ΔΕΙΤΕ ΤΑ LIVE
Βαλκάνης στο gazzetta.gr: «Να προκριθούμε στο Μουντιάλ και να λένε όλοι ότι παίζουμε φανταστικό ποδόσφαιρο»

Ο ΑΣΙΣΤΑΝΤ ΤΗΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΜΙΧΑΛΗΣ ΒΑΛΚΑΝΗΣ ΣΤΟ GAZZETTA.GR

Βαλκάνης στο gazzetta.gr: «Να προκριθούμε στο Μουντιάλ και να λένε όλοι ότι παίζουμε φανταστικό ποδόσφαιρο»

Βαλκάνης στο gazzetta.gr: «Να προκριθούμε στο Μουντιάλ και να λένε όλοι ότι παίζουμε φανταστικό ποδόσφαιρο»

Ο ασίσταντ του Φαν'τ Σιπ, Μιχάλης Βαλκάνης αποκαλύπτει στο gazzetta.gr τη νέα φιλοσοφία της Εθνικής την οποία εξαρχής πίστευε, μιλάει για το «Πλάνο Κατάρ», τους Παπασταθόπουλο-Μανωλά, αλλά και το όραμα του!

Από την Ελλάς Μελβούρνης στην... Εθνική Ελλάδας. Από το μακρινό παρελθόν στο τώρα σε ένα ποδοσφαιρικό ταξίδι με ενδιάμεση στάση την Ολλανδία και κοινό παρανομαστή την γαλανόλευκη. Ο Μιχάλης Βαλκάνης ξεκίνησε την καριέρα του στην Ελλάς Μελβούρνης έχοντας ως πρότυπα τους Κρις Καλαντζή, Λούη Χριστοδούλου και Τζίμη Πατίκα.

Ονειρευόταν μια καριέρα στην Ελλάδα. Κατάφερε στα μέσα της δεκαετίας του ΄90 να αγωνιστεί κατά σειρά σε Λάρισα, Ηρακλή και Άγιο Νικόλαο προτού επιστρέψει στην Αυστραλία όπου έφτασε στο σημείο να χρισθεί διεθνής με τους «Socceroos».

Την τελευταία δεκαετία ξεκίνησε καριέρα προπονητή κάνοντας το «αγροτικό» του ως ασίσταντ σε Αδελαίδα Γιουνάιτεντ, ενώ στη συνέχεια εργάστηκε στην Μέλμπουρν Σίτι ως βοηθός του Τζον Φαν'τ Σιπ. Μετά την αποχώρηση του Ολλανδού πήρε την σκυτάλη ως πρώτος προπονητής.

Στην Αυστραλία σφυρηλατήθηκε με τον Τζον Φαν'τ Σιπ μια σχέση εμπιστοσύνης και αλληλοεκτίμησης που διατηρείται μέχρι τις μέρες μας. Ο νυν ομοσπονδιακός τεχνικός ήταν ο άνθρωπος που τηλεφώνησε στον Βαλκάνη προκειμένου να τον ακολουθήσει στην Ολλανδία, ως άμεσος συνεργάτης του στην Τσβόλε, ενώ το ίδιο συνέβη και στην Εθνική, όπου ο 45χρονος ομογενής προπονητής μαζί με τον έτερο βοηθό, Άρον Βίντερ απαρτίζουν το προπονητικό επιτελείο του αντιπροσωπευτικούς μας συγκροτήματος.

Το «Πλάνο Κατάρ» αποτελεί τον μεγάλο στόχο της Εθνικής και θεωρείται ζωτικής σημασίας για τον Βαλκάνη που παραμέρισε κάθε φιλοδοξία του δουλεύοντας σκληρά προκειμένου να μπουν οι βάσεις για την επίτευξη του.

Ο Ελληνοαυστραλός προπονητής, ο οποίος ουσιαστικά  δεν έκοψε ποτέ τους δεσμούς του με την Ελλάδα, εγκαταστάθηκε μόνιμα με την οικογένεια του στην Αθήνα και σε συνεργασία με τους Φαν΄τ Σιπ, Βίντερ, Φύσσα και Κωνσταντινίδη έχουν σηκώσει τα μανίκια επιχειρώντας με το «καλημέρα» να μεταλαμπαδεύσουν στο 100% τη νέα φιλοσοφία που διέπει πλέον την Εθνική.

Αυτή που διδάχθηκε και ο ίδιος από τον Ισπανό Αμόρ, τον Φαν΄τ Σιπ, αλλά και μέσα από τη γνωριμία του με τον πρώην ομοσπονδιακό τεχνικό της Αγγλίας, Ρόι Χόντγκσον.

Παίκτες και προπονητές είναι μια γροθιά με τα τελευταία αποτελέσματα να αφήνουν περιθώρια αισιοδοξίας για το μέλλον.

Ο ασίσταντ κόουτς της Εθνικής στην πρώτη του μεγάλη συνέντευξη στο gazzetta.gr μίλησε για όλα τα θέματα που αφορούν την «γαλανόλευκη», αποκαλύπτοντας άγνωστες λεπτομέρειες για τον τρόπο σκέψης και λειτουργίας του προπονητικού επιτελείου.

