ΔΕΙΤΕ ΤΑ LIVE
Manager, coach, γητευτής προσωπικοτήτων ή όλα μαζί;

Manager, coach, γητευτής προσωπικοτήτων ή όλα μαζί;

Manager, coach, γητευτής προσωπικοτήτων ή όλα μαζί;

Ο Αντώνης Καλκαβούρας «ρουφάει» από το πρώτο δίωρο κυκλοφορίας τους τα επεισόδια του “Last Dance” και περιμένοντας τα δύο επόμενα, γράφει  για το πρωτοφανές «μίσος» ανάμεσα σε Μπουλς και Πίστονς, υποκλίνεται στον Φιλ Τζάκσον και ανυπομονεί για την «αναγνώριση» του Τόνι Κούκοτς.

Δεν ξέρω πως τα είδατε εσείς και τι εντυπώσεις αποκομίσατε, αλλά εγώ απόλαυσα στο έπακρο το 3ο και το 4ο επεισόδιο του εκπληκτικού ντοκιμαντέρ για τον «τελευταίο χορό» του Μάϊκλ Τζόρνταν και των Σικάγο Μπουλς στην δεκαετία του ’90!

Πέραν του ότι το ένα ήταν πιο απολαυστικό και χορταστικό από το άλλο, τα βρήκα πολύ καλύτερα από τα δύο πρώτα και δεν ήθελα με τίποτε να τελειώσουν! Επειδή, όμως, την έπαθα και πάλι όπως και την προηγούμενη εβδομάδα, επέλεξα να περάσουν δύο-τρεις ημέρες πριν βάλω τις σκέψεις μου στο χαρτί…

Γιατί πώς να το κάνουμε; Άλλο να γράφεις και να έχεις μπροστά σου επτά μέρες αναμονής μέχρι το νο5 και το νο6 κι άλλο να απομένουν σχεδόν τρεις ημέρες, μέχρι να ξαναστηθείς στον υπολογιστή ή στην τηλεόραση για να απολαύσεις και πάλι την αγαπημένη σου σειρά…

Η καταπληκτική δουλειά που οι απανταχού μπασκετόφιλοι έχουμε την τύχη να παρακολουθούμε και η οποία έφτασε στην Ευρώπη, πολύ νωρίτερα του αναμενόμενου λόγω κορονοϊού, αποτελεί ένα πρώτης τάξεως «μεταπτυχιακό» για όλα τα παιδιά της σημερινής εποχής, που δεν έζησαν στην εποχή του Μπουλς, δεν μεγάλωσαν με το «be like Mike» και θέλουν να παίξουν μπάσκετ ή να ασχοληθούν με τον αθλητισμό.

Πέρα από την εκπαιδευτική του χρησιμότητα, όμως και την αποθέωση του GOAT, μέσα από το “The last dance” αποτυπώνεται πλήρως η καταλυτική επίδραση του Φιλ Τζάκσον στην μεγαλύτερη δυναστεία στη σύγχρονη ιστορία του ΝΒΑ! Άλλωστε, το ότι ο 74χρονος Αμερικανός προπονητής και παλαίμαχος παίκτης, θεωρείται ο κορυφαίος τεχνικός που κάθισε ποτέ στους πάγκους του «άλλου πλανήτη», αποδεικνύεται και από τα 11 δαχτυλίδια πρωταθλητή που έχει κατακτήσει (6 με τους Μπουλς και 5 με τους Λέϊκερς) και που τον φέρνουν στην κορυφή της σχετικής λίστας.

Το νούμερο είναι πραγματικά εντυπωσιακό, άλλα όσοι θυμούνται τις δυσκολίες μέσα από τις οποίες ήρθαν αυτές οι επιτυχίες και φρεσκάρισαν τη μνήμη τους, παρακολουθώντας το αριστούργημα που διήυθυνε ο σκηνοθέτης, Τζέϊσον Χέϊχιρ, πιστεύω ότι θα εκτίμησαν ακόμη περισσότερο το μέγεθος της προσωπικότητας του «Ζεν Μάστερ».

Μιλάμε για έναν assistant-coach που αξιοποίησε με τον καλύτερο τρόπο την διετή θητεία του (1987-1989) σαν βοηθός του αγαπημένου προπονητή του, “Air Michael”, Νταγκ Κόλινς, μελετώντας τον χαρακτήρα και τις συνήθειες του Τζόρνταν και αντιλήφθηκε την ανάγκη πλαισίωσής του με παίκτες-κλειδιά, που μπορούσαν να πάρουν επιθέσεις, όταν οι αντίπαλοι έστελναν δύο ή και τρεις παίκτες πάνω στην «αυτού μεγαλειότητα»…

Αντιλήφθηκε νωρίς την έντονη επιθυμία του Τζέρι Κράουζ να προωθήσει την «τριγωνική επίθεση» στην επιθετική λειτουργία της ομάδας και αφοσιώθηκε στην πλήρη αφομοίωση των πλεονεκτημάτων που θα έδινε η εφαρμογή της, δημιουργώντας μία στενή σχέση με τον εμπνευστή της “triangle offense”, μακαρίτη Τεξ Ουίντερ, ο οποίος αργότερα τον πλαισίωσε και στους Λέϊκερς.

