TOP ΑΓΩΝΕΣ
  • TOP ΑΓΩΝΕΣ
  • ΝΤΟΡΤΜΟΥΝΤ -

    vs

    ΜΠAΓΕΡΝ -

  • ΛΕΒΕΡΚΟΥΖΕΝ -

    vs

    ΒΟΛΦΣΜΠΟΥΡΓΚ -

  • ΑΙΝΤΡΑΧΤ ΦΡΑΝΚΦΟΥΡΤΗΣ -

    vs

    ΦΡAΙΜΠΟΥΡΓΚ -

  • ΒΕΡΝΤΕΡ ΒΡΕΜΗΣ -

    vs

    ΓΚΛAΝΤΜΠΑΧ -

  • ΛΕΙΨΙΑ -

    vs

    ΧΕΡΤΑ ΒΕΡΟΛΙΝΟΥ -

  • ΧΟΦΕΝΧΑΙΜ -

    vs

    ΚΟΛΩΝΙΑ -

  • ΦΟΡΤΟΥΝΑ ΝΤΙΣΕΛΝΤΟΡΦ -

    vs

    ΣAΛΚΕ -

  • ΑΟΥΓΚΣΜΠΟΥΡΓΚ -

    vs

    ΠAΝΤΕΡΜΠΟΡΝ 07 -

  • ΟΥΝΙΟΝ ΒΕΡΟΛΙΝΟΥ -

    vs

    ΜAΙΝΤΖ -

  • ΤΕΛΙΚΟ

    ΣAΛΚΕ 0

    vs

    ΑΟΥΓΚΣΜΠΟΥΡΓΚ 3

ΔΕΙΤΕ ΤΑ LIVE
Το βασίλειό μου για ένα ξυραφάκι

Μουσάτοι, αξύριστοι και αμούστακοι ερίζουν για μία θέση στο σήμερα και στο αύριο της Ιστορίας

Το βασίλειό μου για ένα ξυραφάκι

Το βασίλειό μου για ένα ξυραφάκι

Ο Νίκος Παπαδογιάννης απολαμβάνει τους -ιτς και τους -ης του ΝΒΑ και δεν αντέχει άλλο Χάρντεν. 

Tην άνοιξη του 2017 έδωσα στον εαυτό μου μία υπόσχεση και, αν δεν με προδίδει η μνήμη, την κατέγραψα κιόλας, εδώ. «Εάν ο Ντ’Αντόνι κερδίσει τον τίτλο του Προπονητή της Χρονιάς και ο Χάρντεν αναδειχθεί MVP, θα πάψω να παρακολουθώ ΝΒΑ».

Πριν στεγνώσει το μελάνι στον υπολογιστή, ο παλαιός μαέστρος της Τρέισερ ψηφίστηκε Coach Of The Year, αλλά τουλάχιστον ο μουσάτος έχασε (με μικρή διαφορά) από τον Ράσελ Ουέστμπρουκ. Δώδεκα μήνες αργότερα, βρήκε και αυτός τη θέση του στη χρυσή βίβλο.

Και η τηλεόρασή μου έπεσε σε νυχτερινό λήθαργο. Όλο τον χειμώνα, σβήνει αυτόματα στις 2 π.μ.

Την κράτησα την υπόσχεσή μου και δεν έχω παρακολουθήσει ούτε ένα παιχνίδι κανονικής περιόδου έκτοτε, με προφανή εξαίρεση (σχεδόν όλους) τους αγώνες των Μιλγουόκι Μπακς, καθώς και 1-2 ματσάκια που με έκαιγαν για λόγους fantasy.

Μπορεί το ΝΒΑ να είναι διασκέδαση, αλλά εγώ δεν διασκεδάζω όταν τα νεύρα μου τεντώνονται έως το σημείο βρασμού. Δεν αντέχω, πώς το λένε; Ακόμα και όταν θέλω, δεν μπορώ.

«Seven seconds or less»; Προσθέστε μερικά δευτερόλεπτα στο ρολόι, μπας και προφτάσουμε να συνεννοηθούμε. Περισσότερα τρίποντα παρά δίποντα; Ευχαριστώ, δεν είμαι φίλος. Πρώτα σουτάρουμε και μετά σκεπτόμαστε; Όχι στη δική μου βάρδια. 

«Απολαύστε καθημερινά το υπερθέαμα από τον μαγικό κόσμο του ΝΒΑ»; Και ποιος θα πληρώσει τόσο κολλύριο, για τον χρόνιο πονόματο;

Σύμφωνοι, υπερβάλλω βάναυσα. Και συνομολογώ, ότι δεν υπάρχει τίποτε θεαματικότερο όσο το σύγχρονο ΝΒΑ στα παγκόσμια χρονικά του αθλητισμού.

Δεν πρόκειται δα να ασπαστώ το φληνάφημα του Σβέτισλαβ Πέσιτς, ότι «το ΝΒΑ δεν είναι μπάσκετ», ούτε όμως μπορώ να πείσω τον εαυτό μου να ευχαριστηθεί αυτό που (δεν) βλέπει.

