TOP ΑΓΩΝΕΣ
  • TOP ΑΓΩΝΕΣ
  • BUNDESLIGA
  • ΤΕΛΙΚΟ

    ΦΡAΙΜΠΟΥΡΓΚ 0

    vs

    ΛΕΒΕΡΚΟΥΖΕΝ 1

  • ΒΟΛΦΣΜΠΟΥΡΓΚ -

    vs

    ΑΙΝΤΡΑΧΤ ΦΡΑΝΚΦΟΥΡΤΗΣ -

  • ΣAΛΚΕ -

    vs

    ΒΕΡΝΤΕΡ ΒΡΕΜΗΣ -

  • ΧΕΡΤΑ ΒΕΡΟΛΙΝΟΥ -

    vs

    ΑΟΥΓΚΣΜΠΟΥΡΓΚ -

  • ΜAΙΝΤΖ -

    vs

    ΧΟΦΕΝΧΑΙΜ -

  • ΜΠAΓΕΡΝ -

    vs

    ΦΟΡΤΟΥΝΑ ΝΤΙΣΕΛΝΤΟΡΦ -

  • ΓΚΛAΝΤΜΠΑΧ -

    vs

    ΟΥΝΙΟΝ ΒΕΡΟΛΙΝΟΥ -

  • ΠAΝΤΕΡΜΠΟΡΝ 07 -

    vs

    ΝΤΟΡΤΜΟΥΝΤ -

  • ΚΟΛΩΝΙΑ -

    vs

    ΛΕΙΨΙΑ -

  • ΤΕΛΙΚΟ

    ΛΕΙΨΙΑ 2

    vs

    ΧΕΡΤΑ ΒΕΡΟΛΙΝΟΥ 2

ΔΕΙΤΕ ΤΑ LIVE
Μα γιατί σουτάρεις χρυσέ μου;

Μα γιατί σουτάρεις χρυσέ μου;

Μα γιατί σουτάρεις χρυσέ μου;

O Κώστας Αναστασάτος φιλοσοφεί πια στον Παράδεισο και ο Βασίλης Σκουντής ανασκαλεύει τις αναμνήσεις του από έναν διανοούμενο του μπάσκετ...

Εάν ο Ορέστης Αγγελίδης, ο Αρης Ραφτόπουλος και ο Κώστας Πολίτης (με τη σειρά που έφυγαν ο ένας μετά τον άλλον) έψαχναν τέταρτο για πρέφα στην παρτίδα που έχουν στήσει τον τελευταίο καιρό στο καφενείο του Παραδείσου, τον βρήκαν από χθες το βράδυ...

Θα συμπληρώσει το καρέ ο Κώστας Αναστασάτος που θα φροντίσει κιόλας να βάλει από την πρώτη στιγμή μια φιλοσοφική διάσταση στο παιχνίδι, όπως το έκανε σε όλη την καριέρα του.

Για τον Αναστασάτο το φιλοσοφείν υπήρξε μια στάση ζωής, την οποία τήρησε και δεν εγκατέλειψε σε όλο τον βίο του και -όπως είχε πει και ο Περικλής στον Επιτάφιο τον οποίο εκφώνησε στον Κεραμεικό- φιλοσοφούσε άνευ μαλακίας...

Δεν είμαι σίγουρος, αλλά θαρρώ πως αυτό το παρατσούκλι του το κόλλησα εγώ και μάλιστα συμισακό με τον Θεόδωρο Ροδόπουλο, ο οποίος φιλοσοφούσε από Θεσσαλονίκη μεριά: οι δρόμοι τους μάλιστα είχαν συναντηθεί τέτοιες μέρες του 1975, όταν ο «Τατάτος» ως πρώτος προπονητής και ο «Τεντ» ως ασίσταντ οδήγησαν την Εθνική παίδων στην κατάκτηση του ασημένιου μεταλλίου στο Ευρωμπάσκετ που φιλοξενήθηκε στο γήπεδο του Σπόρτιγκ.

Είχαν μαζευτεί κιόλας πέρυσι στα Πατήσια και στη συνέχεια πήγαν μαζί για φαγητό τα περισσότερα μέλη εκείνης της ομάδας, που δεν ήταν δα και ευκαταφρόνητοι παίκτες, μάλιστα τρεις από δαύτους μετά από δώδεκα χρόνια έμελλε να ανέβουν στο Εβερεστ με την Εθνική Ανδρών: Παναγιώτης Γιαννάκης, Λιβέρης Ανδρίτσος, Μέμος Ιωάννου, Γιάννης Τσουμής, Δημήτρης Καλπάκης, Βασίλης Αγραφιώτης, Κώστας Μαγκουνής, Κώστας Μπατής, Κώστας Κακογεωργίου, Στέλιος Πλωμαρίδης, Παναγιώτης Αλεξανδρής, Κώστας Χρυσικάκης.

