"Και σαν πρώτα, ανδρειωμένη..."

Ο Γιάννης Ντεντόπουλος διαπιστώνει ότι ο Παναθηναϊκός που γονάτισε την Ζαλγκίρις θύμισε τον περσινό, γιατί θόλωσε και βασίστηκε σε ατομικές προσπάθειες και περιμένει να δει αν, αυτή η εικόνα, ήταν μια κακή παρένθεση με άλλοθι, ή μια απαρχή πισωγυρίσματος.

"Και σαν πρώτα, ανδρειωμένη..."

Ανεξάρτητα αν υπήρχαν εξηγήσεις, άλλοθι ή δικαιολογίες (όπως θέλετε χαρακτηρίστε τες), ο Παναθηναϊκός που εμφανίστηκε στο παρκέ του ΟΑΚΑ και κατάφερε να αρπάξει τη νίκη μέσα από τα χέρια της Ζαλγκίρις ήταν ό,τι πιο κοντινό έχουμε παρακολουθήσει στον περσινή ασταθή και ασουλούπωτη version του. Και ταυτόχρονα ό,τι πιο μακρινό έχει εμφανιστεί σε σχέση με την φετινή αναβαθμισμένη και ξεκάθαρα πιο ποιοτική εικόνα του.

 Ακόμη και ο τρόπος που νίκησε, χάρη σε αυτή την επίδειξη κλάσης, προσόντων, ικανότητας και αυτοπεποίθησης του Νικ Καλάθη που κατάφερε να βρει στόχο τρέχοντας με τέτοια ταχύτητα, υπό την πίεση του αντιπάλου, του χρονομέτρου και μιας ανεπιθύμητης ήττας, έφερε στο μυαλό κάποια από τα ματς που «καθάρισε» πέρυσι, με το έτσι θέλω, με την τρέλα του, ο Μάικ Τζέιμς.

Για να είμαστε ειλικρινείς ο Παναθηναϊκός που έπαιξε στα ίσια και έχασε τόσο από την Φενέρμπαχτσε στην Πόλη, όσο και από την ΤΣΣΚΑ στο «Νίκος Γκάλης», ήταν παρασάγγας πειστικότερος από αυτόν που τελικά γονάτισε την Ζαλγκίρις. Σπάνια τον έχουμε δει αυτή τη σεζόν, να χάνει σε τόσες πολλές περιπτώσεις τον προσανατολισμό του και να στέκεται όρθιος χάρη σε μια σκυταλοδρομία προσωπικών εκλάμψεων. Ντένμον, Βουγιούκας και Λεκαβίτσιους μέχρι να συνέλθει και να υψώσει το ανάστημά του ο Γκιστ στην παράταση και τελικά να βγάλει τα κάστανα από την φωτιά ο Νικ.

Υπό αυτή την έννοια, ειδικά αν λάβουμε υπ’ όψη μας τον αντίπαλο, την εξέλιξη (από το +20 στο -7) και την μορφή που πήρε ο αγώνας απέναντι στο αξιοθαύμαστο δημιούργημα του Σαρούνας Γιασικεβίτσιους, η νίκη ήταν λυτρωτική. Μια τρίτη σερί ήττα και μάλιστα δεύτερη μέσα στο «Νίκος Γκάλης» το οποίο μέχρι πριν μια εβδομάδα φάνταζε ως άπαρτο κάστρο, θα μπορούσε να πάρει απρόβλεπτες διαστάσεις. Και είναι βέβαιο ότι θα απαιτούσε αυξημένες δεξιότητες αντιμετώπισης μιας κατάστασης που δεν θα ήθελε και πολύ για να αποκτήσει τα χαρακτηριστικά κρίσης. Πόσο μάλλον αν βάλουμε στην εξίσωση και το ντέρμπι που έρχεται την Δευτέρα, με τον Ολυμπιακό για το πρωτάθλημα, ανεξάρτητα αν πρόκειται για το πιο αδιάφορο, από βαθμολογικής πλευράς, παιχνίδι που έχουν παίξει οι δυο τους εδώ και πολλά χρόνια.

Εννοείται λοιπόν ότι οι πανηγυρισμοί και οι έπαινοι στον Νικ, δεν φτάνουν για να σβήσουν όλα όσα διαδραματίστηκαν στο παρκέ και προκάλεσαν, τουλάχιστον προβληματισμό. Επανεμφανίστηκαν ασθένειες που οι περισσότεροι πίστευαν ότι είχαν θεραπευθεί.