Ο Μιχάλης Βαλκάνης εξήγησε τη νέα πιο επιθετική φιλοσοφία που θέλει να περάσει ο Τζον Φαν΄τ Σιπ και οι συνεργάτες τους, αναφέρθηκε στους Παπασταθόπουλο-Μανωλά, στις νέες κλήσεις ποντάροντας και στους Έλληνες ποδοσφαιριστές της διασποράς, το πως θα αναγκάσει η Εθνική με τις εμφανίσεις να επιστρέψει ο κόσμος στο γήπεδο, τον στόχο του Κατάρ, αλλά και όσα συμβαίνουν στο ελληνικό ποδόσφαιρο με τη διαιτησία και το VAR....

Συνθηματικό: Plan Κατάρ...

Παρασύνθημα: Αναλύσεις, σκάουτινγκ, συνεχή παρακολούθηση παικτών, νέα φιλοσοφία.

Όταν αναλάβατε την Εθνική υπήρχε ένα κλίμα δυσπιστίας και επιφυλακτικότητας για το αν μπορεί η εθνική να απαρνηθεί το κλασικό αμυντικογενές της στιλ. Που βασίζατε την πίστη σας πως μπορεί το αντιπροσωπευτικό μας συγκρότημα να παίξει διαφορετικά;

«Έχουμε μια φιλοσοφία την οποία πιστεύουμε. Θεωρώ πως με τον τρόπο που παίζουμε μπορούμε να κερδίζουμε. Ο Τζον (Φαν΄τ Σιπ) δούλεψε στην Αυστραλία, την χώρα που έρχομαι και εγώ καταφέρνοντας να περάσουμε αυτή τη φιλοσοφία σε ομάδες και ποδοσφαιριστές που δεν διαθέτουν την ίδια τεχνική κατάρτιση, αλλά και τακτική σε σχέση με τους Έλληνες παίκτες. Το ότι το περάσαμε αυτό στην Αυστραλία, σε μια χώρα δηλαδή που είχε επηρεαστεί από τους Αγγλοσάξονες με το δυναμικό, 'typical english' παιχνίδι, και καταφέρουμε να το αλλάξουμε παίζοντας ωραίο ποδόσφαιρο με υψηλή ενέργεια, είναι κάτι σημαντικό. Πιστεύουμε πως σίγουρα μπορούμε να το κάνουμε και στην Ελλάδα.

Προσωπικά έχω αγωνιστεί στην Ελλάδα και γνωρίζω την νοοτροπία εδώ. Όλοι βασίζονται στο αμυντικό παιχνίδι και στο να βγαίνεις στην αντεπίθεση, αλλά βλέπεις για παράδειγμα την Ιταλία, την χώρα όπου ξεκίνησε αυτό το αμυντικό στιλ, το 'κατενάτσιο' και αντιλαμβάνεσαι πως και εκείνοι έχουν αλλάξει, γιατί το ίδιο το παιχνίδι έχει αλλάξει και εξελίσσεται. Όλοι έχουν μεταβάλει την φιλοσοφία τους και το παιχνίδι έχει γίνει επιθετικό. Πέρασαν το ίδιο στάδιο οι Γερμανοί και τώρα οι Ιταλοί. Βλέπουμε πως για να κερδίζεις παιχνίδια και τρόπαια δεν γίνεται να συνεχίσεις να παίζεις κλειστά ποντάροντας στην τύχη και να περιμένεις μια ευκαιρία. Εμείς πιστεύουμε πολύ στο αγωνιστικό στιλ και θέλουμε να περάσουμε αυτή την φιλοσοφία. Το πιστεύαμε από την αρχή, αν και ακούγαμε κάποια σχόλια πως δεν μπορεί να γίνει. Βέβαια εκτιμούσαμε πως θα χρειαστεί λίγος καιρός, γιατί δεν υπάρχει πολύς χρόνος για να δουλέψεις με την ομάδα.

Στην Εθνική ομάδα, σε σχέση με τους συλλόγους έχεις στη διάθεση σου λιγότερες προπονήσεις, μικρότερο χρόνο μαζί με τους παίκτες, αλλά στο σημείο που βρισκόμαστε και με τα βήματα που έχουν γίνει είμαστε ευχαριστημένοι. Οι παίκτες έχουν καταλάβει κάποια πράγματα. Βέβαια είναι ακόμη νωρίς, αλλά οι ποδοσφαιριστές δείχνουν πως μπορούν να βελτιωθούν ακόμα περισσότερο».

Το ανεπιτυχές αποτέλεσμα κόντρα στο Λιχτενστάιν σας θορύβησε;

«Υπήρχε απέξω μεγάλη ανησυχία. Αν και φέραμε ισοπαλία, ήταν σαν ήττα. Σε ότι αφορά το τεχνικό επιτελείο και τους τεχνικούς διευθυντές ήμασταν βέβαιοι πως θα συνεχίσουμε να δουλεύουμε με τον τρόπο που ήδη κάναμε. Το θέμα δεν είναι πως δεν ξέραμε που ήταν το πρόβλημα ή τι έπρεπε να κάνουμε.

