Τα αποτελέσματα της αναδόμησης αργούν και η γραμμή των πλέι-οφ απομακρύνεται

Ο διακόπτης της συσκότισης

O Nίκος Παπαδογιάννης αναρωτιέται αν υπάρχει ακόμη φάρμακο αναζωογόνησης για τον άχρωμο και άοσμο Παναθηναϊκό.

Ο διακόπτης της συσκότισης

Ο δημοσιογράφος που σέβεται τον εαυτό του και το κοινό του θα ξεκινήσει να αναλύει από την αρχή τα «πώς» και τα «γιατί» μίας νέας αποτυχίας, ενώ ο φυγόπονος θα πάρει τα κείμενα των δύο προηγούμενων εβδομάδων, θα αλλάξει τον πρόλογο και θα τα παραδώσει λουστραρισμένα για δημοσίευση.

Θα έχουν, και οι δύο, δίκιο. 

Ο Παναθηναϊκός των εκτός έδρας αποστολών (και όχι μόνο αυτών) κατατρέχεται από ανίατες χρόνιες ασθένειες, αλλά βρίσκει και καινούριους τρόπους για να αδικήσει τον εαυτό του και να αναδείξει τον αντίπαλο.

Το φινάλε αυτής της τραυματικής περιόδου θα τον βρει, πιθανότατα, να παρακολουθεί τα πλέι-οφ από τους καναπέδες του ΟΑΚΑ, για πρώτη φορά μετά το 2010.

Τότε βέβαια είχε τον Ομπράντοβιτς, τον Διαμαντίδη, τον Φώτση, τον πυρήνα της ομάδας που κατέκτησε το τρόπαιο την προηγούμενη και θα κατακτούσε ξανά την επόμενη χρονιά. Εν έτει 2019,  δυσκολεύεται να εντοπίσει κανείς πηγή αισιοδοξίας για το απώτερο ή έστω για το εγγύς μέλλον.

Εκτός πια και αν οι εγχώριες αναμετρήσεις με τον Ολυμπιακό ανακηρυχθούν σε Α και Ω της ύπαρξης αυτής της ομάδας, οπότε δεν χρειάζεται να φλυαρούμε πολύ για την Ευρώπη. Δεν ταιριάζει όμως η συσκότιση, στον Παναθηναϊκό των 6 ευρωπαϊκών τροπαίων.

«Χρειαζόμαστε δύο ή στη χειρότερη περίπτωση μία νίκη από αυτά τα τρία ταξίδια», είχε δηλώσει ο Ρικ Πιτίνο, στους πρόποδες του Γολγοθά με τον οποίο ξεκίνησε το 2019.

Τρεις εβδομάδες αργότερα, ο Ιταλοαμερικανός επιστρέφει στην Αθήνα με αδειανό σακούλι, μηδέν στα τρία, τεχνικός ηγέτης μίας ομάδας με (προτερήματα, αλλά και) χτυπητές αδυναμίες.

Στο χριστουγεννιάτικο αίτημα για ενίσχυση και αναδόμηση, η διοίκηση απάντησε με αλλαγή (επιτυχημένου) προπονητή, στρατολόγηση ενός ζωντανού θρύλου για τον πάγκο και απόκτηση δύο παικτών ώστε να επουλωθούν ισάριθμες ανοιχτές πληγές.

Και όμως, ο Παναθηναϊκός του Τελ Αβίβ ήταν ίδιος αν όχι χειρότερος με αυτόν που στραπατσαρίστηκε σε 8 από τα 9 ταξίδια που προηγήθηκαν: απρόσωπος, άχρωμος, άοσμος, ευάλωτος, ανερμάτιστος, ασυνάρτητος.

Όποιο στερητικό «α-» και αν δανειστεί κανείς από το λεξικό του μπάσκετ, μέσα θα πέσει. Το κίτρινο φύλλο έχει ποτίσει με το ωχρό χρώμα του το πρόσωπο του «τριφυλλιού» και η γλάστρα ξεχειλίζει από ηττοπάθεια.

Κάποτε ο Παναθηναϊκός της Ευρώπης ήταν φυτό αναρριχητικό, ενώ τώρα σέρνεται στο έδαφος. Τα δύο τρίτα της διοργάνωσης τον βρίσκουν καθηλωμένο στη 12η θέση και το παράδειγμα της Μακάμπι είναι η μοναδική ελπίδα του.

Εφ’ όσον ένα καλό δίμηνο μπορεί να ανεβάσει μία ομάδα από το υπόγειο στον ημιώροφο της βαθμολογίας, όπως συνέβη με τους Ισραηλινούς, έχουν δικαίωμα στην ελπίδα και οι τωρινοί κάτοικοι των κάτω ορόφων.

Ο Παναθηναϊκός μπορεί να έχει μόλις 8 νίκες, αλλά η γραμμή που χωρίζει τους αμνούς από τα ερίφια βρίσκεται ακόμη στις 9. Αύριο βέβαια μπορεί να ανεβεί στις 10.

«Είμαστε ομάδα που δεν σουτάρει καλά», επανέλαβε το γνωστό -σωστό- τροπάριο ο Πιτίνο, στην ανάπαυλα του αγώνα. Οι παίκτες του μετρούσαν 0/5 τρίποντα, αλλά πριν στεγνώσει το σάλιο του Αμερικανού το ρόδι έσπασε και ο Κιλπάτρικ μείωσε σε 40-38.

Ο Παναθηναϊκός μιας άλλης εποχής θα άρπαζε την ευκαιρία από τα μαλλιά, αλλά ο αποψινός δέχθηκε σερί 11-0 μέσα σε ένα δίλεπτο. Διότι είναι ομάδα του ενός ρυθμού, αναγνώστης του ενός βιβλίου.

Όταν κατόρθωσε να πλησιάσει ξανά, 62-57 στο 31’, ακούμπησε όλες τις μάρκες του στο κίτρινο τετραγωνάκι, σαν τυφλός νέος που ερωτεύεται το λάθος κορίτσι.

Πέντε από τις επόμενες έξι επιθέσεις του εκδηλώθηκαν από το τρίποντο και γέμισαν το Γιαντ Ελιάου με τούβλα: Κιλπάτρικ, Λεκάβιτσιους, Λοτζέσκι, πάλι Κιλπάτρικ, Τόμας.

Η Μακάμπι δεν έπαιξε πολύ καλύτερα από τον Παναθηναϊκό, ούτε ξεχείλιζε από ταλέντο, αλλά φρόντισε να εκμεταλλευτεί τα όποια πλεονεκτήματά της (π.χ. την οφθαλμοφανή υπεροχή της στη θέση του φουνταριστού, όπου ο Πέιν χρειάστηκε 6 ποσταρίσματα για να βάλει 4 πόντους) και, το κυριότερο, να καμουφλάρει τις αδυναμίες με τίμιο ιδρώτα και ομαδική προσπάθεια.

Όσα χρειάζεται να γνωρίζει κανείς για αυτό το ματς τα μαθαίνει εάν κοιτάξει σε τίνος χέρια κατέληξε το έπαθλο του ΜVP.

Ο Άντζελο Καλοϊάρο είναι κλασσικός «παίκτης Σφαιρόπουλου», αλλά γεννήθηκε ρολίστας και βγάζει κάθει σέκελ του μισθού του με χαμαλίκι, λατέρνα, φτώχεια και φιλότιμο.

Ιταλοαμερικανός τρίτης γενιάς και αυτός, αλλά όχι διάσημος όπως ο προπονητής που έφυγε από το γήπεδο νικημένος, ούτε χρυσοπληρωμένος.