bwin
 
 
ΔΕΙΤΕ ΤΑ LIVE
Η ποδοσφαιρική ψυχαγωγία είναι μια παγκόσμια τάση, αλλά παραμένει άγνωστη έννοια για την ελληνική αγορά

Η ποδοσφαιρική ψυχαγωγία είναι μια παγκόσμια τάση, αλλά παραμένει άγνωστη έννοια για την ελληνική αγορά

 Η ποδοσφαιρική ψυχαγωγία είναι μια παγκόσμια τάση, αλλά παραμένει άγνωστη έννοια για την ελληνική αγορά

Ο Βασίλης Σαμπράκος κοιτάζει αυτό που συμβαίνει στη διάρκεια της τελευταίας 2ετίας με την μαζική παραγωγή περιεχομένου από τις ψηφιακές πλατφόρμες ψυχαγωγίας και συγκρίνει την νέα διεθνή πραγματικότητα με την ελληνική. 

Σε κάθε ανάλυση πρόβλεψης της μελλοντικής συμπεριφοράς των ποδοσφαιρόφιλων ως “καταναλωτών” σε παγκόσμια κλίμακα, οι αναλυτές της αγοράς καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι αυτό που σήμερα συμβαίνει ως τάση, με τη δημιουργία ψυχαγωγικών προϊόντων τα οποία οι ποδοσφαιρόφιλοι καταναλώνουν μαζικά, θα εξελιχθεί σε μια πραγματικότητα που θα επικρατήσει. Η μία πίσω από την άλλη, οι ψηφιακές πλατφόρμες που παρέχουν ψυχαγωγία επενδύουν μεγάλα κεφάλαια πάνω στη δημιουργία ψυχαγωγικού ποδοσφαιρικού περιεχομένου, το οποίο ο ποδοσφαιρόφιλος καταναλώνει με μανία. 

Η αρχή της έκρηξης ήταν το All or nothing: Manchester City. Αυτό το ντοκιμαντέρ, που κυκλοφόρησε το καλοκαίρι του 2018 και κατέγραφε, σε 8 επεισόδια, τη ζωή της Σίτι κατά τη διάρκεια της σεζόν 2017-’18 είχε περισσότερα από 10 εκατομμύρια views και downloads στη διάρκεια των δύο πρώτων εβδομάδων από την κυκλοφορία του. Η απήχησή του και τα σχόλια των καταναλωτών από αυτή την εμπειρία έδειξε στις πλατφόρμες όλου του πλανήτη πόσο μεγάλη είναι η επιθυμία των ποδοσφαιρόφιλων να κυκλοφορούν στον εσωτερικό κόσμο των αγαπημένων τους ομάδων και να παρακολουθούν την ζωή τους εκτός αγωνιστικού χώρου. 

Από τότε μέχρι σήμερα, σε διάστημα περίπου 16 μηνών έχουν κυκλοφορήσει ένα σωρό μεγαλύτερες ή μικρότερες σειρές ποδοσφαιρικών ντοκιμαντέρ, τα οποία στην πλειονότητά τους έχουν αποδειχθεί κερδοφόρα. 

Τον περασμένο μήνα ο βασικός χορηγός της Μπαρτσελόνα, η Rakuten παρουσίασε το Match Day, ένα ντοκιμαντέρ 8 επεισοδίων που κατέγραψε την ζωή της Μπάρτσα κατά την περίοδο 2018-’19. Η Rakuten χρησιμοποίησε αυτά τα ντοκιμαντέρ ως πολιορκητικό κριό για να διεισδύσει στην παγκόσμια αγορά των καταναλωτών ψηφιακής ψυχαγωγίας. Έδωσε δωρεάν τα ντοκιμαντέρ με την “υποχρέωση” να κατεβάσει ο καταναλωτής την εφαρμογή της στην συσκευή του, και πέτυχε σε διάστημα περίπου δεκαπέντε ημερών περισσότερα από 1 εκατομμύριο downloads της εφαρμογής και περισσότερα από 10 εκατομμύρια views των ντοκιμαντέρ.

