ΔΕΙΤΕ ΤΑ LIVE
Υποκρισία και λαϊκισμός, τα βασικά αγαθά του ελληνικού ποδοσφαίρου

Υποκρισία και λαϊκισμός, τα βασικά αγαθά του ελληνικού ποδοσφαίρου

Υποκρισία και λαϊκισμός, τα βασικά αγαθά του ελληνικού ποδοσφαίρου

Ο Βασίλης Σαμπράκος κοιτάζει την συμπεριφορά αυτών που επηρεάζουν την κοινή γνώμη στο ελληνικό ποδόσφαιρο απέναντι στον αποκλεισμό του Ολυμπιακού και στην απρεπή συμπεριφορά του Λουτσέσκου.

Οπως όλα στη δημόσια ζωή της Ελλάδας, το ποδόσφαιρο είναι γεμάτο από υποκρισία. Η προτεραιότητα είναι πάντοτε, διαχρονικά, μία: η ικανοποίηση του λαϊκού αισθήματος. Να πούμε, να φωνάξουμε, να γράψουμε αυτό που – νομίζουμε ότι – ο πολύς κόσμος θέλει να ακούσει. Να αφουγκραστούμε, να νιώσουμε τον λαϊκό σφυγμό και να συγχρονιστούμε με αυτόν ώστε να ασκήσουμε την πιο γνωστή ελληνική λαϊκή τέχνη, τον λαϊκισμό. Αυτό είναι το γνήσιο ελληνικό μοτίβο διαχείρισης των αποτελεσμάτων του ποδοσφαίρου, διότι αυτό είναι το γνήσιο ελληνικό μοτίβο διαχείρισης της ελληνικής πραγματικότητας γενικώς. Κι αυτό το μοτίβο έχει γεννήσει έναν κώδικα συμπεριφοράς, τον οποίο οι Ελληνες του ποδοσφαίρου κουβαλούν λόγω ανατροφής και οι ξένοι του ελληνικού ποδοσφαίρου συχνά υιοθετούν επειδή τον αντιλαμβάνονται ως μια μέθοδο που δημιουργεί προοπτική μακροημέρευσης σε αυτόν τον κόσμο.

 

Χάνει 1-0 στο Καραϊσκάκη ο Ολυμπιακός από την Λαμία και βγαίνει νοκ άουτ από το Κύπελλο. Στη λήξη του παιχνιδιού ξεκινά ο διαγωνισμός για την πιο βαριά κουβέντα στην κριτική που ασκείται στον προπονητή και τους ποδοσφαιριστές του Ολυμπιακού για αυτή την “ιστορική αποτυχία”, για την “ξεφτίλα”, την “κατάντια” κι ένα σωρό άλλα λόγια βαριά. Κανείς δεν νοιάζεται για την πραγματικότητα και την διαχείρισή της. Αποτελούν ισχνή μειοψηφία αυτοί που μπαίνουν στην διαδικασία της ψύχραιμης ανάλυσης των δεδομένων που δημιούργησε αυτός ο αγώνας σε 90' αγωνιστικά λεπτά. Είναι λεπτομέρεια ότι η μια ομάδα είχε 15 τελικές ενέργειες εντός εστίας και η άλλη ομάδα είχε 1. Είναι λεπτομέρεια ότι η μία ομάδα ανέπτυξε 119 επιθέσεις και η άλλη 66. Λεπτομέρεια ότι η μία δημιούργησε 83 επικίνδυνες επιθέσεις και η άλλη 28. Λεπτομέρεια ότι η μία ομάδα είχε κατά 68% την κατοχή της μπάλας και η άλλη 32%. Λεπτομέρεια ότι η ομάδα που έχασε εκτέλεσε ένα πέναλτι, δηλαδή έφτασε όσο πιο κοντά είναι αυτό δυνατόν στην επίτευξη ενός γκολ. Το ελληνικό μυαλό δεν ανέχεται να επεξεργαστεί την ιδέα ότι σε ένα ποδοσφαιρικό παιχνίδι, επειδή είναι τέτοια η φύση του αθλήματος, μπορεί να συμβεί να έρθει η ημέρα στην οποία δεν θα νικήσει ο καλύτερος. “Αν δεν νικάτε, να φύγετε”, που έγραψαν στην ανακοίνωσή τους οι οπαδοί.

Ναι, προφανώς ναι, είναι αποτυχία για τον Ολυμπιακό να αποκλείεται από το Κύπελλο νωρίς και αυτό να του συμβαίνει επειδή δεν κατάφερε να ισοφαρίσει έναν υποδεέστερο αντίπαλο. Και προφανώς ναι, κάτι δεν έκαναν καλά ο προπονητής, κατά την ψυχική και πνευματική προετοιμασία των ποδοσφαιριστών, και οι παίκτες, στην τελική ενέργειά τους. Ομως δεν γίνεται τα όσα έκαναν στο τερέν του Καραϊσκάκη να αποτελούν αιτία αφορισμού. Διότι πάνω από όλα, όταν κανείς συζητά για ποδόσφαιρο, το ματς δείχνει καθαρά ότι μια ομάδα αποκλείστηκε επειδή δεν της κάθισε το γκολ και όχι επειδή δεν προσπάθησε παντοιοτρόπως να το πετύχει. Δεν έχει να ντρέπεται κανείς για μια ήττα που ήρθε σε έναν αγώνα στον οποίο προσπάθησε με την ψυχή του για την νίκη. Η ήττα είναι μέρος του ποδοσφαίρου, μέρος της ζωής. Ο τρόπος της είναι η ευθύνη σου. Στην Ελλάδα όμως η πλειοψηφία δεν αναλύει τον τρόπο. Γι' αυτό και το εμπόριο συναισθημάτων που στήνεται από τους “κριτές” και αυτούς που διαμορφώνουν ή επιχειρούν να διαμορφώσουν και να επηρεάσουν την κοινή γνώμη έχει εδώ και χρόνια επιλέξει να δίνει αίμα σε κοινό που διψάει για αίμα.