Ήταν μόλις το δεύτερο παιχνίδι και το να περάσεις μια τέτοια φιλοσοφία, όπως η δική μας, δεν γίνεται από την μια μέρα στην άλλη, ούτε με ένα μαγικό ραβδί. Γίνεται με υπομονή και δουλειά. Ξέραμε πως κάναμε κάποια βήματα και με την δουλειά που θα συνεχίζαμε να κάναμε τα πράγματα θα πήγαιναν ακόμα καλύτερα.

Ως προπονητές δεν κοιτάζουμε το αποτέλεσμα, αλλά την εικόνα του παιχνιδιού και με την δουλειά μας προσπαθούμε να επικεντρώσουμε στα στοιχεία που χρειαζόμαστε ακόμη περισσότερη προσπάθεια ώστε να βελτιωθούμε. Εκεί ασχολούμαστε και όχι με το τι γράφεται και με το τι λέγεται. Γιατί μετά αν συμβεί αυτό μπορεί να χάσουμε τον στόχο και την συγκέντρωση μας».

Είστε ικανοποιημένοι από αυτό που είδατε στα τελευταία παιχνίδια; Πόσο μπορεί να εξελιχθεί αυτό το στιλ ποδοσφαίρου που παίζει Εθνική; Μπορούμε να φτάσουμε στο σημείο να δούμε κάτι σαν το ολλανδικό Total Football για παράδειγμα;

«Ο στόχος δεν είναι να γίνουμε Ολλανδία, ούτε Μπαρτσελόνα, ούτε Μάντσεστερ Σίτι. Αυτοί κιόλας είναι σε άλλο επίπεδο, σε άλλο κόσμο. Εμείς θέλουμε να έχουμε την δική μας ταυτότητα. Να παίζουμε επιθετικά, με υψηλή ενέργεια, να κάνουμε πρέσινγκ. Θα θέλαμε να έχουμε την μπάλα για 90 λεπτά και να κάνουμε το παιχνίδι μας, όμως δεν γίνεται αυτό, οπότε και όταν θα πρέπει να παίξουμε άμυνα, να το πράξουμε όπως το συνηθίζει η Ελλάδα, πολύ καλά, οργανωμένοι και παθιασμένοι. Το ζητούμενο είναι να περάσουμε την δική μας φιλοσοφία.

Δεν είμαστε Ολλανδία, Ισπανία ή Γερμανία. Είμαστε Έλληνες και πρέπει να έχουμε τον δικό μας τρόπο παιχνιδιού. Θα παίξουμε επιθετικά, θα δημιουργήσουμε ευκαιρίες, θα έχουμε κατοχή της μπάλας και όταν χάνουμε την μπάλα και κοιτάξουμε πως θα παίξουμε άμυνα και να κερδίσουμε ξανά την μπάλα. Επαναλαμβάνω εάν χρειαστεί να παίξουμε άμυνα θα το κάνουμε, είναι άλλωστε κάτι που το γνωρίζουμε καλά. Εάν δούμε τις προσπάθειες που κάναμε, τις ευκαιρίες που είχαμε, τις τελικές διαπιστώνουμε πως μπορούμε να πετύχουμε περισσότερα γκολ.

Αυτό είναι άλλωστε που δίνει μεγαλύτερη χαρά στο παιχνίδι. Όταν ήμασταν πιτσιρικάδες δεν λέγαμε να κάνουμε τάκλιν, να παίξουμε άμυνα ή να διώξουμε την μπάλα. Αντιθέτως παίρναμε την μπάλα και θέλαμε να κάνουμε ντρίμπλες, να σουτάρουμε και να σκοράρουμε, να πανηγυρίσουμε σαν τους ήρωες μας, αναπαριστώντας τους παίκτες που λατρεύαμε. Έτσι θέλουμε οι παίκτες να είναι μέσα στο γήπεδο. Άλλωστε οι περισσότεροι είναι νεαροί. Είναι όπως ένα παιδί που κάνει όνειρα. Εμείς κοιτάζουμε πως μπορούμε να βελτιωθούμε με αυτό το στιλ. Δεν θα γίνουμε Ολλανδία παίζοντας total football. Μπορούμε να εκμεταλλευτούμε τις ευκαιρίες μας να πετύχουμε περισσότερα γκολ; Μπορούμε να κάνουμε αυτό το παιχνίδι κόντρα σε Ιταλία, Ολλανδία, Γερμανία;

Εκεί θέλουμε να πάμε την Ελλάδα. Αυτό δεν μπορεί να γίνει από την μια μέρα στην άλλη, αλλά ίσως χρειαστούν 12 ή 24 μήνες. Plan Qatar, αυτός είναι ο στόχος. Να προκριθείς στο Μουντιάλ, να παίξεις αυτό το ποδόσφαιρο και να λένε όλοι 'φανταστικό'. Αυτό είναι το όνειρο μας. Αυτό θέλουμε να καταφέρουμε».

