Παίκτρια του WNBA μιλάει ανοιχτά για τη σεξουαλική κακοποίηση που υπέστη

Κάτια Πετροπούλου
Παίκτρια του WNBA μιλάει ανοιχτά για τη σεξουαλική κακοποίηση που υπέστη

bet365

Το Νο.1 draft pick του 2016 και παίκτρια των Seattle Storm στο WNBA, Μπριάνα Στιούαρτ, εξομολογείται μέσω ενός συγκλονιστικού γράμματος στο «The Player's Tribune» τη σεξουαλική κακοποίηση που υπέστη όταν ήταν 9 ετών από συγγενικό της πρόσωπο, μιλάει για την καμπάνια «#metoo» και προσπαθεί να ενθαρρύνει κι άλλα θύματα να μιλήσουν.

Είναι μόλις στα 23 της και έχει αρχίσει να κατακτά το WNBA.

Το βιογραφικό της Μπριάνα Στιούαρτ είναι ήδη πλούσιο σε διακρίσεις με το Κολλέγιο Κονέκτικατ, με την εθνική των ΗΠΑ και αρχίσει να χαράσσει την ιστορία της με τις Σιάτλ Στορμ στο κορυφαίο γυναικείο πρωτάθλημα του κόσμου.

Η Αμερικανίδα φόργουορντ/σέντερ επελέγη το 2016 στο Νο.1 του draft από τις Στορμ, την ίδια χρονιά αναδείχθηκε «Rookie of the Year», ενώ φέτος συμμετείχε για πρώτη φορά στο All-Star Game με τη φανέλα της Δύσης.

Τέσσερις διαδοχικές χρονιές πανηγύρισε το πρωτάθλημα στο NCAA με το Κονέκτικατ (2013-16) και κατέκτησε ισάριθμες φορές το βραβείο της «Most Outstanding Player». Το 2015 και το 2016 το βραβείο «Wade Trophy», που δίνεται στην καλύτερη παίκτρια κολλεγίου στην Αμερική, κατέληξε στα χέρια της. Με την εθνική ΗΠΑ ανέβηκε στο πρώτο σκαλί του βάθρου στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Ρίο (2016), πήρε επίσης το χρυσό στο Παγκόσμιο της Τουρκίας (2014) και το ασημένιο στους Παναμερικάνικους Αγώνες το 2015 στο Τορόντο.

Αυτές είναι κάποιες από τις πάρα πολλές διακρίσεις της. Κι όμως, δεν ήταν όλα τόσο ρόδινα στη ζωή της...

Η Μπριάνα κλήθηκε από πολύ μικρή ηλικία, μόλις από τα 9 της, να «παλέψει» με τους δικούς της δαίμονες κι εφιάλτες. Τότε, που ένα συγγενικό της πρόσωπο την κακοποιούσε σεξουαλικά για δύο χρόνια.

«Το μπάσκετ έγινε ένα είδος ασφαλούς χώρου για εμένα. Αλλά κανένας χώρος δεν ήταν απολύτως ασφαλής», αναφέρει.

Η καταξιωμένη μπασκετμπολίστρια «έσπασε» τη σιωπή της μέσω του «The Player's Tribune» και αφηγείται την ιστορία της, με σκοπό να ενθαρρύνει κι άλλα θύματα που βρίσκονται στη θέση που ήταν εκείνη, να μιλήσουν ανοιχτά για όσα τους συμβαίνουν και φοβούνται να παραδεχθούν.

Και κάνει εκείνη το πρώτο βήμα...

«Θυμάμαι πως μύριζε.

Τσιγάρα και βρωμιά. Σαν κάτι μεταλλικό, επίσης.

Ήταν εργάτης σε οικοδομές και κάπνιζε. Δεν μπορείς να ξεπλύνεις εύκολα αυτές τις μυρωδιές.

