διαιτητολάγνος, δεν έμαθα, ούτε συγκράτησα τα ονόματα των διαιτητών που έκαναν “σφαγές” ή “χειρουργεία”, δεν έδωσα ποτέ την mainstream σημασία στο ονοματεπώνυμο του διαιτητή πριν από ένα παιχνίδι. Δεν το έκανα μικρός, όταν θα μπορούσα να το μετατρέψω σε επάγγελμα ή παροχή υπηρεσιών, δεν θα το κάνω ποτέ.

Ολα τα παραπάνω είναι μια εισαγωγή προκειμένου να γίνει κατανοητός ο συλλογισμός μου στο μυαλό κάποιου που δεν είναι τακτικός αναγνώστης των σημειωμάτων μου. Ολο αυτό που του συμβαίνει του ελληνικού ποδοσφαίρου στη διάρκεια των τελευταίων περίπου τριών δεκαετιών μου προκαλούσε “διαχρονικά” αποστροφή. Με προβλημάτιζε και πριν από τα μέσα της δεκαετίας του '90, αλλά όσο μεγάλωνα, είτε επειδή η κατάσταση γινόταν χειρότερη είτε επειδή απλώς εγώ καταλάβαινα και μάθαινα περισσότερα, αυτή η ρουτίνα με έφθειρε τόσο που να φτάνει να γίνεται αποκρουστική. Κι επειδή τον προηγούμενο καιρό θεωρούσα ότι είχαμε δοκιμάσει, οι Ελληνες, τα πάντα, είχα εναποθέσει όλες μου τις ελπίδες για την αλλαγή στους ξένους. Ημουν υπέρ της απευθείας ανάθεσης της επαγγελματικής διαιτησίας σε έναν ξένο μάνατζερ που θα ηγείται μιας ξένης ομάδας που θα εκπαιδεύει και θα διοικεί τους καλά αμειβόμενους διαιτητές σε αγγλικό πρότυπο. Ακόμη και σήμερα εξακολουθώ να πιστεύω ότι αυτή είναι η μόνη λύση. Αλλά σήμερα που η Κεντρική Επιτροπή Διαιτησίας διοικείται από ξένους, και που ο Βίτορ Μέλο Περέιρα έχει συμπληρώσει περίπου 2,5 χρόνια στη θέση του επικεφαλής απογοητεύομαι με την διαπίστωση ότι όλη αυτή η σημερινή πραγματικότητα δεν πρόκειται να αφήσει τίποτα καλό πίσω της, όταν αποχωρήσει από το ελληνικό ποδόσφαιρο, δηλαδή όταν η διαιτησία θα παραδοθεί και πάλι σε ελληνικά μυαλά και χέρια.

Συμβαίνει την περασμένη Κυριακή το πιο γνωστό ελληνικό ντέρμπι, το Ολυμπιακός – Παναθηναϊκός. Συμβαίνουν φάσεις που σηκώνουν συζήτηση. Συμβαίνει να αποφασίζει για αυτές ένας ξένος, Φινλανδός διαιτητής, ο κατά τεκμήριο κορυφαίος της πατρίδας του. Μια ΚΕΔ που υποτίθεται ότι δημιουργήθηκε προκειμένου να εκπαιδεύσει καλύτερα τους Ελληνες, διαιτητές/ομάδες/φιλάθλους, πάνω στην τήρηση και την εφαρμογή των κανόνων του παιχνιδιού, για ποιο λόγο επιμένει να διαχειρίζεται τόσο φοβικά την υπόθεση διαιτησία στην Ελλάδα; Για ποιο λόγο να μη μας εξηγήσει ένας διαιτητής τις επιλογές του. Και, πολύ περισσότερο, για ποιο λόγο μια Κεντρική Επιτροπή, που καλοπληρώνεται για να μας εκπαιδεύσει, δεν το κάνει αυτό; Γιατί ο Περέιρα και οι συνεργάτες του δεν εμφανίζονται κάθε Δευτέρα για να εξηγήσουν με λεπτομέρεια τις επιλογές των διαιτητών στα σημαντικά παιχνίδια, ειδικά τώρα που ζούμε την πρώτη εποχή χρήσης του VAR; Πώς γίνεται μια ΚΕΔ που βρήκε νόημα το περασμένο καλοκαίρι να μας καλέσει, τους δημοσιογράφους, για να μας βάλει στο νόημα της χρήσης του VAR και να μας κρατήσει, ως ενδιαφερόμενα μέρη, ενημερωμένους προκειμένου να έχει την υποστήριξη των media υπέρ της χρήσης του VAR στην Ελλάδα να μην κάνει τα βασικά επόμενα βήματα εξωστρέφειας; Τι έχει να χάσει, ή τι έχει να φοβάται μια αλλοδαπή ηγεσία της ΚΕΔ και δεν κάνει αυτό, το ελάχιστο, δηλαδή το να εξηγεί στους ποδοσφαιρόφιλους το πνεύμα της εφαρμογής των κανόνων ποδοσφαίρου στα μεγάλα ελληνικά παιχνίδια;

Είσαι η ΚΕΔ, πληρώνεσαι καλά, και ανέχεσαι η πλατιά μάζα των ποδοσφαιρόφιλων της Ελλάδας να εκπαιδεύεται σε θέματα διαιτησίας από τον όποιο “τηλεκριτικό” αποφασίζει ένα τηλεοπτικό κανάλι να προσλάβει; Νοιάζεσαι και οραματίζεσαι να αλλάξεις την ελληνική διαιτησία και δεν καταλαβαίνεις ότι η διαιτησία δεν μπορεί να αλλάξει όσο δεν αλλάζει το περιβάλλον; Νοιάζεσαι για την βελτίωση της εκπαίδευσης των Ελλήνων διαιτητών και δεν αντιλαμβάνεσαι πόσο σημαντικό είναι να εκπαιδευτούν και αυτοί που τους επηρεάζουν ανθρώπινα, δηλαδή “η κοινή ποδοσφαιρόφιλη γνώμη”;

