Η διαφορά του «θέλω» και του «μπορώ να παίξω άμυνα»...

Ο Αντώνης Καλκαβούρας απορεί με την αμυντική προσέγγιση των παικτών του Παναθηναϊκού, που με πιο έξυπνη αντιμετώπιση και μεγαλύτερη διάθεση στα μετόπισθεν, θα κρατούσαν τώρα το πλεονέκτημα έδρας στα χέρια τους και εξαιρεί από την εξίσωση μόνο τον συγκλονιστικό Καλάθη.

Η διαφορά του «θέλω» και του «μπορώ να παίξω άμυνα»...

Στο μπάσκετ τα πράγματα είναι απλά και στην περίπτωση του «εξάστερου», που πήγε στην Βαλένθια με στόχο ένα «διπλό» που θα τον διατηρούσε σε τροχιά 4άδας, ήταν ακόμη πιο απλουστευμένα. Οι τέσσερις νίκες στα πέντε τελευταία ματς μέσα στο 2020, είχαν την υπογραφή της καλύτερης επίθεσης της διοργάνωσης (μ.ο. 97,4π.), οπότε, η συνταγή της νίκης βρισκόταν αποκλειστικά στα μετόπισθεν, όπου οι παίκτες του έπρεπε να κρατήσουν τους αντιπάλους τους στο όριο των 80-85 πόντων.

Ο Παναθηναϊκός που είδαμε στη “Fonteta”, ειδικότερα στις τρεις πρώτες περιόδους, όμως, ήταν σαν να μην έχει μπει ποτέ στην φιλοσοφία του ματς, κόντρα σε μία ομάδα που αρέσκεται να παίζει σε πολύ υψηλό ρυθμό, επιδιώκοντας τις πολλές κατοχές και επιχειρώντας (ειδικότερα εντός έδρας) πολλά μακρινά σουτ (14/29 τριπ. με 48,3%).

Το ζητούμενο, όμως, δεν ήταν μόνο τα περιφερειακά σουτ, που σε μεγάλο βαθμό ήταν ελεύθερα από πολύ κακές αμυντικές αποφάσεις (χαμένες περιστροφές ή λανθασμένες βοήθειες), αλλά η αποκαρδιωτική προσωπική άμυνα κατά κύριο λόγο στον Ντόρνεκαμπ (13π. με 4/5 τριπ.) στην 1η περίοδο και φυσικά στον Ντούμπλιεβιτς (19π. & 7ρ. με 9/13 σουτ), που στο ένας εναντίον ενός «εξέθεσε» όποιον αντίπαλο προσπάθησε να τον αναχαιτίσει.

Υπήρχαν στιγμές και περιπτώσεις παικτών (Τόμας και Φριντέτ), που ο ουδέτερος παρατηρητής έβλεπε αμυντική συμπεριφορά που «συναντάμε» στo All Star Game του ΝΒΑ, όπου οι άμυνες πάνε περίπατο. Αυτό καλείται έλλειψη διάθεσης. Υπηρχαν όμως και κατοχές, όπου έβλεπες τον περιφερειακό να πηγαίνει επί τούτου στην βοήθεια, δείχνοντας μαχητικότητα χωρίς καμία ουσία, καθώς η μπάλα έβγαινε έξω στον ελεύθερο προσωπικό του αντίπαλο και οι «πράσινοι» δέχονταν εύκολους και φτηνούς πόντους.

 

Μ' αυτά και με εκείνα, λοιπόν και παρ' ότι στην επίθεση έφτανε πολύ εύκολα και με ποικίλους τρόπους στο καλάθι, ο Παναθηναϊκός πήγε στ' αποδυτήρια με παθητικό 55 πόντων στο (2ο χειρότερο στην ιστορία του στο πρώτο μέρος), με τον Πιτίνο να βγαίνει στο παρκέ έξαλλος, αποδοκιμάζοντας την αμυντική προσέγγιση των παίκτων του στις δύο πρώτες περιόδους.

Κι όλα αυτά χωρίς τον πιο εύστοχο παίκτη των Ισπανών(Λόϊντ) έξω από τα 6,75 (μ.ο. 11,1π. με 42,9% τριπ.) και με τον εξαιρετικό το τελευταίο διάστημα, Βαν Ρόσομ, να αποχωρεί στο 2ο λεπτό μετά από χτύπημα στο πόδι. Κι αν το 55-47 του 20ου λεπτού έμοιαζε αναστρέψιμο, ο έκδηλος εκνευρισμός του Αμερικανού τεχνικού στο flash interview του ημιχρόνου, οδηγούσε στο αυθαίρετο συμπέρασμα ότι η εικόνα του 2ου μέρους θα ήταν εντελώς διαφορετική.

