TOP ΑΓΩΝΕΣ
  • TOP ΑΓΩΝΕΣ
  • BUNDESLIGA

ΔΕΙΤΕ ΤΑ LIVE
Και ποιος θα μπορούσε να τους νικήσει;

Και ποιος θα μπορούσε να τους νικήσει;

Και ποιος θα μπορούσε να τους νικήσει;

Μετά τα polls του gazzetta.gr, ο Βασίλης Βλαχόπουλος γράφει για τους παίκτες που επιλέξατε, ξεχωρίζει μια ντουζίνα μη Ευρωπαίων παικτών που φόρεσαν τη φανέλα του Άρη και αναρωτιέται αν θα μπορούσαν να χάσουν έστω ένα παιχνίδι…

Με το ποσοστό δημοτικότητας (43%) που εξασφάλισε ο Ουίλι Σόλομον θα μπορούσε κάλλιστα να σχηματίσει κυβέρνηση ακόμη και με το σύστημα της… απλής αναλογικής. Ο «Free Willie» ( κάπως έτσι τον αποκαλούσαμε μετά την υπόθεση ντόπινγκ) ήταν δύσκολο καρότσι. Ατίθασος από τα κολεγιακά χρόνια του στο Κλέμσον, ήρθε στη Θεσσαλονίκη μετά από γεμάτη σεζόν στο ΝΒΑ με τους Μέμφις Γκρίζλις. Πυραυλοκίνητος σε ομάδα η οποία κινούταν με κάρβουνο. Δε χρειάστηκε πολύ χρόνο για να το καταλάβει, έτσι ήταν λογικό να νιώσει υπεράνω όλων, έδειξε την προσωπικότητά του, γι’ αυτό τότε ο Βαγγέλης Αλεξανδρής κρατούσε γκέμια για να τον συγκρατεί. Η τελευταία εικόνα πάντα είναι σημαντική κι αυτή του Αμερικανού ήταν στον τελικό του Κυπέλλου με τον Παναθηναϊκό το 2003. Τότε ο Αλεξανδρής επέλεξε να παίξει τα τελευταία τρία κρίσιμα λεπτά με τον Σόλομον, παρότι ήταν σε κακή βραδιά. Προσωπικά, το ίδιο θα έκανα, αλλά ο Αμερικανός δεν ανταποκρίθηκε. Ο Σμους Πάρκερ συγκέντρωσε μόλις το 9% των ψήφων παρότι πήρε στην πλάτη του την ομάδα στον τελικό του 2004 στη Λαμία. Λογικό το 14% του Τερέλ Κασλ, άδικο το 7% στον «στρατηγό», Γκάρι Γκραντ.

Η πρόσφατη εικόνα κυριάρχησε στην επιλογή (σας) για τη θέση του σούτινγκ γκαρντ καθώς ο Τζέρελ ΜακΝιλ έπαιξε στον Άρη προ πενταετίας. Στην περίπτωση του Αμερικανού, η καριέρα του δεν είναι ενδεικτική της ικανότητάς του. Πλήρωσε σε μεγάλο βαθμό το γεγονός ότι τα καλοκαίρια λειτουργεί σαν τα ζώα που πέφτουν σε χειμερία νάρκη. Εξαφανίζεται από προσώπου γης, δεν τον εντοπίζει κανείς και συνηθίζει να «κλείνει», αφού ολοκληρώσει τις πολύμηνες διακοπές του. Γι’ αυτό δεν έμεινε στον Άρη τη σεζόν 2016-17. Ως χαρακτήρας και παίκτης είναι «σκύλος». Σε επίπεδο προσφοράς όμως, ο Τόμπι Μπέιλι έδωσε πολλά περισσότερα στον Άρη. Ο Αμερικανός είχε όλο το πακέτο. Άμυνα, σουτ, διείσδυση, κάρφωμα και προσωπικότητα. Ο δεύτερος (με ποσοστό 20%) Άλεξ Σκέιλς ήταν περίεργος χαρακτήρας. «Δολοφόνος» όταν έβρισκε ρυθμό, αλλά στην κακή μέρα του, κατέστρεφε και την ομάδα του. Όπως έγινε στη σειρά των αγώνων της ημιτελικής φάσης με τον Ολυμπιακό, ειδικά στον 5ο στο Παλέ.