 

Λήγει το ΠΑΟΚ – Πανιώνιος στην Τούμπα και για πολλοστή φορά ένας προπονητής βρίζει στην κάμερα, στον δημόσιο λόγο του, προσβάλλοντας μια αντίπαλη ομάδα, διότι έτσι έκρινε ότι έπρεπε να διαχειριστεί τα – δικαιολογημένα ή όχι, μικρή η σημασία – παράπονά του για τη στάση των αντιπάλων του στο τερέν. Δεν φτάνει που τσαλακώνει και πετά στα σκουπίδια την “αντίπαλοι μόνο για 90' λεπτά, και μετά συνάδελφοι, αλληλέγγυοι, με υποχρέωση και ευθύνη να επιδεικνύουμε αθλητικό σεβασμό” αρχή του αθλητισμού. Βρίζει. Παραφέρεται. Συμπεριφέρεται ακόμη μια φορά με απρέπεια, διότι αυτό είναι που αντιλαμβάνεται ότι πρέπει να κάνει στη δεδομένη στιγμή ώστε να είναι αρεστός στο κοινό που απευθύνεται. Το ελληνικό ποδόσφαιρο του την έκανε αυτή την υπόδειξη τον Νοέμβριο του 2017, όταν ο Ραζβάν Λουτσέσκου τόλμησε να βάλει ειλικρίνεια στον δημόσιο λόγο του κατά την ανάλυση ενός αγώνα (ΑΕΚ – ΠΑΟΚ) και να μιλήσει για τις ευθύνες της ομάδας του. Ολο αυτό το bullying που δέχθηκε εκ των υστέρων στην Θεσσαλονίκη, το οποίο πήγε να του κοστίσει τη θέση του, τον δίδαξε ότι πρέπει να αλλάξει τακτική, να γίνει λαοπλάνος. Και οι παραστάσεις της προπονητικής ανατροφής του ήταν παρόμοιες, διότι τέτοιος ήταν στη δημόσια συμπεριφορά του ο – πατέρας του - Μιρτσέα Λουτσέσκου.

Και ποια η ελληνική αντίδραση στη απαράδεκτη συμπεριφορά του Ραζβάν Λουτσέσκου, σε αυτό το “μας γ@μησαν”, που είπε στη λήξη του ΠΑΟΚ – Πανιώνιος; Η κριτική ξεπερνά τα όρια της καλόπιστης και φτάνει στα όρια της υποκριτικής: Να τον απελάσουμε. Καλώς μας ενοχλεί ο πολιτισμός που παράγει ο Ρουμάνος προπονητής συχνά πυκνά με τη συμπεριφορά του. Δεν δείχνουμε όμως την ίδια ενόχληση με όλους αυτούς τους απρεπείς που κυκλοφορούν στον φανταστικό κόσμο του ελληνικού επαγγελματικού αθλητισμού και βρίζουν με τα λόγια και τις πράξεις τους πολύ πιο χυδαία συγκριτικά με τον Λουτσέσκου. Τα “χώνουμε” στον Ρουμάνο επειδή “μας παίρνει”, την ίδια ώρα που κάνουμε ότι δεν βλέπουμε όταν άλλοι, κυρίως παράγοντες αλλά και συχνά ακόμη και αθλητές, κάνουν πολύ χειρότερα από τον Λουτσέσκου. Αυτή η a la carte ενόχληση, και κυρίως η διαφορά στην ένταση της κριτικής που ασκούμε προς τον έναν ή τον άλλο ανάλογα με την ανησυχία μας σχετικά με τις συνέπειες που θα υποστούμε για την κριτική είναι η αποθέωση της υποκρισίας από την πλευρά όλων μας που ασκούμε κριτική.

 

Δεν σώζεται ο ελληνικός επαγγελματικός αθλητισμός όσο δεν αλλάζει η νοοτροπία που παραμένει έδαφος γόνιμο για να ευδοκιμούν η υποκρισία, ο λαϊκισμός, το εμπόριο φανατισμού, οι μπράβοι, οι λαοπλάνοι, οι νταβατζήδες, και η αλητεία. Ομως πώς να αλλάξει η νοοτροπία στον αθλητισμό όταν δεν αλλάζει στην υπόλοιπη ζωή; Θα παραμείνει άλυτο πρόβλημα για τα σπορ αυτό που δημιουργούν με τη συμπεριφορά τους οι απρεπείς, οι ψεύτες, οι έμποροι συναισθημάτων, οι χειριστικοί, οι χειραγωγοί, οι λαοπλάνοι και κυρίως οι μπράβοι. Την ημέρα που θα λυθεί αυτό το πρόβλημα, θα ζούμε σε μια άλλη Ελλάδα. Σε μια χώρα που θα ασκεί κριτική με τα ίδια μέτρα και σταθμά προς όλους τους κρινόμενους, όχι μόνο στην αθλητική ζωή αλλά και – κυρίως σε αυτή – στην πραγματική.