Κομπίνα για τον πόνο του άλλου

Ο Γιάννης Ντεντόπουλος προσπαθεί να δει πίσω από το αυτονόητο, αναλύοντας και συγκρίνοντας τα ειδικά τεχνικά χαρακτηριστικά που βασίζουν οι τέσσερις ομάδες του final4 τις ελπίδες τους να πανηγυρίσουν πρώτα την Παρασκευή και μετά την Κυριακή.

Κομπίνα για τον πόνο του άλλου

Κάθε final4 μιας Euroleague, προκαλεί μια έξαψη. Και σε αυτούς που συμμετέχουν ως διαγωνιζόμενοι (ομάδες, παίκτες, προπονητές) και σε εκείνους που το παρακολουθούν με οποιαδήποτε ιδιότητα. Όλοι περιμένουν με ανυπομονησία να δουν τι θα μας επιφυλάξει αυτή τη φορά αυτή η ιδιαίτερη διοργάνωση, την οποία φέτος μου έδωσε την ευκαιρία να παρακολουθήσω το ταξιδιωτικό πρακτορείο “CITITRAVEL”, το οποίο ευχαριστώ θερμά και ειδικότερα την φίλη μου την Μαριγό.

Άλλωστε, αν δεν είχε τις ιδιαιτερότητές του το συγκεκριμένο σύστημα,, δεν θα γινόταν τόσος ντόρος, κυρίως από πλευράς ΤΣΣΚΑ και Δημήτρη Ιτούδη ο οποίος εξακολουθεί να εμφανίζεται υπέρμαχος των play offs, ως τρόπο να αναδεικνύεται ο εκάστοτε πρωταθλητής Ευρώπης.

Στην ουσία λοιπόν, στο παρκέ της ”STARK ARENA” θα μπουν οι ομάδες που άντεξαν όλες τις μέχρι τώρα δοκιμασίες και πλέον καλούνται να αντιδράσουν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο σε αυτή την έξαψη. Σκεφτείτε πώς θα ένιωσαν οι παίκτες της Ζαλγκίρις, όταν είδαν ξαφνικά το λεφούσι των δημοσιογράφων κάθε εθνικότητας να εισβάλει στη σάλα για το τέταρτο που ήταν ανοικτό μεταξύ της δικής της προπόνησης και της Φενέρμπαχτσε. Πόσο συγκεντρωμένοι θα μπορέσουν να μείνουν σε ένα ξενοδοχείο που σουλατσάρουν ατζέντηδες, δημοσιογράφοι, παράγοντες, δόξες του παρελθόντος…

Και το «πώς θα αντιδράσουν σε αυτή την έξαψη;» μεταφράζεται στον τρόπο που θα βρουν οι τέσσερις ομάδες να κάνουν καλά ή ακόμη καλύτερα, όλα εκείνα τα μικρά ή μεγάλα πράγματα που απετέλεσαν γι αυτές την πυξίδα της πορείας τους, ολόκληρη τη σεζόν. Είναι αυτονόητο ότι θα μετρήσουν οι διεκδικούμενες μπαλιές (κατοχές) μέσω των επιθετικών ριμπάουντ ή των λαθών, ή τα ποσοστά ευστοχίας. Αν σε αυτά τα αυτονόητα υπάρξει διαφορά, τότε -στο μπάσκετ- δεν χρειάζεται να μπαίνεις σε πιο βαθυστόχαστες αναλύσεις. Είναι περιττές έως κουραστικές.

Συμφωνήσαμε στην τελευταία «μπασκετοκουβέντα» ότι το κάθε ζευγάρι των ημιτελικών, έτυχε να σχηματίστηκε από ομάδες που έχουν παρόμοια χαρακτηριστικά. Η Φενέρμπαχτσε μοιάζει περισσότερο με την Ζαλγκίρις από οποιαδήποτε άλλη ομάδα του καρέ και αντίστοιχα η ΤΣΣΚΑ με την Ρεάλ Μ. Και φυσικά το αντίστροφο.

Ξεκινώντας από τον πρώτο ημιτελικό, μεταξύ της κατόχου του τίτλου, Φενέρμπαχτσε και της «μοντέρνας σταχτοπούτας» (μην ξεχνάμε το 1999), Ζαλγκίρις, είναι προφανές ότι πρόκειται για δυο ομάδες με σταρ τους προπονητές τους. Από την μία ο μετρ Ζέλιμιρ Ομπράντοβιτς και από την άλλη ο wannabe μετρ, Σαρούνας Γιασικεβίτσιους. Αυτό σημαίνει ότι αμφότεροι έχουν επιβάλλει στους παίκτες τους να ακολουθούν τα πλάνα τους προσφέροντάς του ελεγχόμενη, ως περιορισμένη ελευθερία, αν τη συγκρίνουμε με εκείνη του ζευγαριού ΤΣΣΚΑ-Ρεάλ Μ.