Κάθε φορά που ο Χάρντεν εκτελεί επιθέσεις 20 δευτερολέπτων χωρίς να αλλάξει μισή πάσα, ένα μπασκετικό κύτταρο μέσα μου νεκρώνεται. Όταν το βάζει κι από πάνω, το συνηθισμένο unassisted τρίποντο, καθυβρίζω χυδαία την οθόνη και τους ψύλλους που ζουν μέσα στα γένια του.

Ο άνθρωπος είναι απίστευτος παιχταράς και κατά πάσα πιθανότητα θα αναδειχθεί ξανά MVP με τη φόρα που πήρε, αλλά αυτό το πράγμα που παίζουν οι Ρόκετς δεν είναι μπάσκετ.

Δείτε, παρασύρθηκα τελικά από τα νεύρα μου και έγινα Πέσιτς. Ίσως απλά να γέρασα.

Γελάω σαρδόνια, που βλέπω τα Αμερικανάκια να ανακαλύπτουν εκ νέου αυτό που στην Ευρώπη μάθαμε να αποκαλούμε «κανονικό μπάσκετ», στο πρόσωπο του 19χρονου Λούκα Ντόντσιτς.

Δεκαεννιά χρονών και να μην έχει το ένας-εναντίον-ενός κορώνα στο ξανθό κεφάλι του; Δεκαεννιά, και να ποτίζει τη μπάλα με φαιά ουσία; Με μέντορα έναν Ισπανό ταβερνιάρη; Να ήταν τουλάχιστον μαθητής του Σιζέφσκι, να πεις ότι πάει κι έρχεται. Του Πιτίνο, έστω.

Αλλά ετούτος ο αμούστακος με τη φλώρικη φατσούλα από πού ξεφύτρωσε και με τι θράσος φέρνει το μπάσκετ του 20ού αιώνα στον 21ο,, χωρίς γαλόνια από κάποιο γκέτο; Και χωρίς μούσι;

Αμ, εκείνος ο Γιόκιτς, τι πράγμα είναι; Ολόκληρος μαντράχαλος δυο δεκαπέντε, και να μη μπορεί να καρφώσει; Μωρέ, Χάρντεν και πάλι Χάρντεν. Να σουτάρει 17 τρίποντα, να χάσει τα 16, να του κόψουμε τη γενειάδα και να τα βάλουμε στο μουσείο για να την προσκυνάμε, δίπλα στις παντόφλες του γέροντα Παΐσιου.

Δεν θα πρέπει να θεωρηθεί τυχαίο, ότι τα έπαθλα του Ντ’Αντόνι και του Χάρντεν είναι βαμμένα στα χρώματα των Χιούστον Ρόκετς.

Eκεί είναι που γεννήθηκε και πέρασε σε πρώτο πλάνο το Moneyball, ή Moreyball, με την απόλυτη προτεραιότητα στη στατιστική ανάλυση του παιχνιδιού.

Ο Ντάριλ Μόρεϊ πήρε με τη σειρά του βραβείο το 2018, αλλά το δίκαιο θα είναι να το κερδίζει κάθε χρόνο, ώσπου να σβήσει ο ήλιος στη δύση (του ΝΒΑ) και να μακρύνουν τα γένια του Ντόντσιτς.

Ουδεμία παρέμβαση υπήρξε τόσο ρηξικέλευθη και καταλυτική στο παιχνίδι, όσο η έμφαση στα (ελληνοαγγλιστί) analytics. Ομάδες στελεχώθηκαν ή αποδομήθηκαν με πρωταρχικό κριτήριο την επιστημονική ανάλυση των ψυχρών δεδομένων, την ίδια στιγμή που οι «παραδοσιακοί» εγκέφαλοι πέρασαν σε δεύτερο πλάνο.

Αυτοί που δεν κατόρθωσαν να προσαρμοστούν, τουλάχιστον. Η γενιά των 60άρηδων και των Πέσιτς.

Τα analytics απέδειξαν με νούμερα και γραφήματα αυτό που ο κοινός νους και το γυμνό μάτι καταλάβαιναν από χρόνια, αλλά δίσταζαν να παραδεχθούν: 3>2. To σουτ (ή μάλλον το καλάθι) τριών πόντων είναι προτιμότερο από το δίποντο, εκτός αν το δίποντο είναι λέι-απ από απόσταση επαφής.

Το mid range παιχνίδι πέθανε έναν άκλαυτο θάνατο και οι σπεσιαλίστες των 7μ25 επέστρεψαν από το κρύο, καβάλα σε άσπρο άλογο και με δύο μπάλες σε κάθε χέρι. Παίκτης που τολμάει να εκτελέσει από τα 5-6 μέτρα αποσύρεται κατ’ ευθείαν στον πάγκο και το όνομά του γράφεται τα μαύρα κατάστιχα των brainiacs με τα τάμπλετ.

