Άλλο Giannis, άλλο ελληνικό μπάσκετ, άλλο ελληνικό πρωτάθλημα μπάσκετ;

Χρήστος Κιούσης Χρήστος Κιούσης
Άλλο Giannis, άλλο ελληνικό μπάσκετ, άλλο ελληνικό πρωτάθλημα μπάσκετ;

bet365

Ο Χρήστος Κιούσης τρίβει τα μάτια του με τα όσα βλέπει από τον Γιάννη στους τελικούς του ΝΒΑ, αλλά αναρωτιέται και το τι γίνεται στην Ελλάδα...

Ζούμε δικαιότατα σαν λάτρεις του μπάσκετ στον αστερισμό του Γιάννη Αντετοκούνμπο ή για να είμαι δικαιότερος, μια που μιλάμε για ομαδικό άθλημα, στον αστερισμό των Μπακς, της πράσινης ομάδας όλων των Ελλήνων. Ή αρκετών Ελλήνων, καταννοείτε ελπίζω την υπερβολή μου. Ο Έλληνας Γιάννης, ο Αντετοκούνμπο της Εθνικής Ελλάδας ρίχνει λίγο αστερόσκονη σε έναν μπασκετικό ελληνικό κόσμο απλά σκονισμένο.

Η εντός χώρας προτεραιότητά μας φοβάμαι, ότι δεν είναι η παραγωγή νέων Γιάννηδων (εξαιρετικά δύσκολο κι απίθανο αυτό έτσι κι αλλιώς) ούτε καν η εκμάθηση των βασικών σε νέα ή μεγαλύτερα παιδιά. Εδώ μας νοιάζει πρώτα και πάνω απ’ όλα η νίκη, ο τίτλος, η επιβίωση, τα ban και η παραμονή στην κατηγορία. Οι 6 + 1 ξένοι, οι αμοιβές από τα τηλεοπτικά και βέβαια το sit com που ονομάζεται Εκλογές Ομοσπονδίας μπάσκετ και η καθυστέρηση στην εκλογή όποιας νέας Διοίκησης με ό,τι συνεπάγεται αυτό σε καθυστερήσεις αποφάσεων και σχεδιασμού για το σύνολο του ελληνικού μπάσκετ.

Η εικόνα του Γιάννη να ίπταται πότε για ένα ιστορικό κόψιμο και πότε για ένα ιστορικό κάρφωμα, μας κρατάει ζεστούς σε ένα μπασκετικό καλοκαίρι, στο οποίο αλλιώς θα βγάζαμε να μετρήσουμε... τα ρόστερ μας για να ανακηρύξουμε πρωταθλητή Αυγούστου. Η εικόνα των Μπακς να αγγίζουν τον πολυπόθητο τίτλο με τους τρεις πρωταγωνιστές τους να κάνουν το έξτρα βήμα ταυτόχρονα και τους ρολίστες των Ελαφιών να προσφέρουν λύσεις αδιάκοπα, μας θυμίζουν ότι το μπάσκετ είναι ΟΜΑΔΙΚΟ άθλημα και πως μόνο ένας (ακόμα και Γιάννης) δεν μπορεί.

Πίσω στην πατρίδα του Γιάννη Αντετοκούνμπο ζούμε έναν κοινωνικό, περί εμβολίων, κι έναν μπασκετικό, περί Ομοσπονδίας, διχασμό. Τα θετικά μηνύματα έρχονται από μεμονωμένες περιπτώσεις, όπως αυτές των Ελλήνων προπονητών που σκορπισμένοι στον κόσμο αντλούν και παράγουν ταυτόχρονα τεχνογνωσία την οποία δεν είχαμε στο παρελθόν των πάγκων μας. Γιατί όμως οι σπουδαίοι Έλληνες προπονητές να επιλέξουν ομάδες της χώρας μας για να εργαστούν; Πλην των συναισθηματικών λόγων κι αν θέλετε και των λίγων μεγάλων συμβολαίων, τι είναι ελκυστικό στο σχεδιασμό και καθοδήγηση μιας ελληνικής ομάδας σήμερα; Σήμερα που οι μεγάλοι Έλληνες αστέρες ένας ένας αποσύρονται, το ελληνικό ταλέντο φαίνεται να είναι γερασμένο, το νέο μπασκετικό αίμα είτε ψάχνεται στο εξωτερικό (Κώστας Αντετοκούνμπο) είτε ψάχνεται γενικότερα (Βασίλης Χαραλαμπόπουλος), τι είναι αυτό που δίνει μια προοπτική;

Κατά βάθος πιστεύω ότι είμαστε ένας μπασκετικός λαός. Από τη δεκαετία του ’80 που ακούστηκε το πρώτο κρακ μέσα μας με το Ευρωμπάσκετ και τα όσα μυθικά ακολούθησαν, από τους ευρωπαϊκούς τίτλους της Εθνικής, τα ευρωπαϊκά τρόπαια των ομάδων, τις παγκόσμιες διακρίσεις, τη συναστρία κορυφαίων αθλητών και τη χρονική σύμπτωσή τους με σπουδαίους προπονητές, διαμορφώθηκε μια αθλητική μπασκετική συνείδηση, που ναι δυστυχώς μπολιάστηκε με τον ελληνικό ξερολισμό αλλά αυτό το άθλημα μας πηγαίνει πολύ. Πιθανώς και γιατί επί πολλά χρόνια πάψαμε να νιώθουμε φτωχοί συγγενείς, όπως στο ποδόσφαιρο που οι δικές του επιτυχίες αντιμετωπίστηκαν με τη λογική «κοιμήθηκε ο Θεός και νικήσαμε», «κλέψαμε το τρόπαιο από καλύτερες ομάδες» και άλλα τέτοια.

