Μια ιστορία από την Τούμπα

Μια ιστορία από την Τούμπα

Μια ιστορία από την Τούμπα

Ο Χρήστος Κιούσης γράφει μια ανέκδοτη κι ελαφρώς ντροπιαστική ιστορία για την πρώτη του επίσκεψη στο γήπεδο και στην πόλη που αύριο φιλοξενείται το μεγαλύτερο ελληνικό ντέρμπι

Το γήπεδο της Τούμπας ήταν το πρώτο μέρος στο οποίο «προσγειώθηκα» στην Θεσσαλονίκη. Πριν υπηρετήσω τη θητεία μου στη Νέα Σάντα Κιλκίς, πριν μετακομίσω μόνιμα για το ΑΜΑΝ και την τηλεοπτική παραγωγή του, πριν από οτιδήποτε άλλο έφτασα πρώτη φορά στην πόλη που ζω τα τελευταία 23 χρόνια της ζωής μου στο parking του γηπέδου της Τούμπας.  Με το OB van της τηλεοπτικής μετάδοσης για το πρώτο μου ματς του ΠΑΟΚ, στο οποίο θα δούλευα την κάμερα στο δεξί οφσάιντ.

 

Το ψοφόκρυο είναι understatement για να σας περιγράψω τη θερμοκρασία στην Τούμπα Γενάρη μήνα στις 5 το πρωί. Τρυπούσε μπουφάν, πουλόβερ, μπλούζα μακρυμάνικη, μπλούζα κοντομάνικη, δέρμα, ιστούς, μύες και πριόνιζε το κόκαλο! «Μαλάκα μου τι  κωλόκρυο είναι αυτό...», πρόλαβα να ψελλίσω και με την άκρη του ματιού μου είδα στη μια άκρη του γηπέδου κάτι σαν ανθρώπους να βγαίνουν από ένα «μαγαζί».  Το «κάτι σαν ανθρώπους» όπως και τα εισαγωγικά στη λέξη μαγαζί δεν τα βάζω τυχαία.  Κάτω από μια θύρα του γηπέδου λειτουργούσε ένα club  (λέμε τώρα) που έπαιζε τρανς, τέκνο ή όποιον άλλο θόρυβο προσποιείται τη μουσική και σέρβιρε και αλκόολ (λέμε τώρα), ενώ πρέπει να υπήρχε μεγαλύτερη ποσότητα χαπιών κι από φαρμακείο του ΙΚΑ την ημέρα που φορτώνει ράφια.

 

Αυτό το μέρος διάλεξα για καταφύγιο από το κρύο και μάλιστα προσπέρασα με θράσος το «κάτι σαν πορτιέρη» που υπήρχε στην είσοδο. Το παρουσιαστικό και το ντύσιμο μου δεν ήταν τα κατάλληλα για το μέρος αλλά μπροστά στην εμπειρία Ιμαλαίων που έζησα στο parking δε με τρόμαζε τίποτα. Ή τουλάχιστον έτσι νόμιζα. Στο δεύτερο κάτι σαν ποτό που ήπια, έπεσε πάνω μου τύπος που μάλλον τον πέταξαν από κάπου ψηλά (γιατί σας ορκίζομαι δεν τον είχα δει πουθενά γύρω μου ως τότε) και με άναρθρες κραυγές κάτι προσπαθούσε να μου πει. Η πιο συχνά επαναλαμβανόμενη λέξη που μπορούσα να ξεχωρίσω, ήταν η λέξη κουμπί και πιστέψτε με δεν ήθελε να με ξεκουμπώσει ή να τον ξεκουμπώσω, μάλλον το αντίθετο.

