Η εργαζόμενη γυναίκα και τα ακραία στερεότυπα μιας εποχής… (pics & vids)

Gazzetta team
Η εργαζόμενη γυναίκα και τα ακραία στερεότυπα μιας εποχής… (pics & vids)
Η εργαζόμενη γυναίκα των δεκαετιών του 50’ και του 60’ μέσα από τον ελληνικό κινηματογράφο, με την ευγενική χορηγία των ζυμαρικών Μάκβελ

Ο παλιός ελληνικός κινηματογράφος πέρα από την ψυχαγωγία που προσέφερε στους έλληνες και τις αξέχαστες ερμηνείες μοναδικών ηθοποιών που άφησε ως παρακαταθήκη, αποτύπωνε παράλληλα την κοινωνική πραγματικότητα εκείνων των χρόνων, εάν περιορίσουμε ειδικότερα την έρευνά μας στις δεκαετίες του 50’ και του 60’. Μία από αυτές αφορούσε στη θέση της γυναίκας στην ελληνική κοινωνία, όπου τα ήθη της εποχής την ήθελαν καλή νοικοκυρά στο σπίτι της και όχι εργαζόμενη. Μάλιστα, δεν είναι λίγες οι φορές στον ελληνικό κινηματογράφο, που βλέπουμε τους συζύγους να μην αφήνουν τις γυναίκες τους να εργαστούν, ακόμα και αν εκείνες είχαν την απαραίτητη μόρφωση, αλλά και τις ικανότητες να το κάνουν. Ακόμα και εάν οι ίδιοι δεν είχαν δουλειά και δεν έφερναν χρήματα στο σπίτι, προτιμούσαν την ανέχεια από το να δουν την γυναίκα τους να εργάζεται. Πρόκειται για μια πραγματικότητα της εποχής εκείνης, που είναι ακατανόητη στις σημερινές γενιές, αν όχι εκνευριστική και απαράδεκτη. Στην ταινία «Μιας πεντάρας νιάτα», η οποία γυρίστηκε το 1967 από την εταιρεία Δαμασκηνός-Μιχαηλίδης, με πρωταγωνιστές τους εξαίσιους Στέφανο Φωτίου και Έλλη Φωτίου, το συγκεκριμένο ζήτημα εμφανίζεται έντονα και αποτελεί κεντρικό προβληματισμό του σεναρίου. Η ταινία παρουσιάζει το πρόβλημα που βιώνει ένα νιόπαντρο ζευγάρι, το οποίο θέλει να αποκτήσει τη δική του στέγη αλλά δεν έχει τα χρήματα και σκέφτεται να δανειστεί. Παρά τις οικονομικές δυσκολίες κι ενώ η γυναίκα έχει τις δυνατότητες να εργαστεί, ο σύζυγος δεν την αφήνει, για να μην «ξεμυαλιστεί» και για να μην πέσει θύμα σεξουαλικής παρενόχλησης, φαινόμενο που φαίνεται ότι ανθούσε εκείνα τα χρόνια, αν σκεφθεί κανείς ότι και η εργατική νομοθεσία της εποχής είχε πολλά κενά και δεν προστάτευε όσο έπρεπε τους εργαζόμενους.

«Το κλωτσοσκούφι» και η απόγνωση που οδηγεί στην ξενιτιά

Μια ακόμα πιο χαρακτηριστική αποτύπωση της επαγγελματικής «ζούγκλας» που αντιμετώπιζαν οι γυναίκες εκείνες τις δύο αυτές δεκαετίες, αποτυπώνεται στον κινηματογραφικό φακό της Finos Film στην ταινία των Αλέκου Σακελλάριου – Χρήστου Γιαννακόπουλου «Το κλωτσοσκούφι», η οποία γυρίστηκε το 1960, με πρωταγωνιστικό δίδυμο την Αλίκη Βουγιουκλάκη και τον Αλέκο Αλεξανδράκη. Στο ξεκίνημα της ταινίας, η Μαίρη, το «κλωτσοσκουφάκι» όπως ήταν το παρατσούκλι της –, προσπαθούσε να στεριώσει σε μία δουλειά, αλλά δεν το κατάφερνε ποτέ, αφού είτε οι εργοδότες της, είτε οι πελάτες, την παρενοχλούσαν, άμεσα και έμμεσα.