Έμπειροι ποδοσφαιριστές όπως οι Παπασταθόπουλος και Μανωλάς θεωρείτε πως θα τους ξαναδούμε ή έχουν κλείσει τον κύκλο τους στην Εθνική;

«Από την στιγμή που δεν μπορούσαμε να κάνουμε πολλά για το Euro, o Τζον (Φαν'τ Σιπ), το τεχνικό επιτελείο και οι τεχνικοί διευθυντές πήραμε την απόφαση να δούμε και άλλους ποδοσφαιριστές, αφού ήταν η κατάλληλη ευκαιρία. Ξέρουμε την ποιότητα και το τι μπορούν να δώσουν οι Μανωλάς και Παπασταθόπουλος, αλλά ήταν η ευκαιρία όπως είπα να ρίξουμε και άλλα παιδιά στα βαθιά και να τα τεστάρουμε επιχειρώντας να τους μεταδώσουμε την φιλοσοφία μας για να δούμε εάν είναι μπορούν να αντεπεξέλθουν.

Νομίζω ήταν το τέλειο τάιμινγκ για να συμβεί αυτό, δίχως να σημαίνει ότι δεν θα ξαναδούμε αυτούς τους παίκτες (Μανωλά και Παπασταθόπουλο). Κοιτάζουμε όλους τους ποδοσφαιριστές. Κάνουμε ένα ξεκίνημα, όπου τσεκάρουμε τους πάντες και τα πάντα. Την αγωνιστική τους κατάσταση, πως παίζουν, εάν έχουν τραυματισμούς.

Δεν μπορείς να πεις πως δεν βρίσκονται στα ραντάρ μας, η δεν θα είναι στην ομάδα, από την στιγμή που αγωνίζονται. Ο παίκτης που θα κληθεί στην εθνική εξαρτάται από την απόδοση του, τον βαθμό ετοιμότητας και τον εαυτό του».

Ο Σεμπάστιαν Βασιλειάδης έχει ήδη κληθεί στην Εθνική. Ακούγονται και άλλα ονόματα όπως των Μπάλντοκ και Κιομουρτζόγλου. Είναι στο πλάνο σας να δούμε και άλλα παιδιά που αγωνίζονται σε συλλόγους του εξωτερικού;

«Από την πρώτη στιγμή είχαμε μια λίστα παικτών που βρίσκονταν στην Εθνική, αλλά αυτή τη λίστα θέλαμε να την διευρύνουμε, να γίνει πιο βαθιά κοιτώντας παντού. Να βρούμε παίκτες που είναι καλοί, η οποίοι ενδεχομένως δεν έχουν ακόμα ελληνικό διαβατήριο. Δεν το ξέρεις αυτό. Αυτό συνέβαινε πολύ στην Αυστραλία.

Είναι μια δουλειά που απαιτεί πολύ σκάουτινγκ. Μπορεί να μην είναι η καθημερινότητα μας όπως στους συλλόγους, όμως κάθε μέρα παρακολουθούμε αγώνες. Κάθε μέρα τσεκάρουμε παίκτες, γιατί έχουμε μεγάλη λίστα. Πρέπει να ξέρουμε τι γίνεται παντού, που παίζουν, πως παίζουν, τι κάνουν, πως είναι. Τα πάντα. Οι τρεις μας στο προπονητικό επιτελείο (Φαν'τ Σιπ, Βαλκάνης, Βίντερ) αλλά και με τους Κωνσταντινίδη, Φύσσα προσπαθούμε να κάνουμε πολύ καλή δουλειά από πλευράς σκάουτινγκ για να ξέρουμε τα πάντα».

Στα επόμενα παιχνίδια θα δοκιμάσετε και άλλους παίκτες; Είστε κοντά στο να καταλήξετε σε ένα οριστικό σχήμα;

«Δεν γίνεται να είναι κλειστό κλαμπ η Εθνική γιατί υπάρχουν και παίκτες που βρίσκονται σε φόρμα και πάνε καλά. Πάντα υπάρχει βέβαια ένας πυρήνας, αλλά και αυτοί που βρίσκονται εκεί θα πρέπει να είναι σε φόρμα και να παίζουν καλά. Δεν έχει κανείς εξασφαλισμένη θέση. Θα πρέπει να αγωνίζεται για την θέση του. Πρέπει να αποτελεί προτεραιότητα για κάθε παίκτη να θέλει να βρίσκεται στην Εθνική και για να γίνει αυτό θα πρέπει να δουλεύει σκληρά στον σύλλογο που βρίσκεται. Έτσι θα μας αναγκάσει να τον καλέσουμε. Η Εθνική θα πρέπει να είναι το πιο σημαντικό πράγμα».