Κάπως έτσι, έπεισε για την ετοιμότητά του τον general manager των Μπουλς και ουσιαστικά τον «βοήθησε» να απολύσει τον προκάτοχό του και να του δώσει το χρίσμα για την θέση του head-coach. Μαζί του οι «ταύροι» έφτασαν για πρώτη φορά στην ιστορία τους σε τελικούς της Ανατολικής περιφέρειας και οι δύο αποτυχίες τους (το 1988 και το 1989) κόντρα στους Ντιτρόϊτ Πίστονς, που «σάπισαν» στο ξύλο τον Τζόρνταν (κατά κύριο λόγο), τους έκαναν πιο ομάδα και τους ώθησαν να βελτιώσουν τις αδυναμίες τους και να τελειοποιήσουν τα δυνατά τους σημεία.

Βαθμιαία, με τον χαρακτήρα του και την ικανότητά του να μπαίνει στο μυαλό του εκάστοτε παίκτη, ο Φιλ Τζάκσον «κέρδισε» πλήρως τον κορυφαίο μπασκετμπολίστα όλων των εποχών, που αρχικά δεν ήταν χαρούμενος με την απόλυση του προπονητή, που του έδινε το 80%-90% των επιθέσεων. Η αγάπη του για τα βιβλία και η προτροπή του προς όλους τους παίκτες να διαβάζουν για να ανοίξουν περισσότερο οι ορίζοντές τους, σε συνδυασμό με την πνευματική αποθεραπεία στην οποία τους υπέβαλε συχνά-πυκνά, εξασφάλιζε τον μέγιστο βαθμό συγκέντρωσης.

Μνημειώδης, όμως, υπήρξε και η επιτυχία του στην διαχείριση των πολυάριθμων κρίσεων που προέκυψαν στα εννέα χρόνια του στο Σικάγο (και μετέπειτα στο Λος Άντζελες, με φόντο την ολομέτωπη κόντρα του αείμνηστου Κόμπι Μπράϊαντ με τον Σακίλ Ο’Νιλ), οι οποίες είχαν να κάνουν κυρίως με την αλληλεπίδραση και τον συγχρωτισμό τεράστιων προσωπικοτήτων και μεγάλων «εγώ».

Ο ίδιος, είχε περάσει έντονα νεανικά χρόνια, είχε κάνει την δική του επανάσταση και  σαν παίκτης (με όποια «αλητεία» μπορείτε να φανταστείτε), αλλά ταυτόχρονα είχε στεφθεί δύο φορές πρωταθλητής με τους Νικς και είχε την συγκρότηση και την ωριμότητα να κρατήσει τα θετικά από την λειτουργία και το τεχνικό management μίας ομάδας και να τα εξελίξει, προσθέτοντας τα δικά του χαρακτηριστικά.

Γι’ αυτό, ίσως ήξερε πως πρέπει να μιλήσει στον Τζόρνταν, πώς να χειριστεί τον Πίπεν και να πάρει αποστάσεις από τον Κράουζ, ενώ είχε τα κότσια και τη συναισθηματική αντίληψη για να αντιμετωπίσει με τον πλέον αποτελεσματικό τρόπο την ωρολογιακή βόμβα και συνάμα κορυφαίο αμυντικό και ριμπάουντερ, που άκουγε στο όνομα Ντένις Ρόντμαν

Αλήθεια, ποιος προπονητής θα έδινε άδεια σε κομβικό παίκτη της ομάδας του, για να πάει στο Λας Βέγκας και να κάνει non-stop party για 48 ώρες; Κι όλα αυτά στην διάρκεια της κανονικής περιόδου και έχοντας πείσει τον Τζόρνταν και τους υπόλοιπους παίκτες, ότι η συγκεκριμένη κίνηση στο τέλος θα αποβεί προς όφελος των Μπουλς;

Ποιος προπονητής θα είχε το ειδικό βάρος να πείσει τον ηγέτη του να μοιράσει την μπάλα στον 5ο και καθοριστικό τελικό του πρώτου πρωταθλήματος (1991) και να ψάξει τους υπόλοιπους guards της ομάδας, γιατί πίστευε ότι αυτό το πλάνο θα έφερνε την ομάδα πιο κοντά στον στόχο του πρωταθλήματος. Ποιος θα είχε τα «αβγά» να βγάλει τον Κούκοτς, ορισμένες φορές ακόμη πιο μπροστά και από τον Πίπεν (όταν ο Τζόρνταν είχε αποσυρθεί για να παίξει baseball) και εν συνεχεία να τον καθιερώσει ως τον έκτο παίκτη της ομάδας που πέτυχε το δεύτερο συνεχόμενο “three-peat” (1996-98);