Αυτή η ψευδαίσθηση κράτησε μόλις λίγα λεπτά και το έργο του πρώτου μέρους συνεχίστηκε και στην 3η περίοδο, χωρίς την παραμικρή προπονητική παρέμβαση. Η διαφορά να έφτασε στο -16 και οι γηπεδούχοι, που κάποια στιγμή είχαν 6/7 επιθέσεις, έδειχναν έτοιμοι για ένα απρόσμενο θρίαμβο.

Κι εκεί που όλα δείχνουν ότι η 4η περίοδος θα έχει μεγάλη κατηφόρα, έρχεται ένας Καλάθης (22π., 10ρ., 5ασ. & 4κλ.) που βγάζει εγωισμό στην άμυνα, αρνείται να παραδοθεί και με συγκλονιστική προσπάθεια συμπαρασύρει όλους τους υπόλοιπους σε ένα απίστευτο σερί 2-18, κρατώντας την Βαλένθια σε μόλις 2 πόντους στα πρώτα 7 λεπτά της 4ης περιόδου.

Και ερωτώ λοιπόν, μπορούν οι παίκτες του Παναθηναϊκού να παίξουν άμυνα, έχουν τα χαρακτηριστικά που απαιτούνται ή κατά βάση «δεν θέλουν»; Οι δηλώσεις του Ρικ Πιτίνο στη συνέντευξη Τύπου με πρόλαβαν ("η ομάδα χτίστηκε για την επίθεση και όχι για την άμυνα"), ωστόσο, κατά την ταπεινή μου άποψη η απάντηση και στις τρεις ερωτήσεις είναι θετική.

Κι αυτό προκύπτει από το ένστικτο επιβίωσης που έβγαλαν στα 7 πρώτα λεπτά της τελευταίας περιόδου, οπότε και ανέτρεψαν ένα ματς που φαινόταν χαμένο. Το γιατί η προσπάθεια που καταβάλλουν είναι κατά βάση ανεπαρκής (στα τελευταία 5 ματς, οι πρωταθλητές έχουν την χειρότερη άμυνα της Euroleague και δέχονται κατά μ.ο. 93,8 πόντους), οφείλεται και στην έλλειψη επιθυμίας των ίδιων των παικτών αλλά και στην έλλειψη πίεσης από τον προπονητή και τους συνεργάτες του.

Να με συμπαθάς Ρικ μου, αλλά το εύκολο είναι να προβαίνεις σε μία πρόωρη γενίκευση, με 12 αγωνιστικές να απομένουν και το δύσκολο είναι να αλλάξεις τροπάριο και στάση για να το γυρίσεις. Είναι ενδεικτικό ότι από το ντεμπούτο του 67χρονου Hall of Famer και μετά το 100-68 επί της Μπασκόνια, ο Παναθηναϊκός δεν έχει δεχτεί ποτέ κάτω από 80 πόντους και έχει μέσο παθητικό 89,1, ενώ στην προ Πιτίνο εποχή δεχόταν σχεδόν 6 λιγότερους ανά παιχνίδι (μ.ο. 83,7π.).

Για να το κλείσω και εν είδει επιλόγου, δεν επιχειρώ σε καμία περίπτωση να υποβιβασω την αξία του προπονητή-«θρύλου» του κολεγιακου μπάσκετ, ούτε φυσικά να υποβαθμίσω τα μέχρι τώρα πεπραγμένα των «πρασίνων» στην διοργάνωση.

Οι αριθμοί, άλλωστε, δείχνουν ότι ο Παναθηναϊκός είναι σταθερά μέσα στον στόχο των playoffs με ρεκόρ 13-9, όταν πέρυσι μετά την 22η αγωνιστική είχε τέσσερις νίκες λιγότερες και ακόμη ψαχνόταν. Επιπροσθέτως, κανείς δεν μπορεί να παραγνωρίσει τη συμβολή του Πιτίνο στο ξεπέταγμα του Παπαπέτρου και του Μήτογλου και στην σταδιακή βελτίωση του Παπαγιάννη.

Αυτό που θέλω να πω είναι ότι ίσως πλέον χρειάζονται λιγότερα λόγια, ελάχιστες εντυπώσεις και περισσότερα έργα. Κοινώς έμφαση στη δουλειά και την ουσία. Ο εφετινός Παναθηναϊκός έχει μεγαλύτερες δυνατότητες απ' αυτές που παρουσιάζει και η δουλειά του coach δεν είναι να δικαιολογείται για τα κακώς κείμενα, αλλά να βρει τις λύσεις και να τις αναδείξει με τον εύκολο ή με τον δύσκολο τρόπο. Τίποτε περισσότερο και τίποτε λιγότερο...