Με όλα αυτά στο μυαλό μου βρέθηκα σήμερα στην παρουσίαση του 6ου βιβλίου του Χρήστου Σωτηρακόπουλου, το “Football Talk”, που κυκλοφόρησε αυτές τις μέρες από τις εκδόσεις “Τόπος”. Ο Σωτηρακόπουλος βρήκε νόημα να δημιουργήσει μια εξαιρετική συλλογή με τα βιώματά του από τη συναναστροφή με τις κορυφαίες προσωπικότητες του ποδοσφαίρου, με 31 πρόσωπα, εκ των οποίων τα 30 έρχονται από τον πλανήτη ποδόσφαιρο· ένας μόνο, ο Θοδωρής Ζαγοράκης κατάγεται από το ελληνικό ποδόσφαιρο. Σκεφθείτε, ο κορυφαίος Έλληνας αθλητικός δημοσιογράφος βρήκε νόημα να αρχίσει την παρουσίαση των προσωπικοτήτων που συνάντησε στο ποδόσφαιρο από την διεθνή ατζέντα του· όχι την ελληνική. Διότι εκτός των άλλων αντιλαμβάνεται ότι αυτή είναι η κυρίαρχη ανάγκη του ελληνικού κοινού σε σχέση με την ποδοσφαιρική ψυχαγωγία. Ο Έλληνας ψυχαγωγείται με την ξένη μπάλα, όχι με την ελληνική. Έτσι έμαθε, αυτό αναγκάστηκε να προτιμήσει. Τον έδιωξαν από τα ελληνικά γήπεδα, τόσο με το θέαμα όσο και με τις παρεχόμενες υπηρεσίες (;) και τον ανάγκασαν να προτιμήσει τον καναπέ.

Για κάποιον που ζει το ελληνικό ποδόσφαιρο από μέσα, όλο αυτό που συμβαίνει σήμερα εδώ καταντά καταθλιπτικό όταν συγκρίνεται με αυτό που συμβαίνει μακριά από εδώ. Σκέφτεσαι ότι οι Έλληνες ως παραγωγοί τηλεοπτικού περιεχομένου δεν υστερούν έναντι των ξένων. Και μετά σκέφτεσαι ότι οι Έλληνες παραγωγοί ποδοσφαίρου δεν παράγουν το ίδιο προϊόν με τους ξένους. Πώς και σε ποιον να μιλήσεις για football entertaintment; Σε αυτούς που δεν δίνουν άδεια στους αθλητές τους για μια παρουσία στα media; Σε αυτούς που κλείνουν τις πόρτες στις κάμερες ή τις κατεβάζουν με … τσαμπουκά ακόμη και όταν βρίσκονται σε προσυμφωνημένους ή σε δημόσιους χώρους; 

Βλέπεις στο Match Day τον Λίονελ Μέσι να ανέχεται την παρουσία μιας κάμερας μέσα στο σπίτι του και στο αυτοκίνητό του, σοκάρεσαι και αφήνεσαι στη μαγεία της καταγραφής της ζωής του. Κι ύστερα σκέφτεσαι πώς και ποιος θα σε άφηνε να βιντεογραφήσεις και να προβάλεις τη ζωή των ποδοσφαιριστών μιας ελληνικής ομάδας στα αποδυτήρια, τα ξενοδοχεία και τα σπίτια τους. Και πέφτεις στην κατάθλιψη.

Είναι στιγμές που η ελληνική πραγματικότητα σου δημιουργεί την αίσθηση ότι ζεις σε ένα παράλληλο σύμπαν με αυτό στο οποίο ζει η πλειονότητα του υπόλοιπου πλανήτη, και δεν αναφέρομαι μόνο στην Ευρώπη. Τέτοιες παραγωγές ευδοκιμούν σε πολλά διαφορετικά σημεία του πλανήτη. Διότι είναι ζήτημα κουλτούρας. 

