TOP ΑΓΩΝΕΣ
  • TOP ΑΓΩΝΕΣ
  • NBA

ΔΕΙΤΕ ΤΑ LIVE
Χορεύουν οι ψηλοί στο ρυθμό των κοντών

Χορεύουν οι ψηλοί στο ρυθμό των κοντών

Χορεύουν οι ψηλοί στο ρυθμό των κοντών

Το Gazzetta.gr δίνει την ευκαιρία στους αναγνώστες του να γίνουν bloggers δημοσιεύοντας τις απόψεις τους και ο Aνδρέας Πανάρετος γράφει για την αλλαγή του ρόλου των «ψηλών» στο ευρωπαϊκό μπάσκετ, την... κυριαρχία των «κοντών» και την εξέλιξη του σπορ...

 

Τα προσόντα του ιδεατού «ψηλού» έχουν αλλάξει με ταχύτητες φωτός τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια. Μια παρατήρηση που τείνει να γίνει εκ των πιο διάσημων μεταξύ των μπασκετικών . Μήπως όμως δεν είναι οι ψηλοί που έχουν αλλάξει, αλλά το ίδιο το άθλημα;

 

Όσο γυρίζουμε πίσω τον χρόνο, τόσο περισσότερους «ψηλούς» θρύλους μπορούμε να ονοματίσουμε. Από τον Φασούλα, τον Βράνκοβιτς και τον Ράτζα, στον Ρέγες, τον Πρίντεζη, τον Χάινς, τον Τόμιτς, τον Ταβάρες… Παρόλο που από τη δεκαετία του 80 υπήρχαν οι ψηλοί με τα χαρακτηριστικά που πιθανώς κουμπώνουν «καλύτερα» σε μία κορυφαία ομάδα του 2020, μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 2000 τα χαρακτηριστικά των ψηλών που είχαν τον πρώτο λόγο ήταν εκείνοι που «κεντούσαν» μέσα στο ζωγραφιστό· έπαιρναν τη μπάλα στο low post και μέσα σε 3-4 δευτερόλεπτα είχαν αφήσει γλυκά τη μπάλα στο καλάθι ή την είχαν καρφώσει με μανία σπρώχνοντας τον αντίπαλο. Πλέον, ωστόσο, κατά κύριο λόγο, όλο και λιγότερες είναι οι επαφές των ψηλών με στόχο το ποστάρισμα τους, ενώ όλο και αυξάνουν οι ευκαιρίες τους με πρόσωπο στο καλάθι και/ή τα οι προσπάθειες από τα 4-5 μέτρα και, για τους πιο τολμηρούς, ακόμη και από πίσω από τη γραμμή των 6.75. Αμυντικά, θεωρείται πραγματική ευλογία ο ψηλός που, πέρα από τη δυνατότητά του να καθαρίζει ψηλά, μπορεί να αποτελέσει έναν πονοκέφαλο -έστω και μικρό- σε περίπτωση που βρεθεί σε ματς απ με έναν κοντό. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο που το «παίξ'τον στα πόδια» δεν είναι τόσο αποτελεσματικό σε μια μονομαχία κοντού- ψηλού, όσο ήταν πριν 15 και 20 χρόνια. Για να μην παρεξηγηθώ: δεν εννοώ πως δεν υπήρχαν ψηλοί που είχαν και αυτή την ικανότητα, φυσικά και υπήρχαν· απλώς αποτελούσαν την εξαίρεση, όχι τον κανόνα.

 