Με όσα έχουν συμβεί μέχρι στιγμής αν και είναι πρόωρο για να γίνουν προβλέψεις μπορεί η Εθνική να πάρει μέρος στο Μουντιάλ του Κατάρ;

«Είναι νωρίς ακόμα. Το πλάνο είναι να πάει στο Κατάρ. Πρέπει να κοιτάζεις μπροστά, αλλά αυτό που προέχει είναι το τώρα για να μπορείς να φτάσεις στο στόχο σου κάποια στιγμή. Εμείς περάσαμε κάποια μηνύματα για τη νέα φιλοσοφία της ομάδας. Οι παίκτες δείχνουν να το έχουν αντιληφθεί, αλλά έχουμε ακόμα περιθώρια βελτίωσης. Σίγουρα έχουν γίνει κάποια καλά βήματα. Είναι πολύ σημαντικά τα φιλικά με καλούς αντιπάλους που θα ακολουθήσουν γιατί θα αποτελέσουν καλά τεστ, ώστε να δούμε σε ποιο επίπεδο βρίσκονται οι παίκτες μετά από τόσο καιρό που είμαστε μαζί τους.

Έτσι θα διαπιστώσουμε τι πρέπει να κάνουμε για να είμαστε πανέτοιμοι για το Nations League, αφού προηγείται των Προκριματικών για το Μουντιάλ. Είναι μια διαδικασία. Πάμε βήμα-βήμα για το πλάνο μας. Ότι κάνουμε καθημερινά και μακριά από τις προπονήσεις είναι μέρους του πλάνου που έχουμε εκπονήσει. 'Οτι θα πάω σπίτι και θα παρακολουθήσω 3-4 παιχνίδια είναι σε αυτό το πλαίσιο. Το ότι ο Άρον (Βίντερ) είναι σπίτι του και κάνει το ίδιο είναι για το 'Plan Qatar'. Το απόγευμα για παράδειγμα που θα κάνουμε τηλεφωνικά σύσκεψη η τρεις μας, είναι προς την ίδια κατεύθυνση».

Θα θέλατε να κάνετε μια πρώτη αποτίμηση; Ποια στοιχεία σας άφησαν ικανοποιημένους και που χρειαζόμαστε μεγαλύτερη προσπάθεια;

«Ακόμα και στο πρώτο παιχνίδι που χάσαμε στην Φινλανδία είδαμε πως τα παιδιά αγωνιστικά είχαν διάθεση, τα έδωσαν όλα. Προσπαθήσαμε με τον τρόπο μας να περάσουμε κάποια πράγματα, αλλά δεν γινόταν να τα περάσουμε όλα μέσα σε δύο προπονήσεις όπου είχαν προηγηθεί. Σταδιακά έπρεπε να περάσουμε κάποια πράγματα. Ξέραμε πως χρειάζονται ακόμα και μήνες για να συμβεί αυτό. Δεν κοιτάζαμε τα αποτελέσματα, αλλά την εικόνα που δείχνει η ομάδα. Σε όλα τα ματς είδαμε κάποια πράγματα που ξέραμε πως γίνονται σωστά βήματα.

Νομίζω πως στο παιχνίδι με την Ιταλία, μπροστά σε 65.000 κόσμο δείξαμε μια πολύ εικόνα, μια πολύ καλή οργάνωση. Τα παιδιά έδειξαν πως θα μπορούμε στο μέλλον να παίξουμε με αυτοπεποίθηση κόντρα σε τέτοιους αντιπάλους. Αποκτήσαμε αυτοπεποίθηση με την δουλειά που έχουμε κάνει μέχρι στιγμής. Στον αγώνα κόντρα στη Βοσνία που πάλευε για την πρόκριση της, κάναμε το επόμενο βήμα δηλαδή να παίξουμε με τον δικό μας τρόπο και να είμαστε κυρίαρχοι έχοντας την μπάλα στα πόδια μας. Πολλοί περίμεναν να δουν αν μπορούμε να το κάνουμε.

Όπως σας είπα, αυτό το πράγμα δεν γίνεται από το πρώτο παιχνίδι. Με την Βοσνία είδαμε πως μπορούμε. Κάναμε ένα καλό παιχνίδι και δημιουργήσαμε αρκετές ευκαιρίες. Στη συνέχεια με την Αρμενία είδαμε επιπλέον βελτίωση. Είδαμε καλύτερο θέαμα. Η μπάλα πήγαινε πιο πολύ στους επιθετικούς χαφ, κάναμε πιο πολλές κάθετες πάσες και δημιουργήσαμε πιο πολλές ευκαιρίες. Φτάνοντας στο τελευταίο ματς κόντρα στην Φινλανδία μπορώ να πω πως και πάλι υπήρξε καλύτερη εικόνα στον τρόπο που θέλουμε να παίξουμε και αυτό ήταν πολύ ευχάριστο.

Θα ήταν ακόμα καλύτερα αν είχαμε ματς και τον επόμενο μήνα για να συνεχίζαμε σε αυτό τον ρυθμό. Το αποτέλεσμα με το Λιχτενστάιν μπορεί να ήταν σαν ήττα, αλλά εμείς κοιτούσαμε άλλα πράγματα. Μας ενδιαφέρει που θα βρισκόμαστε σε 6 ή 12 μήνες. Όπως και να έχει έχουμε κάνει σωστά βήματα. Έχουμε προοδεύσει και αυτό είναι το πιο σημαντικό».