Στην καμένη ελληνική γη η Superleague αποφασίζει την τελευταία στιγμή να στήσει μια γιορτή για την συμπλήρωση 60 χρόνων της πρώτης εθνικής κατηγορίας. Τη γιορτάζει αυτή τη στιγμή της στριμωγμένη σε μια αίθουσα, με μικρό αριθμό προσκεκλημένων, με μια λίστα από την οποία απουσιάζουν, για παράδειγμα, οι κατά τεκμήριο πιο επιτυχημένοι Έλληνες ποδοσφαιριστές στην ιστορία: οι πρωταθλητές Ευρώπης 2004. Η Superleague στήνει στο πόδι μια φτωχή γιορτή, διότι ποιος να μιλήσει στους ιδιοκτήτες των ΠΑΕ για σημαντικά κόστη εξωστρέφειας; Ποιος να μιλήσει σε αυτούς τους ιδιοκτήτες για το νόημα που έχει η ποδοσφαιρική εξωαγωνιστική ψυχαγωγία όταν δεν αντιλαμβάνονται καν την έννοια της ποδοσφαιρικής αγωνιστικής ψυχαγωγίας και συνεχίζουν να σκοτώνονται κυριολεκτικά, λεκτικά, πραγματικά και ψηφιακά για ένα πέναλτι, έναν διαιτητή, μια επιτροπή, έναν αρχιδιαιτητή, ή και την διοίκηση της ΕΠΟ;

Σε όλον αυτόν τον ελληνικό κανόνα υπάρχουν και εξαιρέσεις, με πιο φωτεινή αυτή του ΠΑΟΚ, ο οποίος δημιουργεί με συνέπεια πλέον ψηφιακό περιεχόμενο με τεχνολογίες αιχμής και ακριβές παραγωγές. Μια φωτεινή εξαίρεση, πολύ υψηλών προδιαγραφών, η οποία δυστυχώς δεν δημιουργεί κανόνα. 

Δεν άρχισα σήμερα να στεναχωριέμαι και να ντρέπομαι για το ελληνικό επίπεδο του ποδοσφαίρου, το οποίο διαρκώς, σαν από ένστικτο, συγκρίνω με τα διεθνή πρότυπα και κρίνω με τα διεθνή μέτρα. Την ίδια ώρα όμως πιάνω τον εαυτό μου να ανακουφίζεται με τη χαρά της ποδοσφαιρικής ψυχαγωγίας που γευόμαστε πλέον καθημερινά χάρη στην παγκοσμιοποίηση της αγοράς του ποδοσφαιρικού θεάματος που ήρθε ως συνέπεια της ψηφιακής τεχνολογίας. Χαίρομαι αφάνταστα που έχω την επιλογή να δω live το clasico, που μπορώ να παρακολουθήσω προνομιακά, έστω από απόσταση, την ζωή της Μπαρτσελόνα, της Ρεάλ, της Σίτι, της Γιουβέντους, της Ντόρτμουντ, της Γιουνάιτεντ, δηλαδή της πλειονότητας των μεγάλων brand names του ποδοσφαίρου. Και με γεμίζει αισιοδοξία η διαπίστωση ότι τα σημερινά παιδιά της Ελλάδας έχουν αυτή την επιλογή, να παρακολουθούν και να γεύονται προνομιακά όλο αυτό που συμβαίνει στο ποδόσφαιρο μακριά από την Ελλάδα. Μεγαλώνουν με ψυχαγωγικό ποδόσφαιρο, όχι με το ελληνικό τοξικό προϊόν. Μεγαλώνουν καλύτερα, συγκριτικά με τους προηγούμενους. Αυτή η πραγματικότητα δημιουργεί μια ρεαλιστική προσδοκία περί της πιθανότητας αυτά τα παιδιά, όταν μεγαλώσουν, να φτιάξουν το ελληνικό ποδόσφαιρο οδηγούμενα από τις διεθνείς παραστάσεις που σήμερα λαμβάνουν καθημερινά.