Η οικογένειά μου ήταν δεμένη. Συνήθιζα να κοιμάμαι σε σπίτια συγγενών. Ζούσε σε ένα από τα σπίτια που κοιμόμουν τον περισσότερο καιρό. Υπήρχε ένας μεγάλος καναπές στο σαλόνι και μία μικρότερη πολυθρόνα κάτω από το παράθυρο, που κοιτούσε έξω στον κήπο. Έμενα ξύπνια ως αργά, βλέποντας τηλεόραση στον καναπέ, όταν όλοι πήγαιναν για ύπνο. Εκεί στον καναπέ κοιμόμουν κι εγώ. Δεν υπήρχε ξενώνας ή έξτρα δωμάτιο. Ήμουν ένα ντροπαλό παιδί εννέα χρονών, με ένα ψιλόλιγνο κορμί κι ένα κεφάλι που έμοιαζε πολύ μεγάλο. Δεν χωρούσα στην πολυθρόνα.

Έκανα ζάπινγκ στα κανάλια, ξύπνια ως αργά, κάτω από μια μεγάλη κουβέρτα.

Δεν ήμουν πάντα μόνη. Κάποιες φορές θα έπαιρνε κάποιον ο ύπνος στην πολυθρόνα.

Αλλά ήμουν πάντα η μόνη ξύπνια όταν συνέβη.

Άκουγα τα βήματά του να έρχονται από τα σκαλιά. Θα καθόταν δίπλα μου, προσποιούμενος ότι βλέπει τηλεόραση. Κάποιες φορές δεν πήγαινε ποτέ πάνω να κοιμηθεί και απλά περίμενε στον καναπέ.

Ήξερα τι θα ακολουθήσει.

Δεν ξέρω πως ακριβώς να πω αυτό το σημείο. Δεν το έχω αναφέρει σε πολλούς. Δεν είμαι ο πιο ευάλωτος άνθρωπος, δεν μιλάω πολύ για τα συναισθήματά μου, οπότε αυτό είναι λίγο άβολο.

Με κακοποιούσαν για χρόνια.

Η τηλεόραση θα τρεμόπαιζε και όλα θα ήταν ήσυχα. “Όλα καλά”, είπε. Με άγγιξε και προσπάθησε να με κάνει να τον αγγίξω.

Κάποιες φορές προσπαθούσα να τραβήξω το χέρι μου μακριά, αλλά δεν ήμουν τόσο δυνατή. Ήμουν απλά ένα παιδί.

Υπήρχε πάντα αυτή η μυρωδιά. Τσιγάρα και βρωμιά.

Δεν έκανα κανένα θόρυβο. Κανένας άλλος δεν ήξερε τι συνέβαινε.

Ξέρετε εκείνα τα όνειρα, που προσπαθείς να τρέξεις, αλλά το σώμα σου δεν κινείται; Αυτή ήμουν εγώ: παράλυτη, σιωπηλή.

Μερικές φορές σκεφτόμουν τι θα γινόταν αν απλά φώναζα. Ο,τιδήποτε. Ένα όνομα. “Σταμάτα!”. Ή αν κάποιος ξυπνούσε;

Δεν γινόταν πάντα την νύχτα. Μερικές φορές θα έλειπα από το σχολείο και θα γινόταν στο φως της ημέρας.

Πάντα θα έβρισκε έναν τρόπο να είναι κοντά μου μέσα στον κόσμο. Ήταν πανούργος. Καθόταν δίπλα μου στο τραπέζι ή όταν κανείς δεν θα πρόσεχε, θα προσπαθούσε να αγγίξει τα οπίσθιά μου. Πράγματα που μόνο εγώ θα πρόσεχα.

Αλλά τα μεσάνυχτα...

Περίμενα μέχρι να ακουστούν εκείνα τα βήματα. Ή θα ήταν εδώ, δίπλα μου στον καναπέ, περιμένοντας υπό το φως της τηλεόρασης.