Στις 22 Ιουλίου του 1975, στον ημιτελικό εκείνης της διοργάνωσης, η ελληνική ομάδα είχε νικήσει τη Γιουγκοσλαβία του Ατσο Πέτροβιτς και του Πέταρ Βίλφαν με 77-67 , ενώ σαράντα οκτώ ώρες αργότερα στον τελικό ηττήθηκε στο τσακ από τη Σοβιετική Ένωση του θηριώδους Αλεκσάνταρ Μπελοστένι με 64-61.

Ο Αναστασάτος ανέτρεχε πάντοτε με μεγάλη νοσταλγία σε εκείνη την επιτυχία που σημάδεψε τις ζωές όλων τους. Έτυχε μάλιστα να βρίσκεται δίπλα του ο Ροδόπουλος με αποτέλεσμα να επιβεβαιώνεται η παροιμία που λέει «κύλησε ο τέντζερης και βρήκε το καπάκι»!

Με τόση φιλοσοφία που έπεφτε στις συζητήσεις τους, θα τους άκουγε ο Σωκράτης και θα άλλαζε επάγγελμα!

Πλάκα κάνω, αλλά και ο Αναστασάτος αρεσκόταν να αστειεύεται και μάλιστα με εκείνο το δικό του ύφος, με το εξόχως δηκτικό χιούμορ του και με τις θανατηφόρες ατάκες του...

Κουβάλαγε μια ωραία τρέλα: κλασσική κεφαλλονίτικη τρέλα καθότι καταγόταν από εκεί, όπως μαρτυρά και το επώνυμο του, αλλά ήταν γέννημα θρέμμα της Καλλιθέας και υπήρξε ο άνθρωπος ο οποίος ως παίκτης παράλληλα με τις σπουδές του στην Ανωτάτη Εμπορική Σχολή οδήγησε τον Εσπερο στη Β’ Εθνική και ως προπονητής, το 1972, ευτύχησε να τον βγάλει για πρώτη φορά στην Α’ Εθνική.

Δυο χρόνια αργότερα επανέφερε τον Πανιώνιο στα σαλόνια του ελληνικού μπάσκετ και ήδη είχε καταφέρει να μπει σφήνα στα μεγάλα ονόματα της εποχής και να βλέπει την καριέρα του να εξελίσσεται.

Τον Σεπτέμβριο του 1975 μετά την επιτυχία της Εθνικής Παίδων ο Αναστασάτος ανέλαβε την Εθνική Ανδρών την οποία κοούτσαρε στη Βαλκανιάδα του Βουκουρεστίου, με παίκτες τον Κοκολάκη, τον Γιαννουζάκο, τον Κορωναίο, τον Γιατζόγου, τον Παπαγεωργίου, τον Φωσσέ, τον Πετρόπουλο, τον Σταμέλο, τον Ανανιάδη, τον Δαρίβα, τον Παπαντωνίου και τον Παπαργυρίου.

Η επόμενη πρόκληση που έμελλε να αποβεί και θριαμβευτική του κτύπησε την πόρτα το καλοκαίρι του 1976 όταν διαδέχθηκε τον Νίκο Μήλα στην τεχνική ηγεσία του Παναθηναϊκού, τον οποίο οδήγησε στην κατάκτηση του τίτλου (21 νίκες και μία ήττα) με παίκτες τον Απόστολο Κόντο, τον Κορωναίο, τον Κοκολάκη, τον Κέφαλο, τον Ιωάννου, τον Παπαντωνίου, τον Παπάζογλου, τον Χαικάλη, τον Μπατή, τον Σταύρο Κόντο, τον Κακογεωργίου, τον Καμπουράκη και τον Πετρακάκη.

«Ηταν πολύ ψαγμένος και έδινε μεγάλη σημασία στην τακτική, σε μια εποχή που οι περισσότεροι παίζαμε με το ένστικτο και με το ταλέντο. Ηξερε πολύ μπάσκετ και είχε την ικανότητα να μας το μεταδίδει» θυμάται από εκείνη την εποχή και τη συμβίωση τους στον Παναθηναϊκό, ο Ανδρέας Παπαντωνίου.