Το τελευταίο διάστημα υπήρχε μια απαξίωση για την Εθνική. Την εισπράξατε εσείς; Και πόσο εύκολο είναι να αλλάξει αυτό;

«Ήταν κάτι που το επισημάναμε μαζί με τον Τζον (Φαν'τ Σιπ) όταν παίξαμε κόντρα στην Ιταλία. Το ακούγαμε από την αρχή και ξέραμε πως υπήρχε πρόβλημα. Όμως όταν μπαίνεις μέσα δεν γίνεται ο προπονητής να ασχοληθεί με αυτά τα προβλήματα και με το τι έγινε, αλλά να κοιτάξουμε το τώρα και το τι μπορούμε να κάνουμε και που θέλουμε να πάμε.

Εστιάσαμε στο τώρα, όχι στο παρελθόν. Στην αναμέτρηση με την Ιταλία με 65.000 Ιταλούς, κατά την ανάκρουση του εθνικού ύμνου κοιταχτήκαμε με τον Τζον (Φαν'τ Σιπ) και καταλάβαμε πως αυτό θέλουμε να φέρουμε στην Εθνική. Μετά από αυτό το ματς, ο Τζον μίλησε στους παίκτες και αναφέρθηκε στο πόσο όμορφο είναι να παίζεις σε μια τέτοια ατμόσφαιρα, όπου ο κόσμος σε υποστηρίζει και είναι ο 12ος παίκτης. Ξέραμε πως στο επόμενο παιχνίδι στο ΟΑΚΑ κόντρα στη Βοσνία θα ήταν μόνο 2.000-3.000 θεατές, θα αγωνιζόμασταν ένα άδειο γήπεδο.

Ο Τζον Φαν'τ Σιπ πέρασε το μήνυμα στους διεθνείς με αφορμή το ματς με τους Ιταλούς, πως πλέον η ευθύνη για το δικό μας στάδιο εάν είναι άδειο ανήκει σε εμάς, τους προπονητές και τους παίκτες. Αυτό που ήθελε να πει είναι πως από σήμερα με την απόδοση μας θα κοιτάξουμε εμείς να φέρουμε τον κόσμο πίσω, αλλά και τον ενθουσιασμό. Να μην ασχοληθούμε με το τι έγινε, αλλά να δείξουμε πως μας νοιάζει αυτό. Είναι το Νο1 η Εθνική. Προσωπικά όταν ήμουν πιο μικρός, όταν ακόμα έπαιζα στην Αδελαίδα και η Εθνική μας πριν από 15 χρόνια ήταν στο Euro, θυμάμαι τι χαρά έζησε ο Ελληνισμός στην Αυστραλία τότε και τι σημαίνει μια εθνική ομάδα για τον κόσμο. Αυτό πρέπει να σκεφτόμαστε και με την δουλειά μας παίκτες και προπονητές να εστιάσουμε στο αγωνιστικό και να μη μας ενδιαφέρει τίποτα άλλο».

Βλέπουμε κάποια παιδιά που ήδη ξεχωρίζουν. Μπορούν παίκτες όπως ο Μπακασέτας και ο Παυλίδης να εξελιχθούν σε ηγέτες της Εθνικής;

«Η δική μου γενιά πάντα πίστευε σε έναν ηγέτη, σε έναν αρχηγό που φορούσε το περιβραχιόνιο. Πλέον πρέπει να έχεις 11 ηγέτες, 24 ηγέτες. Πρέπει ο καθένας να είναι leader στη ζωή του και να πιστεύει στην ομάδα. Αυτό είναι το πιο σημαντικό. Το να βελτιωθεί ο καθένας και να γίνει καλύτερο παίκτης θα σημαίνει πως είναι leader μέσα του.

Απλά πρέπει εμείς οι προπονητές να βγάλουμε το ηγετικό πνεύμα κάθε ποδοσφαιριστή για να τον βοηθήσουμε ατομικά. Έτσι θα γίνει καλύτερη η ομάδα. Εγώ σε αυτό πιστεύω και όχι σε έναν αρχηγό».

Πως είναι η συνεργασία σας και ο τρόπος λειτουργίας του τεχνικού επιτελείου της Εθνικής και πως προσπαθείτε να βάλετε την σφραγίδα στην ομάδα που ευαγγελίζεστε;

«Δεν μπορείς να περάσεις μια φιλοσοφία μόνο μέσα στο γήπεδο για το στιλ που θέλεις να παίξεις. Είναι λίγες οι ώρες και πρέπει να δουλεύουμε σκληρά για να περάσουμε τα μηνύματα μας και να αφήσουμε την σφραγίδα μας σε θέματα που αφορούν την τακτική, την τεχνική κατάρτιση, τη φυσική κατάσταση, αλλά και τη νοοτροπία μας.

Γι' αυτό προσπαθούμε με τον Άρον (Βίντερ) και τον αναλυτή μας, τον Κώστα Κολτσίδα να κάνουμε συναντήσεις και μετά τις επίσημες υποχρεώσεις μας. Βλέπουμε τις προπονήσεις και τους αγώνες και κάνουμε παρουσίαση στους παίκτες. Καθόμαστε μέχρι πολύ αργά κάποια βράδια για αυτό τον σκοπό. Περνάμε πολλές ώρες για να κάνουμε την παρουσίαση. Αυτό βοηθάει προκειμένου οι ποδοσφαιριστές να βλέπουν και να μαθαίνουν.