Κι όμως υπήρχε κάποτε εποχή που το Ελληνικό Πρωτάθλημα ήταν από τα καλύτερα της Ευρώπης. Σε εκείνη την χρονική περίοδο για όσους είναι πιο κοντά στην ηλικία μου και θυμούνται, δεν είχαμε τη συναστρία Ελλήνων παικτών που προανέφερα ή τουλάχιστον κάποιοι ήταν στην αρχή τους, δεν είχαμε ακόμα τους κορυφαίους Προπονητές που πάτησαν στη χώρα μας, δεν στέλναμε παίκτες στο ΝΒΑ. Υπήρχε όμως η βασικότερη συνθήκη για μένα. Το ελληνικό μπάσκετ ήταν πιο συμπαγές ως σύνολο, είχε αυτή τη συλλογική υπεροψία έναντι όλων των άλλων και το βασικότερο, ήταν ανταγωνιστικό με όλους τους μεγάλους ανταγωνιστές παρόντες.

Το τελευταίο καταλαβαίνετε ότι, όσο κι αν οξύνει τα πάθη, είναι απαραίτητη προϋπόθεση για να διεξαχθεί ένα επαγγελματικό Πρωτάθλημα οποιουδήποτε αθλήματος στον κόσμο. Πολλοί πιστεύουν ότι κάποιος τρίτος διαμεσολαβητής πρέπει να λύσει τα προβλήματα του ελληνικού μπάσκετ και πιθανώς να έχει δίκιο. Να υπήρχε δηλαδή σύνδεση μεταξύ εθνικού πρωταθλήματος και ευρωπαϊκής διοργάνωσης, ώστε να αποφεύγονται εξαρχής τα καουμποϊλίκια «παίρνω την ομάδα και φεύγω». Προσωπικά όμως θέλω να δω και με τα μάτια της άλλης πλευράς, των απέναντι. Κι αν αυτό γινόταν συχνότερα, αν υπήρχε μια ανώτατη μπασκετική αρχή με εξουσία αλλά κι εμπιστοσύνη, τότε πιθανώς να αποφεύγαμε πολλά «πορτοκαλί» δεινά.

Από την απέναντι όχθη του Ατλαντικού μας έρχονται πολλές παραστάσεις, πολλές συγκινητικές βραδιές σε «ανάποδες» ώρες χάρη στον Γιάννη, μας έρχονται όμως και πολλά μαθήματα που θεσμικά αρνούμαστε να παρακολουθήσουμε. Πολλοί κανόνες λειτουργίας, πρότυπα στελέχωσης, διαχείριση νέων αθλητών, πρωτόκολλα υγείας, παραδείγματα τηλεοπτικής κι εμπορικής εκμετάλλευσης, οικονομικού σχεδιασμού και άλλα πολλά. Δεν συμβαίνουν όλα αυτά τυχαία και φυσικά αντιγράφονται το δυνατόν περισσότερο και σε ευρωπαϊκό έδαφος. Γιατί όχι και στο δικό μας έδαφος;

Τώρα που λίγο έκατσε η σκόνη από τις ηχηρές αποχωρήσεις κορυφαίων Ελλήνων αθλητών, προτείνω, αν θέλουν να ασχοληθούν με κάποιον τρόπο με το αγαπημένο τους άθλημα, να ξεκινήσουν από την κορυφή. Κι αν η μια κορυφή είναι η Ομοσπονδία, η άλλη μπορεί να είναι η επαγγελματική Λίγκα. Και δεν μιλάω για πραξικοπηματικές καταστάσεις, μιλάω για επαφές και συζητήσεις με υπομονή και σχέδιο. Γιατί όλοι τους έχουν ένα μπασκετικό παρελθόν σε Συλλόγους, που αν τους εκπροσωπήσουν οι ίδιοι, με το έρεισμα που διαθέτουν στον κόσμο θα εμπνεύσουν το πιο σημαντικό συναίσθημα. Εμπιστοσύνη. Και αυτή θα γεννήσει έντιμο ανταγωνισμό. Και αυτός θα γεννήσει αμφίρροπο αποτέλεσμα. Και μετά ακολουθούν η αύξηση του ενδιαφέροντος, η μεγαλύτερη εμπορικότητα και ούτω καθεξής.

Στη χώρα που διαφωνεί ακόμα και για το σημαίνει μαζικός εμβολιασμός σε συγκυρία πανδημίας και απειλής της δημόσιας υγείας, καταλαβαίνω ότι, όσα γράφω παραπάνω, διαβάζονται ως ανέκδοτο. Είναι το ουτοπικό ταξίδι του Γιάννη Αντετοκούνμπο προς την κορυφή που μας εμπνέει να περιγράφουμε ουτοπίες. Έτσι κι αλλιώς αυτό το παιδί έχει καταφέρει ήδη το απίθανο, γιατί να μη αφήσει μια προίκα; Ότι μπορούμε να εργαστούμε και κόντρα στις πιθανότητες, αν ο στόχος είναι σπουδαίος;

Χρήστος Κιούσης
Χρήστος Κιούσης