Ξεκινώντας με την νοοτροπία της διαχείρισης του +20, από τον προπονητή, τους παίκτες και τον κόσμο και φτάνοντας μέχρι την προβληματική αγωνιστική εικόνα, όταν πια το παιχνίδι μετατράπηκε σε ντέρμπι, μπορεί να βρει κανείς ένα σωρό εκτροπές από την μπασκετική κανονικότητα στην οποία μας έπειθε, ως τώρα, ότι έχει μπει ο Παναθηναϊκός.

Η μόνη «ευχάριστη εκτροπή», ήταν η ασυνήθιστη αποτελεσματικότητα στις βολές (28/33) που συνιστά επίτευγμα αν λάβουμε υπ’ όψη μας ότι οι «πράσινοι» ήταν η ομάδα με το χαμηλότερο ποσοστό της διοργάνωσης από τη γραμμή, την ίδια ώρα που η Ζαλγκίρις, σε ματς που έχασε μέσα από τα χέρια της είχε 25/34.

Για παράδειγμα, αν ένας ουδέτερος παρατηρητής προσπαθήσει να κόψει δέκα φάσεις του αγώνα με κριτήριο την μπασκετική τους ποιότητα, οι εννέα θα ανήκουν στην Ζαλγκίρις. Ειδικά ο τρόπος που αξιοποιήθηκε ο Καβαλιάουσκας, γύρω από τον οποίο στήθηκαν, διαβάστηκαν και αξιοποιήθηκαν όλα τα mismatch ήταν υποδειγματικός. Ο άλλοτε σέντερ του Πανιωνίου και της Καβάλας, πέρα από το ατομικό ρεκόρ πόντων (21), έγινε ο άξονας γύρω από τον οποίο η πράσινη άμυνα γύριζε συνέχεια μέχρι που ζαλίστηκε.Και ο μπαγάσας τα έκανε όλα αυτά στο τέλος μιας μέρας που οργίασαν οι φήμες, ότι η πράσινη διοίκηση κινείται πιο έντονα από ποτέ να βρει έναν σέντερ για να γεμίσει τη ρακέτα, αφού αποδεδειγμένα ο Ογκουστ δεν καταφέρνει να δώσει χείρα βοηθείας.

Από την άλλη ο Παναθηναϊκός, από την στιγμή που έχασε τόσο γρήγορα την διαφορά, θόλωσε. Έπαψε να διαβάζει πότε πρέπει να κάνει φάουλ και πότε όχι, σταμάτησε να κινείται, να κυκλοφορεί την μπάλα και προσπάθησε να βγει από το αδιέξοδο μέσα από ατομικές προσπάθειες, πράγμα ασυνήθιστο για το φετινό προφίλ του. Αν δεν είχα διαβάσει το αυτομαστίγωμα το Καλάθη στο “Euroleague Greece”είμαι μ@@@@@ς που δεν μιλάω ελληνικά») θα πίστευα ότι την ώρα που διαπίστωνε ότι τα πράγματα πήγαιναν να στραβώσουν, όπως επίσης και την στιγμή που πήρε τη μπάλα για να ξεκινήσει την τελευταία επίθεση και το φάσμα της ήττα πλανιόταν πάνω από το ΟΑΚΑ, είχε αρχίσει να τραγουδάει τον Εθνικό Ύμνο («και σαν πρώτα ανδρειωμένοι…»), ή κανένα από τα τραγούδια της Σοφίας Βέμπο, που εμψύχωναν τους ηρωικούς στρατιώτες που πήγαιναν στο μέτωπο φωνάζοντας «αέραααα», για να πολεμήσουν με επίγνωση ότι ο αντίπαλος είχε πλεονέκτημα.

Πάντως, για να τα λέμε όλα, ο Παναθηναϊκός, αξιοποίησε στο έπακρο την δύναμη της έδρας σε τέτοιο βαθμό που φαντάζομαι ότι αυτή τη φορά δεν δικαιούται να έχει παράπονο ότι (μόνο εκείνος) αδικείται από την διαιτησία.

Από εκεί και πέρα, το θέμα πλέον είναι να αποδειχθεί ότι η συγκεκριμένη εμφάνιση, ως προϊόν κόπωσης σωματικής, πνευματικής και ψυχολογικής, ήταν απλά μια κακή παρένθεση και όχι για την αρχή ενός ντεφορμαρίσματος (στην καλύτερη περίπτωση) ή ενός πισωγυρίσματος( στην χειρότερη) στην πιο κρίσιμη στιγμή. Και οι απαντήσεις σε τέτοιου είδους ερωτήσεις δίνονται μόνο στο γήπεδο.