 

Ήταν η κατάλληλη στιγμή για να φύγω τρέχοντας και για καλή μου τύχη να βουτήξω ένα ταξί που περνούσε στη Μικράς Ασίας. «Στο Καψής» ήταν η οδηγία-παράκληση-ικεσία προς τον συμπαθή Θεσσαλονικιό ταξιτζή, με τον οποίο πολύ θα ήθελα να συζητήσω αν δεν γύριζαν όλα γύρω μου , πάνω μου και κάτω μου! Εκτός από το ότι όλα ήταν θολά, ήταν και απολύτως άγνωστα αλλά δεν ήταν  η κατάλληλη στιγμή να τα γνωρίσω. Αντιθέτως ήταν η κατάλληλη στιγμή να φάω κάτι μπας κι απορροφήσει σα σφουγγάρι αυτά που είχα πιει και με έπιναν. «Κάπου να φάω κάτι...»  μουρμούρισα κι ο γάτος ταξιτζής είχε την tripadvisor συμβουλή έτοιμη. «Θα σε αφήσω στον Αλέξανδρο στο Βαρδάρη φιλαράκι, να φας έναν χοντροκομμένο κι από κει δυο βήματα είσαι.»

Στην είσοδο του Αλέξανδρου στον Βαρδάρη η μυρωδιά του πατσά λειτούργησε σαν αιθέρας σε ημιλιπόθυμο. Σαν το χάπι της ταινίας Limitless στον Bradley Cooper. Συνήλθα με τη μια και θρονιάστηκα στο πρώτο τραπέζι που βρήκα μπροστά μου με όρεξη να φάω πιάτα, τραπέζια, χάρτινα τραπεζομάντηλα και γυάλινα ποτήρια. «Αθηναίος είσαι παλληκάρι; Να σου φέρω ένα τσιγεροσαρμά να δοκιμάσεις και να σε στανιάρει λίγο; Πω πω χάλια χλωμός σαν πεθαμένος είσαι.» Δεν ήξερα με τι μέντιουμ σερβιτόρο είχα μπλέξει και που κατάλαβε πριν καν μιλήσω ότι είμαι Αθηναίος αλλά για τη νεκρική εικόνα μου μάλλον ήταν ακριβής. Επίσης δεν είχα καταλάβει αυτό το κάτι σαν τσαγιέρα που είπε ότι θα με στανιάρει αλλά δεν ήταν η ώρα να πάρω πρωτοβουλίες. Η πρωτοβουλία να μπω και να πιω κάτω από την 7 της Τούμπας με είχε φέρει σε αυτό το χάλι, οπότε άσε καλύτερα. 

 

Δεν μπορώ να σας περιγράψω πόσο υπέροχο βρήκα τον τσιγεροσαρμά για τον οποίο δεν είχα ξανακούσει ποτέ και τίποτα αλλά τους επόμενους μήνες όποτε ανέβηκα για δουλειά στην Θεσσαλονίκη, αποτελούσε για μένα το Γκράαλ που κάθε φορά με ευκολία έβρισκα. Όταν γυρνούσα στην Αθήνα και με ρωτούσε η μάνα μου τι έφαγα, της απαντούσα πάντα βαριεστημένα, «κάτι Σαλονικιώτικα, δεν έχουμε εδώ τέτοια».

 