Παρεμπιπτόντως ο Αναστασάτος επέστρεψε στον Παναθηναϊκό το 1993 ως προπονητής της ομάδας γυναικών, ενώ στη μακρά καριέρα του κάθισε επίσης στον πάγκο του Εσπέρου (τρεις φορές), του Πανιωνίου (δύο), του Ολυμπιακού, της ΑΕΚ (στο γαϊτανάκι με τον Μιχάλη Αναστασιάδη και με τον Γιώργο Αμερικάνο την ίδια σεζόν, 1986-87) του Σπόρτιγκ , του Πανελληνίου, του Ιωνικού Νικαίας, του Μίλωνα, του Πειραϊκού, του Ζωγράφου και της Φιλοθέης.

Συν τοις άλλοις ο γεννημένος στις 16 Σεπτεμβρίου του 1937 διετέλεσε πρόεδρος του Συνδέσμου Ελλήνων Προπονητών Καλαθοσφαίρισης (1984-86), ενώ έδινε πάντοτε το καλό παράδειγμα σε όλα τα σεμινάρια εντός κι εκτός Ελλάδος.

Ήταν τόσο επιμελής που σημείωνε τα πάντα, κρατούσε αρχείο με τις παραδόσεις και δεν άφηνε σε χλωρό κλαδί τους συναδέλφους του που δίδασκαν από της έδρας! Θυμάμαι μάλιστα ότι σε ένα σεμινάριο έκανε μια παρατήρηση με την οποία έστειλε αδιάβαστο τον Βαλέριο Μπιανκίνι, ο οποίος εκείνη την εποχή θεωρούνταν αυθεντία και ήταν περιζήτητος στα σεμινάρια.

Του ΄φυγε ο τάκος του Ιταλού προπονητή, που αποκαλούνταν «Αγιατολλάχ» και «Ευαγγελιστής» και στο τέλος τον κάλεσε να συζητήσουν το θέμα κατ’ ιδίαν!

Μεταξύ φιλοσόφων, ειλικρίνεια!

Τον Ελληνα διανοούμενο του μπάσκετ τον γνώρισα στις αρχές της δεκαετίας του ’80, όντας μειράκιον της δημοσιογραφίας και ομολογώ πως με γοήτευσε από την πρώτη στιγμή όχι μόνο για τις γνώσεις και τον τρόπο με τον οποίο προσέγγιζε τα μπασκετικά πράγματα, αλλά κυρίως για την πνευματικότητα, το φιλοσοφικό φιλτράρισμα, τις ρηξικέλευθες για την εποχή αντιλήψεις του και τις κουβέντες του που ήταν μια στο καρφί και μια στο πέταλο.

Έχοντας πια μπει για τα καλά στο δημοσιογραφικό μαγγανοπήγαδο μιλούσα κάθε μέρα μαζί του, είτε στο τηλέφωνο (καλώντας τον στο γραφείο του στο πολυκατάστημα «Μινιόν», στις οικονομικές υπηρεσίες του οποίου εργαζόταν), είτε στη γειτονιά μου την εποχή που καθόταν στον πάγκο του Ιωνικού Νικαίας και μάλιστα τότε εκτυλίχθηκε μια σκηνή που δεν θα την ξεχάσω ποτέ...

Πριν από αυτή τη σκηνή, βεβαίως, οφείλω να υπενθυμίσω ότι ο Αναστασάτος ήταν προπονητής των Νικαιωτών στο αλήστου μνήμης γουέστερν της 24ης Ιανουαρίου του 1981 στον «Πλάτωνα» (Ιωνικός- Αρης 113-114), όπου ο Νίκος Γκάλης έβαλε 62 πόντους και ο Παναγιώτης Γιαννάκης σταμάτησε στους 73!

Μάλιστα σε εκείνο το θρίλερ δέχθηκε μια τεχνική ποινή, πάνω στα νεύρα του, που πάντως ήταν συνηθισμένα όταν απευθυνόταν προς τους διαιτητές, θεωρώντας ότι αδικούσαν συστηματικά τις «μικρές» ομάδες.

Μια φορά μάλιστα με ρώτησε «εσύ δηλαδή δεν το κατάλαβες ότι ήταν... πουλημένοι;»

Ήταν τότε που οι εξέδρες του «Πλάτωνα» και η ευρύτερη περιοχή της Κοκκινιάς δονούνταν από την ιαχή «ΕΟΚ πουλημένη, η Νίκαια δεν πεθαίνει»!

Ήταν επίσης τότε που ένα απόγευμα κι ενώ βρισκόμουν στο γήπεδο για να κάνω ρεπορτάζ ο Αναστασάτος με ανάγκασε να προβώ σε αντιποίηση αρχής...