Ποιος άλλος θα είχε το σθένος, την δύναμη και την διπλωματία, να επιστρέψει – το καλοκαίρι του 1997 – για έναν «τελευταίο χορό», όπως ο ίδιος πολύ εύστοχα «ονόμασε» την τελευταία χρονιά συνεργασίας του με εκείνη τη φουρνιά των παικτών, όταν ο general manager των Μπουλς, είχε ήδη επιλέξει τον αντικαταστάτη του (τον τότε προπονητή του Αϊόβα Στέϊτ, Τιμ Φλόϊντ) και του είχε πει στα μούτρα ότι «δεν ξαναγυρίζεις ακόμη και αν τελειώσεις την κανονική περίοδο με ρεκόρ 82-0!»;

Οποιοσδήποτε άλλος στην θέση του, με ήδη 5 πρωταθλήματα στο ενεργητικό του και με τα γαλόνια του προπονητή-διαχειριστή της πιο επιτυχημένης ομάδας στην ιστορία του ΝΒΑ, θα του έριχνε τα απαραίτητα μπινελίκια, θα τον ξεφτίλιζε στα media και στη συνέχεια θα έπαιρνε το καπελάκι του και θα έφευγε…

Ο οποιοσδήποτε άλλος, ναι… Όχι όμως ο Φιλ Τζάκσον, ο οποίος προτίμησε να διαμορφώσει αυτός το τέλος του στο Σικάγο και να κάνει την «έξοδό» του, his way! Kαι γι’ αυτό θα παραμείνει για πάντα ξεχωριστός (όπως φάνηκε και στην επόμενη δεκαετία με τους Λέϊκερς) και σίγουρα ο κορυφαίος manager που πέρασε ποτέ από την βιομηχανία των σπορ…

Yγ.1: Στο επεισόδιο νο3, οι λιγότερο μυημένοι συνειδητοποιούν ότι ο Ρόντμαν ήταν άστεγος από τα 18 έως και τα 20, πήγε κολέγιο στα 22 του και όταν επελέγη στο draft, ήταν λίγο πριν κλείσει τα 26 του χρόνια.

Υγ.2: Όλα τα λεφτά είναι το απόσπασμα που τον δείχνει να μελετάει (ενώ ταυτόχρονα ο ίδιος διηγείται) τα σουτ των αντιπάλων και τις κινήσεις της μπάλας μετά την αναπήδηση στη στεφάνη, για να μάθει πώς να προσαρμόζει το σώμα του για την συλλογή του ριμπάουντ.

Υγ.3: Καθώς επίσης και η αφήγηση του Τζόρνταν για τον μοναδικό τρόπο που είχε να αντιλαμβάνεται και να παραδέχεται τα λάθη του, χωρίς ποτέ να ζητάει συγνώμη…

Υγ.4: Ανυπομονώ όσο δεν περιγράφεται, για το νο5 και το νο6, με την ελπίδα ότι θα δούμε επιτέλους ένα επεισόδιο αφιερωμένο στον μεγάλο Τόνι Κούκοτς, ο οποίος – όπως δήλωσε ο Στιβ Κέρ – ήταν ο παίκτης που υπέφερε περισσότερο απ’ όλους τους Μπουλς, μέχρι να κερδίσει την αναγνώριση του Τζόρνταν (κυρίως) και λιγότερο του Πίπεν.

Υγ.5: Όσον αφορά το απίστευτο μίσος που χαρακτήριζε την σχέση ανάμεσα στους Μπουλς και τους Πίστονς για τέσσερα σερί καλοκαίρια και χειμώνες (1987-1991), η ιστορία και εν προκειμένω το ντοκιμαντέρ «εκθέτει» τους “Bad Boys”, που δεν έμαθαν ποτέ να χάνουν. Και γι’ αυτό και όταν έχασαν για πρώτη φορά, δεν μπόρεσαν να το διαχειριστούν και να ξανανέβουν στην κορυφή. Σε αντίθεση με τους Μπουλς, που είδαν τρία συνεχόμενα καλοκαίρια (1988-1990) την πλάτη τους, έμαθαν από την αποτυχία τους και εν συνεχεία διατηρήθηκαν για πολλά χρόνια στον θρόνο του πρωταθλητή. Καλή η κυριαρχία, αλλά στον αθλητισμό χρειάζεται class κι ευγενική άμιλλα και οι «ταύροι» είχαν απ’ όλα…