Έτσι, εμφανίζεται να εργάζεται σε κατάστημα ρούχων, υποδημάτων, μέχρι και σε λούνα παρκ, αλλά το αποτέλεσμα ήταν πάντα το ίδιο: σεξουαλική παρενόχληση και ...παραίτηση από τη δουλειά. Αυτός ήταν και ο λόγος που η ίδια είχε απογοητευθεί και αποφάσισε να φύγει στην Αυστραλία, για να βρει έναν θείο της και να μείνει μαζί του.

«Αχ και να ήμουν άνδρας» λέει η Μάρω Κοντού

Το θέμα της σεξουαλικής παρενόχλησης στην πιο ακραία του μορφή αποτυπώθηκε στην ταινία του 1966 «Αχ και να ήμουν άνδρας», παραγωγής ΑΒ Φίλμ και σκηνοθεσίας Στέφανου Φωτιάδη. Εκεί πρωταγωνιστούσε η Μάρω Κοντού, η οποία παρέμενε διαρκώς άνεργη διότι οι προϊστάμενοί της την παρενοχλούσαν. Η ίδια όμως αντί να παραιτηθεί από την προσπάθεια εύρεσης εργασίας, αποδεχόμενη την κοινωνική πραγματικότητα, αποφασίζει να πάρει την ταυτότητα του αδελφού της Αλέκου, ο οποίος είναι μετανάστης στην Αυστραλία. Έτσι, ντύνεται άνδρας και πιάνει δουλειά σε μια εταιρεία, υποδυόμενη τον αδελφό της. Η ίδια μάλιστα, όντως πολύ καλή στην δουλειά της, γρήγορα ανέρχεται την ιεραρχία και φθάνει στη θέση του Γενικού Διευθυντή. Φυσικά όταν αποκαλύπτεται η αλήθεια όλα καταρρέουν, αλλά με ευχάριστο τρόπο, αφού την ερωτεύεται ο γιος του ιδιοκτήτη της εταιρείας. Από την άλλη πλευρά, κάποιες φορές το στερεότυπο της γυναίκας που παρενοχλείται στο εργασιακό περιβάλλον χρησιμοποιείται χιουμοριστικά, ως όχημα πρόκλησης γέλιου, όπως στην περίπτωση της ταινίας του Αλέκου Σακελλάριου, «Όλοι οι άνδρες είναι ίδιοι», παραγωγής 1966, όπου η πρωταγωνίστρια Άννα Φόνσου υποδυόμενη μια «δροσερή» υπηρέτρια, προκαλεί με τον τρόπο της τους άνδρες του κάθε σπιτιού στο οποίο εργάζεται, ωστόσο αυτό της στοιχίζει ακριβά αφού οι γυναίκες των εκάστοτε εργοδοτών της αντιλαμβάνονται ...τον κίνδυνο για τους συζύγους τους και είναι εκείνες τελικά που την απολύουν.

Και το εργασιακό bulling στο «παιχνίδι»

Ωστόσο το εργασιακό περιβάλλον της εποχής δεν είχε να αντιμετωπίσει μόνο θέματα που σχετίζονταν με τις σχέσεις των δύο φύλων, αλλά και άλλα ακραία στερεότυπα, που ενίοτε είχαν το ίδιο αποτέλεσμα, οδηγώντας τις γυναίκες εργαζόμενες στην έξοδο. Στην ταινία «Ο κατεργάρης» (παραγωγής 1971, από την Finos Films) ο πρωταγωνιστής Χρόνης Εξαρχάκος εργάζεται σε μια εταιρεία χαλυβουργικής, ο Πρόεδρος της οποίας θέλει τους εργαζόμενους υποδείγματα συμπεριφοράς όχι μόνο μέσα στην εταιρεία, αλλά και στην κοινωνική τους ζωή. Όταν αντιλαμβάνεται π.χ. ότι ένας υπάλληλος έπαιζε χαρτιά σε μια φιλική συνάντηση εκτός γραφείου, τον απολύει. Αντιμέτωπος με την ανεργία όμως βρίσκεται και ο ίδιος ο πρωταγωνιστής, ο Χρόνης, όταν η αδελφή του (Νόρα Βαλσάμη) αποφασίζει να κάνει ένα πάρτι σπίτι της, προσκαλώντας μάλιστα τον γιο του Προέδρου της εταιρείας.