Όσο περίεργο κι αν ακούγεται, η βασικότερη διαφορά τους εντοπίζεται στην άμυνα, στον τρόπο που αντιμετωπίζουν το αντίπαλο pick and roll. H Φενέρ είναι μια ομάδα που έχει επενδύσει πολύ στην switching defense με το «4» και το «5» να μένουν και να μαρκάρουν κοντούς. Αυτό το κάνει με στόχο να μπλοκάρει την κυκλοφορία της μπάλας και στην πορεία να βγάλει από έναν ως τρεις βασικούς παίκτες των αντιπάλων, εκτός ρυθμού. Είναι δύσκολο να αντιμετωπιστεί μια τέτοια άμυνα αν μια ομάδα δεν έχει τον τρόπο να ακουμπήσει τη μπάλα στο post ή να έχει ικανότητα σε καταστάσεις isolation. Με άλλα λόγια αυτή είναι μια μέθοδος να περιοριστεί η δημιουργία του κινητήριου μοχλού της Ζαλγκίρις, του Πάνγκος, να μην βγουν πολλά ελεύθερα σουτ από τον Μιλάκνις και να εξαρτηθούν πολύ περισσότερα πράγματα από το διάβασμα που θα κάνουν ο ο Ντέιβις, ο Γιανκούνας, ο Καβαλιάουσκας και ο Ουάιτ.

Από την άλλη, η Ζαλγκίρις αντιμετωπίζει τα αντίπαλα pick and roll με παγίδες με την βοήθεια του «4» και του «5» βγάζοντας μια επιθετικότητα στην άμυνα, η οποία πολλές την βοηθάει να αντλεί αυτοπεποίθηση για στην επίθεση και να βγαίνει πολλές φορές στον πρωτεύοντα ή τον δευτερεύοντα αιφνιδιασμό. Αποδεδειγμένα είναι η ομάδα που ξέρει να σταματάει (μπλοκάρει) πιο αποτελεσματικά την μπάλα από τις περισσότερες ομάδες της διοργάνωσης. Εδώ θα δοκιμαστεί η εμπειρία του Σλούκα, που είναι το «κλειδί» και το «καθαρό μυαλό» του Ουαναμέικερ ή του Μπόμπι Ντίξον, στον τρόπο που θα βγάλουν την μπάλα από αυτές τις παγίδες.

Ο δεύτερος ημιτελικός, μεταξύ της ΤΣΣΚΑ και της Ρεάλ Μ., έχει άλλα δεδομένα. Είναι και οι δυο ομάδες που τους αρέσει να ανεβάζουν ψηλά τα σκορ τους. Συνεπώς μια απλοϊκή διαπίστωση είναι πως το πλεονέκτημα θα έχει εκείνη που θα κρατήσει την άλλη πιο χαμηλά από τους 70-75 πόντους. Κι εδώ είναι το πιο ενδιαφέρον κομμάτι του συγκεκριμένου ματς. Τόσο η ΤΣΣΚΑ (με Σέρχιο και ΝτεΚολο), όσο και η Ρεάλ (με Γιουλ, Ντόντσιτς) έχουν τρομερό έλλειμμα αμυντικής αθλητικότητας στη περιφερειακή  άμυνα. Δεν είναι τυχαίο ότι ο μεν Ιτούδης αναθέτει το μαρκάρισμα του πιο επικίνδυνου αντίπαλου γκαρντ στον Κουρμπάνοφ και ο Λάσο στον Τζέφρι Τέιλορ. Αυτοί οι δυο κρύβουν τις αδυναμίες που έχουν στην άμυνα οι κοντοί τους. Παράλληλα μεγάλο βάρος πέφτει στο αμυντικό impact που θα επιδείξουν οι αθλητικοί ψηλοί τους, που κατά σύμπτωση έχουν περάσει από τον Ολυμπιακό: ο Χάινς και ο Χάντερ. Επιπλέον η Ρεάλ Μ., που κατά την προσωπική μου άποψη έχει το πιο βαθύ και γεμάτο ρόστερ από τις τέσσερις ομάδες του final4, έχει και τον θηριώδη Ταβάρεζ ο οποίος είναι τρομερός rim protector, αποτρέπει της διεισδύσεις και υποχρεώνει τον αντίπαλο να χρειάζεται οπωσδήποτε το σουτ από μέση και μακρινή απόσταση. Σε αντιδιαστολή είναι αδύναμος στις επιστροφές και πρόβλημα στην pick and roll άμυνα.

Επίσης είναι πολύ σημαντική παράμετρος ότι και οι δυο αυτές ομάδες περιμένουν να δουν πόσο θα φανούν τα σημαντικά προβλήματα που αντιμετώπισαν. Η Ρεάλ Μ., του Γιούλ, που έλλειπε σχεδόν όλη τη σεζόν και εμφανίστηκε στα play offs και η ΤΣΣΚΑ του ΝτεΚολό και του Χάϊνς οι οποίοι μετά τους τραυματισμούς τους έχουν παίξει μόνο ένα ματς στην VTB.

Ως επίλογο θα χρησιμοποιήσω κάτι πολύ …ελληνικό, αλλά αν συνυπολογίζω πόση αγωνία έδειχναν ότι είχαν και οι τέσσερις ομάδες μέχρι να μάθουν, σημαντικό ρόλο θα παίξει ο τρόπος που θα σφυρίξουν οι διαιτητές. Όπως και να το κάνουμε, έχει αποδειχθεί ότι η δική τους πολιτική μπορεί να επηρεάσει τη μορφή του αγώνα, μέχρι και αυτό το ίδιο το αποτέλεσμα.