Ο Ολυμπιακός έπαιξε με αυταπάρνηση του παλιού καιρού και κέρδισε το ντέρμπι με τον ιδρώτα του

Μία βόλτα με χρονομηχανή

Ο Νίκος Παπαδογιάννης πιστεύει ότι το ματς με την Εφές ήταν το σημαντικότερο του φετινού Ολυμπιακού, μέχρι το επόμενο.

Μία βόλτα με χρονομηχανή

Eάν υποτεθεί ότι στόχος του φετινού Ολυμπιακού είναι η κορυφαία τετράδα, αυτή που προσφέρει πλεονέκτημα έδρας στα πλέι-οφ, το παιχνίδι με την Εφές στο Φάληρο ήταν το πρώτο πραγματικό «must win» της σεζόν.

Η τουρκική ομάδα έχει κατσικωθεί στο πάνω ράφι από το ξεκίνημα της περιόδου και δεν λέει να κουνηθεί από αυτό. Ενδεχόμενη ήττα θα άφηνε τους «ερυθρόλευκους» στο -3  και με επίσκεψη στην Πόλη, στο πρόγραμμά τους.

Η αποψινή νίκη αποτελεί θαυμάσιο θεμέλιο αντεπίθεσης και το τελικό +7 το ενισχύει ακόμα περισσότερο. Αλλά η οικονομία του ομίλου-μαμμούθ δεν είναι το μοναδικό κέρδος της βραδιάς.   

Περισσότερο από ο,τιδήποτε άλλο, ο Ολυμπιακός ζέστανε τον κόσμο του (έστω αυτούς, τους περαστικούς, που είδαν φως και μπήκαν μέχρι να ξεκινήσει το ποδόσφαιρο) με τη βγαλμένη από το παρελθόν «refuse to lose» εικόνα του στην τελική ευθεία του αγώνα.

Εάν πρέπει να συμπυκνωθεί αυτή σε μία φάση, το ρολόι θα πρέπει να γυρίσει στο 35ο λεπτό, όταν τρία διαδοχικά μακροβούτια παικτών του Ολυμπιακού ανανέωσαν την κατοχή και οδήγησαν στο τρίποντο του Αξέλ Τουπάν, αυτό που έσβησε το τελευταίο προβάδισμα της Εφές (79-77).

Εξίσου εκκωφαντικό ήταν το «όχι» που ακούστηκε περίπου 40’’ πριν το φινάλε, όταν τρεις «κόκκινοι» περικύκλωσαν τον έως τότε ασυγκράτητο Μίτσιτς και του άρπαξαν τη μπάλα, με το σκορ στο 83-80.

Επτά κλεψίματα, δεκαοχτώ επιθετικά ριμπάουντ. Ιδρώτας και αίμα. Έτσι κερδίζονται τα ντέρμπι και όχι με φρου φρου και αρώματα.

Με το «θέλω» και όχι με το στείρο «μπορώ». Και η Εφές μπορούσε, ίσως και περισσότερο από τον αποψινό Ολυμπιακό, αλλά επιστρέφει στη βάση της με το σακούλι αδειανό.

Ο απίστευτα ζεστός και ήρεμος Τουπάν ήταν φυσικά ο «X factor» της βραδιάς, αλλά την αφεντιά μου την εντυπωσίασε περισσότερο το σταθερό χέρι του Στρέλνιεκς, όταν ο Ντέιβιντ Μπλατ του ανέθεσε τα ηνία της ομάδας (χωρίς δεύτερο γκαρντ δίπλα του και πάντως χωρίς Σπανούλη) στα τελευταία 3:50 του παιχνιδιού.

Ο Λεττονός έδωσε μία ασίστ ακριβείας στον Τουπάν για εύκολο τζαμπ-συτ μετά το τάιμ-άουτ, έστησε ένα άψογο pnr με τον ΛεΝτέι αμέσως μετά, διάβασε σωστά την άμυνα και την τιμώρησε με διείσδυση (και εύστοχες βολές) στο 83-80, έπαιξε και καλές άμυνες στην άλλη άκρη.

Στο τέλος μίας βραδιάς γεμάτης με ευρεσιτεχνίες και πονηρές ανορθογραφίες (όπως η απροσδόκητη συμμετοχή του Βεζένκοφ στο αρχικό σχήμα σε θέση «3»), ο Μπλατ ρίσκαρε να παίξει με έναν μόνο χειριστή της μπάλας, ώστε να θωρακίσει τα μετόπισθεν με ψηλά κορμιά ενάντια στο κάθετο παιχνίδι των αγριεμένων Μίτσιτς, Λάρκιν.

Οι δύο κοντοί της Εφές οργίασαν στα πρώτα 36 λεπτά, αλλά ξέμειναν από καύσιμα και -κυρίως- από βοήθειες. Και η ελληνική άμυνα δεν είχε πια αδύναμο κρίκο.

Ο Ολυμπιακός μπήκε στο γήπεδο με μάτι που γυάλιζε (16-4 στο 6’) και ξαναβρήκε το πάθος του στα τελευταία λεπτά, οπότε η ομάδα του Αταμάν ξαναβρήκε τον συνηθισμένο από τα προηγούμενα χρόνια εαυτό της.

Ενδιάμεσα ήταν να την πιεις στο ποτήρι, αλλά το ποτήρι με την τουρκική ρακή αποδείχθηκε μισοάδειο και όχι μισογεμάτο.

Ο Ολυμπιακός ήταν απολαυστικός όσο εκμεταλλευόταν το παιχνίδι των Μιλουτίνοβ, Πρίντεζη στο «ποστ», αλλά έχασε γρήγορα τον δρόμο του και παρέδωσε ένα ντροπιαστικό δεκάλεπτο με παθητικό 34 πόντων.

Την τεχνητή αναπνοή που χρειαζόταν για να κρατηθεί όρθιος ως το τελικό βιράζ του την προσέφερε -με μοναδικό στήριγμα τον Τουπάν- ο Βασίλης Σπανούλης, μέτριος αρχικά, αλλά μοναδικός δημιουργός της ομάδας από τη στιγμή που ο αρνητικός Ουίλιαμς-Γκος αποσύρθηκε και οπωσδήποτε μοναδικός που έβλεπε καθαρά (και δίχως φόβο) τον στόχο.

Το …σπανούλειο τρίποντο που πέτυχε στο 66-73 αξίζει το βάρος της μπάλας σε χρυσάφι, αφού ισοδυναμούσε με φιλί ζωής σε ένα σύνολο που έμοιαζε ημιθανές.

«Είμαι ο Σπανούλης και θα χάσετε», ήταν σαν να έλεγε στους Τούρκους. «Όπως συνήθως».

Και εκείνοι δικαίωσαν την βουβή προφητεία. Όπως συνήθως. Απέμεναν 8 λεπτά για τη λήξη και το κοντέρ έγραψε 22-8 υπέρ του Ολυμπιακού. 

Τα ριμπάουντ στη δ’ περίοδο ήταν 13-5 (με 7 επιθετικά στο μερτικό των Πειραιωτών), τα λάθη 2-4, οι ασίστ 6-1, τα τρίποντα 3-1 και η λυπητερή απολύτως ευπρόσδεκτη.

Ο Μπλατ φωτογραφήθηκε να πανηγυρίζει όσο ποτέ άλλοτε. Ήξερε, κατά βάθος, ότι αυτό το ματς (που κάποια στιγμή πήγε να χαθεί) ήταν βαρύ και ασήκωτο στο φετινό ισοζύγιο του Ολυμπιακού.