Δεν μπορούσα να κοιμηθώ. Ήμουν πάντα σε επιφυλακή.

Έπαιζα μπάσκετ για δύο χρόνια μέχρι τότε. Σε τοπικά πρωταθλήματα ή ερασιτεχνικά. Οι γονείς μου με έβαλαν στο άθλημα απλά για να με έχουν απασχολημένη. Ήμουν ένα παιδί με πολύ ελεύθερο χρόνο και δεν έκανα τίποτα. Τελικά, κανένας δεν με έκανε να φύγω. Ήθελα να παίξω. Το μπάσκετ έγινε ένα είδος ασφαλούς χώρου για εμένα. Αλλά κανένας χώρος δεν ήταν απολύτως ασφαλής.

Ήξερα τι θα συμβεί με το που επέστρεφα σε εκείνο το σπίτι. Αλλά πως λες στους γονείς σου ότι δεν θέλεις να πας εκεί ποτέ ξανά, χωρίς να εξηγήσεις το γιατί; Ένιωθα πως δεν μπορούσα να το πω σε κανέναν.

Όταν τίποτα δεν συνέβαινε, σκεφτόμουν “Ευχαριστώ”.

Αλλά ακόμα και στο δικό μου κρεβάτι ήμουν νευρική. Με είχε στοιχειώσει.

Ήμουν τόσο νέα. Ακόμα και σε εκείνη την ηλικία, ήξερα πως ό,τι γινόταν, ήταν λάθος. Ένιωθες ότι ήταν λάθος. Αλλά ήταν και σύγχυση επίσης.

Θυμάμαι στην πέμπτη τάξη που είχα κόλλημα με ένα αγόρι στο σχολείο μου. Τότε είναι περίπου η ηλικία που αρχίζεις να έχεις σκιρτήματα. Αλλά κάθε φορά που τον σκεφτόμουν, σκεφτόμουν αυτόν τον άλλο τύπο. Δεν μπορούσα να διαχωρίσω τα δύο αυτά πράγματα. Ήθελα μόνο να σκέφτομαι εκείνο το αγόρι, όταν το μόνο που μπορούσα να σκεφτώ ήταν αυτός ο άνδρας και το τι έκανε σε εμένα.

Για δύο χρόνια - τόσο καιρό με κακοποιούσε - ποτέ δεν συνήθισα την νύχτα.

Μόνο μία θυμάμαι έντονα.

Ήμουν 11 και στο κρεβάτι μου. Οι γονείς μου μόλις είχαν χτίσει ένα καινούριο σπίτι. Ήμουν ξύπνια γύρω στις 3 τα ξημερώματα. Είχα συνηθίσει να είμαι ξύπνια εκείνη την ώρα.

Πήγα στο δωμάτιο των γονιών μου.

“Μαμά; Μαμά, πρέπει να σου πω κάτι”.

Σηκώθηκε και κοίταξε το πρόσωπό μου. Την οδήγησα στο δωμάτιό μου. Ξάπλωσα στο κρεβάτι κι εκείνη έκατσε στην άκρη.

Της έδειξα την ευαίσθητη περιοχή μου και της είπα “Μαμά με άγγιξε εκεί κάτω”.

Όταν της το είπα, μου ήρθαν όλα ξανά στο μυαλό. Ήμουν φοβισμένη πάλι.

Ξύπνησε τον πατέρα μου.

Εδώ είναι που οι λεπτομέρειες είναι δύσκολες για εμένα. Υπάρχουν κάποια σημεία που δεν θυμάμαι για εκείνη την ημέρα. Άκουσα πως αυτό είναι παρόμοιο με το τραύμα, η μνήμη σου αντικαθιστά τις αναμνήσεις με κενά. Κάτι σαν το Ctrl+Alt+Delete για καθετί που σε πονάει τόσο πολύ.