Τόσο σε ΗΠΑ όσο και σε Ευρώπη εμφανίστηκε σχεδόν παράλληλα το φαινόμενο της ραγδαίας αλλαγής της βαρύτητας και του ρόλου των «κοντών» στο παιχνίδι. ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Όταν αναφέρομαι στους κοντούς, στην προκειμένη περίπτωση κάνω λόγο κυρίως για όσους έχουν την ευθύνη του playmaking (οργάνωση παιχνιδιού ή/και παιχνίδι ένας μ ’έναν με στόχο το γρήγορο σκοράρισμα) σε μία ομάδα -δεν αναφέρομαι αποκλειστικά και μόνο στους άσους! Υπάρχει, λοιπόν, κατά τα τελευταία 10-15 χρόνια μία στροφή προς το παιχνίδι γύρω από τους κοντούς, με αποτέλεσμα οι «ψηλοί» πολλές φορές να μην είναι το πρώτο όνομα και να αρκούνται ενίοτε στην «αόρατη» δουλειά των ριμπάουντ, της άμυνας και του playmaking υπό προϋποθέσεις. Ενώ στο NBA παίκτες όπως o Dwight Howard και ο Tim Duncan, αποτελούσαν αναμφίβολα 2 από τους 7 καλύτερους παίκτες της αμερικανικής λίγκας και ταυτόχρονα τους ηγέτες των ομάδων τους, ο Παναθηναϊκός, παρατασσόταν σε τελικές φάσεις Ευρωλίγκας με τρεις ball- dominant κοντούς· πείραμα που κάθε άλλο παρά απέτυχε. Ο λόγος; Ο ρυθμός του παιχνιδιού είχε αλλάξει. Πλέον ήταν απαραίτητος ο ψηλός που θα έχει την ικανότητα να τρέχει πάνω- κάτω το γήπεδο με μεγαλύτερη συνέπεια και ταχύτητα.

 

Αλλά και η ύπαρξη των ψηλών που ξεχώριζαν σωματικά και μπορούσαν να αποτελέσουν το πρώτο όνομα σε μία ομάδα, σταδιακά έσβηνε. Αφού ήταν λίγοι οι ψηλοί γύρω από τους οποίους θα μπορούσε να χτιστεί μία ομάδα και που βρέξει-χιονίσει θα σκόραραν 9 με 11 φορές, θα κατέβαζαν 7-8 ριμπάουντ, θα κυνηγούσαν με επιτυχία τους «κοντούς» (που όλο και «κόντυναν») και ταυτοχρόνως θα παρέμεναν άνθρωποι και όχι κάποιο είδος… μηχανής, οι περισσότεροι προπονητές επέλεξαν να πατήσουν πάνω στις αδυναμίες των «παραδοσιακών» ψηλών και να επωφεληθούν από τα πλεονεκτήματα των κοντών. Μπορεί πλέον να φαντάζει σουρεάλ, αλλά πριν 15 χρόνια υπήρχαν ακόμη γκαρντ των οποίων τα ποσοστά από τη γραμμή του τριπόντου ήταν τραγικά ή ανύπαρκτα. (Και) για τον λόγο αυτό τα τελευταία χρόνια μπορούμε να πούμε πως οι κοντοί «κόντυναν»· κατάφεραν να βελτιώσουν στο μέγιστο τα χαρακτηριστικά εκείνα που τους διαφοροποιούσαν από τους ψηλούς.

 

Κατά συνέπεια, και οι ψηλοί προσαρμόστηκαν. Αφού ο ζυγός έγειρε μακριά από αυτούς, στόχος τους πλέον έπαψε να είναι μόνο το post παιχνίδι και το πάνω από τη στεφάνη. Διεύρυναν το ρεπερτόριο τους· κατ’ αποτέλεσμα, διέπρεψαν παίκτες, όπως ο Μάικ Μπατίστ. Ο ίδιος, ξεκινώντας ως τριάρι στις ΗΠΑ, απέκτησε στην Ευρώπη ένα πιο πολυσχιδές από τους προκάτοχους του τίτλου του «κορυφαίου ψηλού» παιχνίδι. Ναι, το ξέρω πως οι περισσότερες αναμνήσεις που έχουμε από αυτόν είναι τα alley-oops και οι τάπες, αλλά στη διάρκεια του 40λεπτου δεν έλειπαν οι φορές που στεκόταν αξιοπρεπέστατα στην άμυνα απέναντι σε έναν κοντό ή που τολμούσε το σουτ μέσης απόστασης.

 

 

Αντικαταστάτη του στο μνημονικό μας αποτελεί ο Κάιλ Χάινς. Πόσες ήταν οι φορές που δεν αγχώθηκαν σε υπερβολικό βαθμό οι φίλοι του Ολυμπιακού όταν ο Χάινς έπρεπε να μαρκάρει τον… Ροντρίγκεθ φερ’ ειπείν; Σίγουρα πολύ λιγότερες από τις φορές που το ΣΕΦ πριν 15-20 χρόνια ανησυχούσε όταν ο δείνα σέντερ των ερυθρόλευκων είχε μειονεκτική θέση απέναντι σε ένα αντίπαλο γκαρντ. Μειονεκτική. Ακόμη και ο χαρακτηρισμός αυτός τείνει να εκλείψει από την περιγραφή ενός ματσ-απ κοντού-ψηλού.