Μετά από περίπου 2,5 δεκαετίες επαγγελματικής μελέτης του ελληνικού ποδοσφαίρου, μετά από εκατοντάδες ώρες συναναστροφής με διαιτητές και μετά από μια πιστοποίηση γνώσης των κανόνων του ποδοσφαίρου από την Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία της Αυστραλίας, μπορώ με βεβαιότητα να πω ότι ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα του σημερινού ελληνικού ποδοσφαίρου είναι ότι οι δημοσιογράφοι και “δημοσιογράφοι” δεν έχουν μάθει ούτε τους κανόνες ούτε τις ερμηνείες τους. Το ίδιο το ποδόσφαιρο, δηλαδή η ΕΠΟ και η Superleague θα έπρεπε να νοιάζονται για την προστασία της εικόνας του αθλήματος. Θα έπρεπε να έχουν απαιτήσει από τη Δημοσιογραφία στην Ελλάδα να ζητεί, κατά τη διαδικασία πιστοποίησης της επάρκειας ενός δημοσιογράφου να αναλύσει το ποδόσφαιρο να πιστοποιεί ότι κατέχει τη γνώση των βασικών γνωστικών αντικειμένων του, δηλαδή το ελάχιστο, ότι ξέρει τους κανόνες του παιχνιδιού. Στην Ελλάδα σήμερα διαβάζεις και ακούς δημοσιογράφους να μιλούν για μια φάση οφσάιντ και να επιδεικνύουν την “αμορφωσιά τους” λαμβάνοντας υπόψη στη φάση τα χέρια και τους βραχίονες του ποδοσφαιριστή. Είναι τόσο χαμηλά το επίπεδό μας, των media, στην γνώση των κανόνων του ποδοσφαίρου. Αλλοι είμαστε, και άλλοι κάνουμε τους “αγράμματους”. Το φθινόπωρο, που η ΚΕΔ έστησε ένα μικρό σεμινάριο για την εξοικείωση των δημοσιογράφων με τη χρήση του VAR δεν γέμισε ούτε μια μικρή αίθουσα ξενοδοχείου. Και τώρα έχουμε όλοι μας άποψη και εμπειρία για να παίρνουμε θέση σχετικά με το αν ήταν ή όχι σωστή η χρήση του VAR σε ένα παιχνίδι. Αυτοί είμαστε.

Εχοντας λάβει την ακαδημαϊκή εκπαίδευση που περνά ένας διαιτητής κατά την εκμάθηση των κανόνων του ποδοσφαίρου, και μετά από 2,5 δεκαετίες μελέτης του επαγγελματικού ποδοσφαίρου είναι ελάχιστες οι φορές που μου χρειάζεται η άποψη ενός διαιτητή προκειμένου να βεβαιωθώ σχετικά με το αν έχει ή όχι αποφασίσει σωστά και καθαρά ένας διαιτητής σε έναν αγώνα. Κάποιος που νοιάζεται για το σήμερα και το αύριο του ελληνικού ποδοσφαίρου στο θέμα της διαιτησίας όμως δεν θα έπρεπε να αφήνει σε εμένα και σε κάποιους σαν και εμένα να επηρεάζουν τόσο την κοινή γνώμη στην Ελλάδα σε σχέση με τη διαιτησία στο ποδόσφαιρο. Για την ΚΕΔ και την ΕΠΟ αυτά δεν θα έπρεπε να είναι απλώς οράματα· είναι πραγματικοί λόγοι της ύπαρξής τους. Και ειδικά για αυτή την ΚΕΔ, η οποία υποτίθεται ότι προσελήφθη για να μας επιμορφώσει και να μας εκπαιδεύσει ώστε να γίνουμε καλύτεροι στην διαιτησία.

Δεν μπορώ να καταλάβω τι φοβάται η ΚΕΔ και δεν μιλά για την διαιτησία των ελληνικών αγώνων. Αν και οι ξένοι φοβούνται, τι να περιμένουμε από τους Ελληνες;

Ο φόβος των Ελλήνων είναι ανθρώπινος και φυσιολογικός. Οταν βλέπουν τέτοια ατιμωρησία για όλους αυτούς που διαφθείρουν το ποδόσφαιρο, πώς να αισθανθούν ότι τους αναλογεί η ευθύνη να βγάλουν τα κάστανα από τη φωτιά; Στη χώρα που ζούμε, στο σημερινό της επίπεδο, δεν θα μπορούσαμε να έχουμε καλύτερη διαιτησία στο ποδόσφαιρο. Πώς να την έχουμε, όταν είναι το ίδιο ή και χειρότερο το επίπεδο απόδοσης της διαιτησίας στην πραγματική ελληνική ζωή; Οι ξένοι όμως δεν δικαιολογούνται. Και ακριβώς για αυτό τους φέραμε. Η άγνοια κινδύνου είναι το βασικό προτέρημα και συγκριτικό πλεονέκτημά τους έναντι των Ελλήνων διαιτητών και παραγόντων διαιτησίας. Αν προλαβαίνουν να φοβηθούν και οι ξένοι, έχουμε καταστραφεί ολοσχερώς.

Best of internet

Διάβασε το

Follow @ Twitter