Έχω τόσες πολλές μαύρες τρύπες στο μυαλό μου. Οι αναμνήσεις έχουν απορροφούνται και δεν επιστρέφουν ποτέ ξανά. Πρέπει να υπάρχουν κομμάτια μου που απλώς επιπλέουν εκεί στον αιθέρα, κομμάτια που μου τα έκλεψαν. Κομμάτια που έχουν ξεχαστεί.

Θυμάμαι που οι γονείς μου κάλεσαν την αστυνομία και πως όλη η οικογένεια μαζεύτηκε στο σπίτι μέχρι να ανατείλει ο ήλιος.

Μετά, κενά.

Ξέρω πως πήγα στο αστυνομικό τμήμα και έδωσα κατάθεση. Δεν θυμάμαι καθόλου τίποτα από όλα αυτά.

Το τελευταίο πράγμα που θυμάμαι από εκείνη την ημέρα είναι που ήμουν στο σπίτι της γιαγιάς μου. Δεν επιστρέψαμε σπίτι όταν φύγαμε από την αστυνομία. Όλη η οικογένεια μαζεύτηκε στη γιαγιά μου εκείνο το βράδυ. Ήταν η “κόλλα” μας, πάντα μαγείρευε και μας είχε παρέα. Όμως, εκείνη τη νύχτα δεν μαγείρεψε.

Παραγγείλαμε πίτσα. Κατά τη διάρκεια του δείπνου, η αστυνομία ήρθε σπίτι και μας είπε πως εκείνος συνελήφθη. Αργότερα, ο πατέρας μου μού είπε πως εκείνος ομολόγησε τα πάντα στην αστυνομία.

Δεν θυμάμαι πως ένιωσα. Ακόμα ένα κενό.

Είχα προπόνηση εκείνο το βράδυ. Πήγα στον πατέρα μου και του είπα πως ήθελα ακόμα να πάω. Δεν το πίστευε! Με όλα όσα είχα περάσει, το μόνο πράγμα που ήθελα ήταν να πάω να παίξω μπάσκετ.

Κατά κάποιο τρόπο είμαι ακόμα εκείνο το 11χρονο παιδί που απλά ήθελε να πάει για προπόνηση. Δεν πήγα ποτέ για θεραπεία. Δεν ήθελα να μιλήσω γι' αυτό. Δεν ήθελα να το ζήσω ξανά. Είναι κάτι που προσπαθώ να απομακρύνω από το ράφι όσο πιο πολύ μπορώ. Αλλά αυτό λειτουργεί μόνο μέχρι ένα βαθμό.

Έκλαψα. Έκλαψα περισσότερο όταν το είπα σε κάποιον που είναι σημαντικός για εμένα. Το να μιλάω για όσα πέρασα, να τα εξηγώ όλα, με πιάνει ένα σφίξιμο. Είμαι αναγκασμένη να τα ζήσω όλα πάλι. Τότε είναι που σε “χτυπάει” πως όλα όσα έγιναν, ήταν αληθινά. Δεν ήταν απλά ένας άσχημος εφιάλτης. Δεν ήταν μια άλλη ζωή.

Θυμώνω που με εκμεταλλεύτηκε ως παιδί. Δεν πάρω ποτέ εκείνον τον χρόνο πίσω. Και όσες αναμνήσεις έχω ακόμη, δεν θα είμαι ποτέ ικανή να τις σβήσω. Κάποιες φορές εύχομαι να είχα μερικές ακόμα μαύρες τρύπες.

Ακόμα και αν παίζω μπροστά σε χιλιάδες κόσμου ή μιλάω διαρκώς σε δημοσιογράφους, έχω ήσυχες στιγμές κάθε ημέρα στη ζωή μου, τις οποίες κανείς δεν βλέπει. Τότε είναι που το σκέφτομαι συχνά. Θα μπορούσα να είμαι περιτριγυρισμένη από τις συμπαίκτριές μου ή τους φίλους μου ή εντελώς ξένους, να ζω τη ζωή μου όσο πιο φυσιολογικά μπορώ, και οι αναμνήσεις να “χτυπούν” σαν αστραπή.