«Το τρίποντο μετέτρεψε το ΝΒΑ σε τσίρκο», φωνάζει ασθμαίνων από το τρεχαλητό ο Γκρεγκ Πόποβιτς. «Σε λίγο θα καθιερωθεί και τετράποντο από τη σέντρα, για να απογίνει η γελοιότητα». 

Τον Πέσιτς μπορείτε άφοβα να τον θεωρήσετε μεσαιωνιστή ή ξεμωραμένο, αλλά στον Πόποβιτς χτυπάμε όλοι προσοχή. Σταματώ εδώ, γιατί έπιασα το όριο των τριών επαίνων σε -ιτς και φοβάμαι ότι ο υπολογιστής μου θα ανατιναχτεί.

H λεπτομέρεια που λησμονούν να επισημάνουν τα analytics είναι ότι ένα σουτ τριών πόντων είναι κακό σουτ όταν γίνεται με μηδενικές πιθανότητες για επιθετικό ριμπάουντ ή από παίκτη που εκ γενετής εκτελεί με τρεμάμενο χέρι.

Αμελούν, επίσης, να υπενθυμίσουν την υψηλή θερμοκρασία που έχει η μπάλα σε κρίσιμες στιγμές ή την παγίδα στην οποία πέφτει μία ομάδα όταν μπαίνει στο γήπεδο δίχως Σχέδιο Β.

Ποτέ δεν έχω διασκεδάσει τόσο σε γήπεδο μπάσκετ, όσο το βράδυ που οι Ρόκετς σούταραν σερί 0/27 τρίποντα στον περυσινό 7ο τελικό της Δύσης ενάντια στο Γκόλντεν Στέιτ.

Ναι, μηδέν στα εικοσιεφτά, δεν πρόκειται για τυπογραφικό λάθος. Κανονικός οργασμός και συγγνώμη αν σας λέρωσα.

Για να αφήσω τα επιστημονικά και να επιστρέψω στο αρχικό παραλήρημα, αισθάνομαι να τρέχει αίμα από τα μάτια μου όποτε ο Μπρουκ Λόπεζ των 2μ16 τραβάει χειρόφρενο σε αιφνιδιασμό για να σουτάρει από 8 μέτρα. Μετά βίας άντεχα όταν το έκανε ο Παναγιώτης Γιαννάκης.

Οι Μπακς, όμως, είναι μία από τις ελάχιστες περιπτώσεις όπου αξίζει να τοποθετηθεί αστερίσκος.

Η παρουσία του Γιάννη Αντετοκούνμπο στην ομάδα, ενός υπερηχητικού σταρ που τρέφεται με ωμό κρέας στις ρακέτες αλλά δυσκολεύεται να σουτάρει απ’ έξω (αν και έχει καλύτερο ποσοστό στο τρίποντο από το αντίστοιχο του 24χρονου Τζόρνταν), μπορεί να αξιοποιηθεί μόνο με λογική «five out».

Καθώς οι λοιποί Μπακς ακροβολίζονται στην περιφέρεια και απειλούν με φαρμακερά σουτ, ο Γιάννης βρίσκει χώρους για να ξεκινήσει τις πτήσεις του. Το λένε τα αναλύτικς, το λέει η κοινή λογική, το λέει και ο γυμνός οφθαλμός, ότι αυτή η τακτική έπρεπε να υιοθετηθεί από τα χρόνια του Τζέισον Κιντ.

Μόλις καταφτάνει η διπλή και τριπλή και τετραπλή κάλυψη στη ρακέτα, ο Γιάννης μοιράζει ελεύθερα τρίποντα με πάσες ακριβείας, οι οποίες νομίζω ότι είναι το μεγαλύτερο προσόν του. Το παραδέχεται εσχάτως και ο ίδιος.

Και ας μην υπάρχει σκόρερ επιπέδου Χάρντεν στην περίμετρο των Μπακς. Όταν το σουτ εκτελείται δίχως αντίπαλο χέρι στον πέριξ εναέριο χώρο, το 30% γίνεται 40%, ο Στέρλινγκ Μπράουν γίνεται κίλερ και το κοντέρ γράφει 130 πόντους.

Εάν πάλι ο αντίπαλος προπονητής επιχειρήσει να τον συγκρατήσει με απλό μαρκάρισμα (συνήθως με το «πεντάρι» του), ο σώζων εαυτόν σωθήτω και κρύψτε τα γυναικόπαιδα. 

Μόνο με φάουλ γίνεται, τότε, η δουλειά. Στο προχθεσινό ματς με τους Ατλάντα Χοκς, ο Γιάννης σούταρε καμιά 20αριά βολές. Εφ' όσον συμβεί κάτι ανάλογο στο Μουντομπάσκετ, έστω με ποσοστό ευστοχίας 70%, θα σας δω στην απονομή.

Και ας μην έχουμε στην Εθνική Ελλάδας πολλούς σουτέρηδες, σαν τον Μίντλτον, τον Μπρόγκντον και τον Σνελ.