 

 

Επομένως, οι ισορροπίες στο ευρωπαϊκό μπάσκετ έχουν αλλάξει άρδην. Λαμβάνοντας ως αυτό υπόψιν, αλλά και το γεγονός ότι οι ψηλοί- διαμάντια, που μπορούν να παίξουν αξιοθαύμαστη άμυνα στην περιφέρεια, αλλά έχουν και τη δυνατότητα να κυριαρχήσουν με συνέπεια στη ρακέτα έρχονται και με την ανάλογη (πολύ βαριά) τιμή και το πλήθος τους ίσως να μην ξεπερνά τους 3-4, όλο και περισσότερες ομάδες φαίνεται να χτίζουν γύρω από τα γκαρντ τους ή να βρίσκουν για τη θέση του βασικού ψηλού, πιο «εναλλακτικούς» ψηλούς. Αυτό το μοντέλο φαίνεται να ακολούθησε η αποστομωτική φετινή Εφές με έναν πυραυλοκίνητο Λάρκιν να αποτελεί τον μαέστρο της επίθεσης και παίκτες όπως ο Ντάνστον να τον πλαισιώνει.

 

 

Αναλόγως φαίνεται πως θα κινηθεί και ο Ολυμπιακός του Μπαρτζώκα για τη σεζόν 2020-2021. Η λύση στην φυγή του Μιλουτίνοφ φαίνεται πως δεν αντιμετωπίστηκε με προσπάθειες για την ακριβή αντικατάστασή του. Αντιθέτως, αν κρίνουμε από τους παίκτες τους οποίους έχει ήδη ή φημολογείται έντονα ότι θα αποκτήσουν οι Πειραιώτες, μπορούμε να διακρίνουμε ότι ο coach «Μπαρτζώ» ρέπει προς την εφαρμογή ενός παιχνιδιού γρήγορων επιθέσεων, πολλών τριπόντων (αν όχι πολλά, σίγουρα περισσότερα από αυτά του Ολυμπιακού των προηγούμενων ετών) και αλλαγών ως το κύριο μέσο αντιμετώπισης των σκρινς.

 

Διαφορετικό σενάριο αποτελεί ο Παναθηναϊκός του Βόβορα. Παρόλο που ακόμη η κατεύθυνση την οποία θα ακολουθήσουν οι «καινούριοι» Πράσινοι μας είναι μέσες - άκρες άγνωστη, είναι αναμφίβολο ότι οι Παπαγιάννης και Μήτογλου θα είναι από τις προτεραιότητες της ομάδας. Αμφότερες οι ελληνικές ομάδες φαίνονται να μην ενδιαφέρονται (ή να μην το αντέχουν οικονομικά) να αγοράσουν έναν ψηλό από το πάνω-πάνω ράφι (κάποιον από αυτούς τους 4 που ανέφερα παραπάνω). Η μεταξύ τους, ωστόσο, διαφορά έγκειται στο ότι ο Παναθηναϊκός διαθέτει την πρώτη ύλη (Παπαγιάννης- Μήτογλου) και θα παλέψει για να τον προσαρμόσει στις ανάγκες της ομάδας αλλά και τις απαιτήσεις της εποχής.

 

 

Εν κατακλείδι, οι ψηλοί δεν εξαφανίστηκαν από το ευρωπαϊκό μπάσκετ· προσαρμόστηκαν. Το πλεονέκτημά τους, που φάνηκε ως μειονέκτημα στα τέλη της δεκαετίας του 2000, αντικαταστάθηκε από προσόντα που έλειπαν από τον ιδανικό ψηλό της προ-2008 (χονδρικά) εποχής. Είτε το θέλουμε, είτε όχι, διανύουμε την εποχή των «κοντών». Ας αποβάλουμε όμως τη λαγνεία που τρέφουμε για το παρελθόν και τους σπουδαίους ψηλούς που αυτό μας προσέφερε και ας απολαύσουμε την ομορφιά της εξέλιξης του μπάσκετ.

Έχεις άποψη για κάποιο αθλητικό θέμα; Στείλε το κείμενό σου στο info@gazzetta.gr και δες το δημοσιευμένο στο αγαπημένο σου site.