Ο Χρόνης φοβάται ότι όταν το μάθει ο Πρόεδρος θα τον απολύσει, θεωρώντας ότι το να κάνει κάποιος πάρτι σπίτι του είναι επιλήψιμο. Αντίστοιχα, αν θυμηθεί κανείς τον τρόπο που αντιμετώπιζε στην ταινία «Μια ζωή την έχουμε» ο Πρόεδρος της Εμποροπιστωτικής Τράπεζας (Χρήστος Τσαγανέας) τον υπάλληλό του (Δημήτρη Χορν), βρίζοντάς τον από το πρωί μέχρι το βράδυ, θα αναρωτηθεί αν κάποια γυναίκα θα μπορούσε να σταθεί σε ένα τέτοιο ασφυκτικό και απάνθρωπο περιβάλλον. Η ταινία «Μια ζωή την έχουμε» γυρίστηκε το 1958 από την Finos Film, σε σενάριο και σκηνοθεσία Γιώργου Τζαβέλλα, με πρωταγωνιστές τον Δημήτρη Χορν και την Υβόν Σανσόν και ήταν μια από τις ακριβότερες κινηματογραφικές παραγωγές της εποχής εκείνης. Ο υπάλληλος της τράπεζας βρίσκεται διαρκώς στο στόχαστρο του Προέδρου, είτε γιατί αφαιρείται και καθυστερεί τους πελάτες, είτε γιατί ξεχνάει πράγματα, είτε επειδή καπνίζει εν ώρα εργασίας. Αποκορύφωμα του επαγγελματικού bulling είναι η στιγμή που ο Χορν μπαίνει στο γραφείο του Προέδρου για να τον ενημερώσει για ένα πολύ μεγάλο λογιστικό λάθος και ο Πρόεδρος τον «λούζει» με ακραία «κοσμητικά επίθετα», όπως «ηλίθιε», «ζώον», «βλάκα», «άχρηστε» και μάλιστα με πολύ έντονο τρόπο. Είναι η στιγμή που ο υπάλληλος φθάνει στα όριά του και ξεσπάει και ο ίδιος σε φωνές, αρνούμενος να αποκαλύψει στον Πρόεδρο το λάθος για το οποίο πήγε στο γραφείο του.

Η εξέλιξη ...τιμωρεί

Τα στερεότυπα όμως καλά κρατούν, αφού και σήμερα η γυναίκα, πέρα από την επαγγελματική της δραστηριότητα, εξακολουθεί να είναι σε ένα βαθμό «ριζωμένη» στις εσωτερικές υποθέσεις της οικογένειας, ως σύζυγος, μητέρα και διευθύντρια του νοικοκυριού. Με άλλα λόγια, η έξοδός της στον επαγγελματικό στίβο δεν έχει απομειώσει ουδόλως τον ρόλο της ως νοικοκυρά. Η κοινωνία την θέλει να παραμένει πρωταγωνίστρια στο νοικοκυριό του σπιτιού, ίσως σαν «τιμωρία» για το γεγονός ότι «βγήκε» από το σπίτι.

Η ταινία «Επάγγελμα γυναίκα» (1986, παραγωγή Ευρώπη Φιλμ/Γιώργος Καραγιάννης & Σία), μέσα από τις υπερβολές που αποτυπώνει στον φακό, δίνει το στίγμα αυτής της πραγματικότητας. Στην ταινία πρωταγωνιστεί η Πηνελόπη Πιτσούλη, η οποία είναι σύζυγος και μητέρα 3 παιδιών, εργάζεται παράλληλα με το νοικοκυριό που διευθύνει και δεν έχει καθόλου χρόνο για τον εαυτό της. Ουσιαστικά υπηρετεί τα μέλη της οικογένειάς της, κάτι που τα τελευταία το θεωρούν ως δεδομένο. Όταν όμως φεύγει από το σπίτι, ώστε να σκεφθεί την ζωή της, τόσο ο σύζυγός της (Κώστας Τσάκωνας), όσο και τα τρία της παιδιά καταλαβαίνουν την αξία της και την αναζητούν. Η ίδια επιστρέφει σπίτι της μετά από μερικές εβδομάδες, αλλά πλέον με τους δικούς της όρους....


Ζυμαρικά Μάκβελ, 81 χρόνια ιστορίας, 8 δεκαετίες γεύσης και καινοτομίας!