Αρχές της εβδομάδας πριν από έναν αγώνα με τον Παναθηναϊκό μπήκα στον «Πλάτωνα» ως δημοσιογράφος και βγήκα ως παίκτης και μάλιστα όχι ο πρώτος τυχών, αλλά ως ο Τάκης Κορωναίος!

Ο Αναστασάτος ήταν ίσως ο πρώτος προπονητής που συμπεριέλαβε στην καθημερινή ρουτίνα τα λεγόμενα scrimmage games και πάντως έδινε πολύ μεγάλη σημασία στο scouting και μάλιστα ad hoc κάθε φορά. Τι σημαίνει αυτό; Ανάλωνε ένα σημαντικό μέρος της προπόνησης στην προετοιμασία της ομάδας του για να αντιμετωπίσει τον συγκεκριμένο διοργανώνοντας εικονικά ματς μεταξύ δυο πεντάδων.

Σε μια τέτοια κέντα έπεσα εκείνο το βράδυ, διότι με είδε μπροστά του και επειδή έλειπε ένας παίκτης μου ζήτησε να ξεντυθώ και να βάλω σορτσάκι, φανέλα και παπούτσια. Δεν τόλμησα να αρνηθώ και μόλις ετοιμάστηκα με έβαλε στο διπλό και μου έδωσε την εντολή να παραστήσω τον... Κορωναίο.

Με το που ήρθε η μπάλα στα χέρια μου, την μπουμπούνισα αμέσως. Διέκοψε τότε την προπόνηση και ήρθε καταπάνω μου. «Μα τι κάνεις χρυσέ μου; Γιατί σουτάρεις;» με ρώτησε ακροβατώντας ανάμεσα στην ευγένεια που τον διέκρινε και την οργή. «Κόουτς εσείς δεν μου ζητήσατε παριστάνω τον Κορωναίο;» αποκρίθηκα.» Ε αυτό ακριβώς έκανα κι εγώ. Πήρα την μπάλα και σούταρα»!

Έβαλε τα γέλια, στο μεταξύ ήρθε ένας κανονικός παίκτης και με απέσυρε μετά πολλών επαίνων!

Ακόμη και τώρα που έχουν περάσει 37 χρόνια από τότε κάθε φορά που αναστορούμαι εκείνο το περιστατικό βάζω τα γέλια, απλώς δεν θυμάμαι εάν μου έκανε κιόλας παρατήρηση επειδή δεν έβαζα καλά τον αντίχειρα μου, μια λεπτομέρεια της μηχανικής του σουτ στην οποία έδινε τεράστια σημασία...

Για τη σημασία που έδινε στην τακτική και στα συστήματα δεν το συζητώ: όπως μου είπε πριν από λίγη ώρα ο Νίκος Λινάρδος, «ανέλαβε τον Πανιώνιο, στη θέση του Φαίδωνα Ματθαίου μετά από μια ήττα από τον Ολυμπιακό και στην πρώτη προπόνηση που μας έκανε, ενόψει του αγώνα με τον Άρη, έβαλε δέκα καινούργια επιθετικά plays»!

Τόσο τελειομανής και λεπτολόγος ήταν ο «Λουί», όπως τον φώναζαν συνωμοτικά εκείνη την εποχή στη Νέα Σμύρνη. Πόθεν προέκυψε αυτό το παρατσούκλι; Από τον Γάλλο ηθοποιό Λουί ντε Φινές, προς τον οποίο έφερνε λίγο, κυρίως λόγω της καράφλας!

Ένας σπουδαίος προπονητής, ένας επιτυχημένος επαγγελματίας (στους τομείς των οικονομικών, των λογιστικών και των ασφαλειών), ένας υπέροχος και ευαίσθητος άνθρωπος που δεν θα ξεχάσω ποτέ τι είχε πει την παραμονή του τελικού του Κυπέλλου Ελλάδος του 1986, ανάμεσα στον Παναθηναϊκό και στον Ολυμπιακό.

Όντας τότε προπονητής του Ολυμπιακού (στον αγώνα που σημαδεύθηκε από τον σοβαρό τραυματισμό του Κύπριου σέντερ Ανδρέα Κοζάκη) άφησε κατά μέρος τα αγωνιστικά ζητήματα και προέβη σε μια ικεσία προς τον κόσμο, λέγοντας επτά λέξεις όλες κι όλες...

«Σας παρακαλώ πολύ, σεβαστείτε τις μανάδες μας»!