Η γενιά μας είναι άλλωστε εξοικειωμένη με το τηλέφωνο και την τηλεόραση. Βλέπουν, ακούνε και μαθαίνουν προτού μπουν στο γήπεδο. Ο αναλυτής είναι ένα σημαντικό όργανο και πρέπει να έχει κοινή σκέψη με μας. Εάν δεν συμβεί αυτό θα πρέπει να δουλεύουμε ακόμη περισσότερες ώρες (γέλια). Είναι κάτι που μπορούμε να περάσουμε και εδώ. Να εκπαιδεύσουμε αναλυτές που θα έχουν την ίδια φιλοσοφία με τους προπονητές. Σε όλες τις χώρες υπάρχουν αναλυτές. Στην Ολλανδία για παράδειγμα είναι επιβεβλημένη η παρουσία τους».

Στο ελληνικό ποδόσφαιρο γίνεται πολύς ντόρος για τους διαιτητές και το τελευταίο διάστημα για το VAR. Ποια είναι η δική σας άποψη πάνω σε αυτό;

«Πρέπει να κοιτάζουμε πάντα τι είναι καλύτερο για το ποδόσφαιρο. Το VAR έχει βοηθήσει με κάποια γκολ όπου τα προηγούμενα χρόνια είχαμε αμφιβολίες. Στην αρχή όταν έχεις κάτι καινούργιο, καμιά φορά θα γίνονται κάποια λάθη. Οτιδήποτε στη ζωή χρειάζεται δουλειά για να υπάρξει βελτίωση. Νομίζω πως το VAR μπορεί να βοηθήσει το ποδόσφαιρο.

Είχατε θητεύσει ως πρώτος προπονητής στη Μέλμπουρν Σίτι. Θεωρείτε πως ήταν μια ιδιαίτερη στιγμή στην καριέρας σας; Δεν είναι και τόσο εύκολο για έναν Έλληνα τεχνικό να εργαστεί στην Α-League...

«Βοηθάει πολύ στην εξέλιξη ενός προπονητή, γιατί όταν γίνεσαι head coach οι ευθύνες είναι πάρα πολλές. Αυτή η εμπειρία με βοήθησε πάρα πολύ. Ήταν την εποχή που αποχώρησε ο Τζον (Φαν'τ Σιπ) από την Αυστραλία για προσωπικούς λόγους επιστρέφοντας στην Ολλανδία.

Πίστεψε εκείνος αλλά και η ομάδα και συγκεκριμένα το City Group σε μένα και μολονότι είχαν αποφασίσει να φέρουν άλλο προπονητή με άφησαν για τους τελευταίους πέντε μήνες να εκτελέσω χρέη πρώτου προπονητή. Ήταν φανταστική εμπειρία. Μου αρέσει πάρα πολύ αυτή η ευθύνη, το να μπορείς να μεταδόσεις την φιλοσοφία σου, αλλά και πως ως head coach πρέπει να βοηθήσεις κάθε παίκτη να γίνει καλύτερος. Έτσι θα βοηθήσεις την ομάδα σου.

Ό,τι και να είσαι όμως, βρίσκεσαι σε μια θέση που πρέπει να κάνεις τους παίκτες καλύτερους. Οι ποδοσφαιριστές είναι το πιο σημαντικό και όχι οι προπονητές, ούτε οι παράγοντες. Θα ήθελα πάρα πολύ στο μέλλον να ξαναζήσω αυτή την εμπειρία. Με τον Τζον (Φαν'τ Σιπ) το αισθάνομαι αυτό πολύ γιατί μου δίνει πολλές ευθύνες και για αυτό μου αρέσει να δουλεύω μαζί του, αλλιώς θα είχα κυνηγήσει να είμαι πρώτος προπονητής. Σε κάνει αν και βρίσκεσαι κάτω από αυτόν, να νιώθεις σαν head coach. 

Το έργο που έχουμε μπροστά μας, το να περάσουμε δηλαδή την φιλοσοφία μας στην Ελλάδα και να προκριθούμε στο Μουντιάλ είναι πιο μεγάλο όνειρο, από το να είμαι head coach. Μέχρι να το καταφέρω αυτό σε μια μεγάλη ομάδα, θα πρέπει να καθίσω στην άκρη για να πετύχουμε τον στόχο μας όλοι μαζί».

Είναι στα πλάνα σας να εργαστείτε κάποια στιγμή ως head coach στη Super League;

«Σκέφτομαι στο μέλλον να δουλέψω στη Super League. Θέλω να το κάνω και για τον εαυτό μου, αλλά καμιά φορά μια ιδέα ή ένα feeling σου δίνει φτερά για να πετύχεις κάτι παραπάνω από το να γίνεις πρώτος προπονητής. Πιο πολύ σημασία δίνω σε αυτό το έργο και στο τι μπορούμε να καταφέρουμε εδώ στην Εθνική παρά να κάνω πραγματικότητα το προσωπικό μου όνειρο. Μου αρέσει πολύ που δουλεύω με τον Τζον και τον Άρον. Μια μέρα μπορεί να γίνω head coach στην Ολλανδία.