Στήνοντας την άλλη μέρα την κάμερα στην ευθεία της μεγάλης περιοχής του δεξιού τέρματος, συνειδητοποίησα ότι σε όλο το ματς θα έπρεπε να αναμετρηθώ με μια από τις κολώνες που στήριζαν το στέγαστρο της Τούμπας. «Ωραία θα περάσουμε», σκέφτηκα. Συχνά, συχνότατα θα έλεγα, αυτές οι κολώνες έκρυβαν τις φάσεις του οφσάιντ πολύ πριν αρχίσουν να μας απασχολούν τα VAR και το field replay. Το πρόβλημα της Τούμπας δεν ήταν μόνο διαιτητικό αλλά και αρχιτεκτονικό! Όσο κοιτούσα με δέος την ύπαρξη της κολώνας στο κέντρο του πλάνου μου, με περικύκλωσαν 5 λεβέντες με ασπρόμαυρα διακριτικά, κασκόλ, σκουφιά και όλα τα συμπαραμαρτούντα. «Φιλαράκι εσάς το Φιλμνέτ (ο τόνος στο ε) από την Αθήνα σας φέρνει;», έσκασε η πρώτη ερώτηση κρίσεως. Να προσποιηθώ τώρα την πρώτη μου φορά στην Θεσσαλονίκη ότι είμαι Σαλονικιός, μάλλον θα ήταν συνώνυμο του deathwish. «Ναι από Αθήνα είμαστε», απάντησα χωρίς να τον κοιτάζω, ασχολούμενος με το sachtler τριπόδι της κάμεράς μου. «Δηλαδή Αθηναίος είσαι;» ξανάπεσε η διευκρινιστική ερώτηση. «Ναι από τη Δάφνη», είπα να δώσω κι ένα πιο διευκρινιστικό στίγμα της προέλευσής μου ελπίζοντας δυο πράγματα κυρίως. Πρώτον ότι θα ήξερε ο συνομιλητής μου την απόσταση της Δάφνης με τον Πειραιά και δεύτερον ότι επειδή η Δάφνη ήταν ανέκαθεν μπασκετογειτονιά, πιθανώς να μην ερχόταν η αμέσως επόμενη ερώτηση.

 

«Και τι ομάδα είσαι;» Τώρα σιωπή που έλεγε κι ο Γιάννης Πουλόπουλος και η αλήθεια είναι ότι μου πέρασε από το μυαλό το σύστημα «πουλόπουλος». Ντρέπομαι που το γράφω αλλά εγώ ιδιαίτερα γενναίος δε θέλω να το παίζω. Να απαντούσα με ειλικρίνεια «Παναθηναικός»,  δεν το βρήκα προσήκον στην περίσταση. Να απαντούσα «Δάφνη»  λόγω των μπασκετικών μου καταβολών, το φοβήθηκα ότι ίσως το εκλάμβανε ο αξιότιμος συνομιλητής μου ως υπεκφυγή και σας θυμίζω σε αυτό το σημείο ότι ήταν μαζί με άλλους 4.

 

Τότε έκανα αυτό που στην πλατεία της Δάφνης θα θεωρείτο εσχάτη προδοσία, χαμερπής συμπεριφορά και άνανδρη αποκήρυξη κάθε πλάκας της παλιάς πλατείας έξω από το δημοτικό μου σχολείο, που είχε φιλοξενήσει τα παιχνίδια της παιδικής μου ηλικίας. «Πανιώνιος» απάντησα,  μην πιστεύοντας τα αυτιά μου αυτό που εκτόξευσε το στόμα μου. Ορκίζομαι μάλιστα ότι είδα πίσω από τους 5 ΠΑΟΚτζήδες που με είχαν περικυκλώσει, τον Άη Φάνη τον Χριστοδούλου στα κυανέρυθρα με το νούμερο 4, την επιγονατίδα και τον ιδρώτα να κυλάει στο πρόσωπό του,  να μου κλείνει το μάτι.

 

Οι ασπρόμαυροι συνομιλητές μου αποχώρησαν διστακτικοί κι ελαφρώς μπερδεμένοι, κανείς δεν είχε δώσει ποτέ οδηγία περί Πανιώνιων, δεν ήμουν ανιχνεύσιμος στη λίστα κάτω από την επικεφαλίδα, «Αυτούς δέρνουμε». Η μόνη μάχη που έδωσα εκείνο το βράδυ Κυριακής, ήταν με την κολώνα στο κέντρο του πλάνου μου. Ίσως και με τον τσιγεροσαρμά στη παρθενική μας συνάντηση. Ίσως και με το κρύο του γηπέδου το βράδυ, όταν μαζεύαμε τα καλώδια της μετάδοσης. Τι ψοφόκρυο Θεέ μου...

 

ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ ΝΑ ΓΝΩΡΙΖΟΥΜΕ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΟΡΟΝΟΪΟ

Βασικές γνώσεις για την αντιμετώπιση του Κορονοϊού

Best of internet

Follow @ Twitter