Αναρωτιέμαι πολλές φορές πως ό,τι έχω περάσει ήταν καταλυτικό για το που είμαι τώρα ή το τι κάνω. Ακόμα και μετά που συνελήφθη, και ακολούθησε η νόμιμη διαδικασία, ακόμα δεν ξέρω πως να αποκαλέσω αυτό που μου έκανε. Για την ακρίβεια, νιώθω άβολα με την ονομασία.

Ποτέ δεν θα τον συγχωρήσω.

Αλλά δεν ντρέπομαι.

Κάθε φορά που το λέω σε κάποιον, αισθάνομαι λίγο πιο άκαμπτη. Εύχομαι να ήταν όντως τόσο απλό, όταν λέω πως είναι κάτι που απλά συνέβη σε μένα. Κάποιο μέρος αυτού είναι απλό, κυριολεκτικά είναι κάτι που έγινε. Αλλά δεν ξέρω το γιατί. Δεν ξέρω γιατί γίνονται αυτά. Ή γιατί η σεξουαλική κακοποίηση συνεχίζει να υφίσταται.

Αυτό, όμως, που ξέρω είναι πως κάνω κάτι εντελώς έξω από τα νερά μου με το να γράφω αυτό εδώ. Για την ακρίβεια, είναι ένα από τα πιο δύσκολα πράγματα που έχω κάνει και που θα κάνω ποτέ. Πρόσφατα διάβασα τον προσωπικό λογαριασμό της McKayla Maroney για την σεξουαλική κακοποίηση, μία από τις πιο δυνατές ιστορίες που ενέπνευσε η καμπάνια “#metoo”. Κι ένιωσα λιγότερο μόνη.

Ίσως αυτό να είναι το θέμα. Οι εμπειρίες μας είναι διαφορετικές. Το πως αντιδρούμε είναι διαφορετικό. Αλλά οι φωνές μας έχουν σημασία.

Επίσης σκέφτηκα αυτό που μου έχει πει ο πατέρας μου περισσότερες από μία φορές:

“Δεν είναι ένα μικρό βρώμικο μυστικό. Όταν είσαι άνετος με αυτό και μιλήσεις ανοιχτά, μπορείς να σώσεις τη ζωή κάποιου”.

Γι' αυτό τα έγραψα αυτά. Είναι κάτι μεγαλύτερο από εμένα.

Ακόμα επεξεργάζομαι το τι θα ακολουθήσει τώρα, αφού είπα την ιστορία μου. Ξέρω πως ανεξάρτητα από το πόσο άβολα δημιουργώ εγώ τα πράγματα για εμένα, ως δημόσιος επιζών, αναλαμβάνω τώρα μια συγκεκριμένη ευθύνη. Οπότε, θα αρχίζω λέγοντας αυτό: Αν κακοποιείστε, πείτε το σε κάποιον. Αν δεν σας πιστέψουν, πείτε το σε κάποιον άλλο. Σε γονιό, σε μέλος της οικογένειας, σε δάσκαλο, σε προπονητή, σε γονιό ενός φίλου. Η βοήθεια είναι εκεί έξω.

Μέρος του γιατί περίμενα τόσο πολύ να το πω σε τόσα πολλά άτομα, ακόμα και σε εκείνους που είναι πολύ κοντά σε μένα, είναι επειδή δεν θέλω οριστώ άλλο πια από αυτό, αλλά από το πόσο καλά παίζω μπάσκετ. Και τα δύο πράγματα είναι μέρος μου, με κάνουν αυτό που είμαι. Όλοι είμαστε λίγο περισσότερο πολύπλοκοι από όσο φαίνεται.

Και μπορώ επιτέλους να κοιμηθώ».

NEWS FEED