Δεν ξέρω πως θα έρθουν τα πράγματα. Άλλωστε μέσα από την δουλειά μου στην Τσβόλε έχω δημιουργήσει φανταστικές σχέσεις. Το ποδόσφαιρο είναι κάτι παραπάνω από αποτελέσματα. Το να έχω αφήσει το αποτύπωμα μου στην Αδελαϊδα, στη Μέλμπουρν Σίτι και στη συνέχεια στην Τσβόλε και ότι πέρασα στην ακαδημία αυτή τη φιλοσοφία είναι άλλη αίσθηση. Αυτό προσπαθούμε να κάνουμε και εδώ. Να βοηθήσουμε όσο μπορούμε τους Έλληνες προπονητές, όπως και εγώ έμαθα από τους Ισπανούς. Έτσι θα βοηθήσεις και το πιο ποδόσφαιρο που είναι και πιο σημαντικό από όλους μας».

Αγωνιστήκατε ως ποδοσφαιριστής σε Λάρισα, Ηρακλή, Άγιο Νικόλαο, ενώ επίσης στο παρελθόν είδαμε σπουδαίους Ελληνοαυστραλούς ποδοσφαιριστές όπως ήταν οι Λούης Χριστοδούλου, Καλαντζής, Πατίκας. Πιστεύετε από την τωρινή γενιά υπάρχουν Ελληνοαυστραλοί που μπορούν να απασχολήσουν την Εθνική;

«Ο Λούης Χριστοδούλου, ο Πατίκας και άλλοι ήταν σε top level. Εγώ ήμουν πιο μικρός. Τον Χριστοδούλου στον Παναθηναϊκό, τον είχα σκέψου σε πόστερ στο δωμάτιο μου. Ως Ελληνοαυστραλός το όνειρο μου πιτσιρικάς ήταν να έρθω να παίξω στην Ελλάδα. Είναι λίγο τρελό γιατί δεν κοίταξα ποτέ να πάω στην Αγγλία ή την Πορτογαλία, όπως κάνουν κάποιοι άλλοι Αυστραλοί ποδοσφαιριστές. Κοιτούσα πάντα πως θα γίνω επαγγελματίας στην Ελλάδα. Εγώ τους παίκτες που προανέφερες τους έβλεπα ως ήρωες.

Ο Χριστοδούλου έκανε φανταστική καριέρα στον Παναθηναϊκό. Δεν μπορώ να πω ποτέ όχι, γιατί υπάρχουν πολύ καλά ταλέντα, νεαροί που βγαίνουν στην ακαδημίες που μπορεί κάποια στιγμή να βρεις έναν Ελληνοαυστραλό που θα πεις 'ας τον αρπάξουμε'. Δεν μπορείς ποτέ να αποκλείσεις κάτι. Πολλοί άλλωστε φεύγουν από νωρίς για την Ευρώπη. Εμείς παρακολουθούμε τους πάντες και τα πάντα. Βλέπουμε όλα τα ματς και όλους τους παίκτες. Αυτή είναι η δουλειά μας. Πρέπει να είμαστε ενημερωμένοι για όλα».

Σε σχέση με την δική σας εποχή ως ποδοσφαιριστής στην Ελλάδα ποιες είναι οι διαφορές που εντοπίζετε με όσα βλέπετε πλέον ως μέλος του προπονητικού επιτελείου της Εθνικής;

«Το ποδόσφαιρο έχει αλλάξει προς το καλύτερο. Το ένα που έχει αλλάξει είναι ο αριθμός των Ελλήνων παικτών, αφού ήταν περισσότεροι όταν έπαιζα εγώ κάτι που βοηθάει ασφαλώς και την εθνική ομάδα. Επίσης η Β΄ Εθνική, αλλά και η Γ΄ Εθνική ήταν τότε πιο ισχυρά πρωταθλήματα και αυτό βοηθούσε το ποδόσφαιρο.

Τώρα έχουμε μια Super League με κάποιες ομάδες που προσπαθούν να παίξουν καλή μπάλα. Το επίπεδο είναι καλό, αλλά εκεί που πρέπει να εστιάσουμε περισσότερο είναι στο να πιστέψουμε περισσότερο στους νεαρούς Έλληνες ποδοσφαιριστές για να τους δώσουμε την ευκαιρία να αγωνιστούν γιατί εκείνοι θα έχουν μια μέρα το πάθος για να παίξουν όχι μόνο για την Εθνική, αλλά και στο ελληνικό πρωτάθλημα. Να τους πιστέψουμε περισσότερο για να μην φεύγουν για το εξωτερικό για να ξεκινήσουν την καριέρα τους. Αυτό έχει αλλάξει.

Όλοι θεωρούμε πως τα δικά μας χρόνια ήταν τα καλύτερα. Το ποδόσφαιρο έχει καλυτερεύσει. Τα πράγματα έχουν αλλάξει στο τρόπο που δουλεύουν καθημερινά οι ποδοσφαιριστές. Χρειαζόμαστε πιο πολλούς Έλληνες στη Super League».