Πι Τζέι Τάκερ στη θέση «3». Ο Αμερικανός ήταν επιλογή του Σαρόν Ντρούκερ. Ο Ισραηλινός προπονητής είχε ένα χάρισμα κι ένα κακό. Ήξερε να διαλέγει παίκτες, ήταν άριστος γνώστης της αγοράς και από την άλλη πλευρά, στη δική του κοσμοθεωρία η προπόνηση δεν είχε θέση. Υιοθέτησε αρκετά τεχνάσματα προτάσσοντας το «μαζί» καθώς τύπωνε μπλουζάκια κλπ. Ο Τάκερ κέρδισε περισσότερα από τον Άρη συγκριτικά μ’ αυτά που πρόσφερε και φάνηκε ότι έφυγε σαν… φυγάς. Στην πραγματικότητα, δεν τον ήθελε ο Λευτέρης Σούμποτιτς και η πρόταση της Μοντεγκρανάρο κάθισε βούτυρο στο ψωμί για την εξασφάλιση και 40-50 χιλιάδων δολαρίων. Με γνώμονα το επίπεδο προσφοράς, ο Τζέι Τζέι Άντερσον κουβάλησε τον Άρη για τουλάχιστον 10-12 αγωνιστικά λεπτά στον τελικό του Τορίνο. Αν το κριτήριο είναι η μπασκετική ικανότητα, Χάρολντ Έλις δίχως συζήτηση. Ο Αμερικανός είχε τα πάντα. Άμυνα, διείσδυση, ριμπάουντ, έκρηξη, highlights… εκτός από μακρινό σουτ. Αν το είχε εξάλλου, δεν θα ερχόταν στη Θεσσαλονίκη κι έτσι είχε λυθεί μια απορία του Σούλη Μαρκόπουλου. Το αρνητικό με τον Έλις ήταν ότι, είχε αποφασίσει να φύγει πριν τους αγώνες των Playoffs με τον ΠΑΟΚ τη σεζόν 1995-96. Το γνώριζε όλο το προσωπικό στο τότε φημισμένο κέντρο διασκέδασης «Νανί Νανί». Η βαλίτσα ήταν έτοιμη πριν τον 2ο αγώνα, ασχέτως του ότι μετά από εκείνο το παιχνίδι και βαστώντας το χαρτί της στατιστικής προσπαθούσε να αποδείξει ότι δεν έφταιγε ο ίδιος, περιφερόμενος στους διαδρόμους του Αλεξανδρείου.

Έστω στις καθυστερήσεις, αποκαταστάθηκε μια αδικία στη θέση «4» καθώς τη στιγμή που γράφοντας αυτές οι αράδες, ο Χοσέ Πικουλίν Ορτίθ προηγείται κατά μία ποσοστιαία μονάδα. Ο Πορτορικάνος δεν συγκρίνεται με κανέναν άλλον. Ποιος Μάσεϊ και Μπέρι… Καταρχήν, μπήκε στη λίστα των πάουερ φόργουορντ γιατί χρησιμοποιήθηκε εκεί στην πρώτη χρονιά του. Έπαιζε ασφαλώς και στο «5», ειδικά στη δεύτερη χρονιά. Ο Μπέρι ήρθε στον Άρη σε εξαιρετικά κακή περίοδο για τον ίδιο. Είχε προηγηθεί ένα άγονο εξάμηνο λόγω προβλήματος υγείας (σ. σ. θαρρώ ότι ήταν στο αίμα του). Ο Μπέρι του Άρη δεν είχε καμία σχέση με τον παίκτη που έκανε τη μία πιρουέτα μετά την άλλη με τους Ολυμπιακό, Ηρακλή και ΠΑΟΚ. Με εξαίρεση μάλιστα 3-4 καλάθια που είχε σημειώσει στην εκτός έδρας νίκη επί του Παναθηναϊκού, προσωπικά δεν έχω άλλη εικόνα. Ο Τζερεμάια Μάσεϊ δεν είχε τα fundamentals των άλλων δύο, αλλά διέθετε τρομερή έκρηξη. Πλήρωσε σε μεγάλο βαθμό το επίπεδο ανωριμότητάς του, το ότι δεν λειτούργησε ως επαγγελματίας εκτός παρκέ.

Το poll για τη θέση «5» έγινε για τυπικούς λόγους. Κανείς δεν θα μπορούσε να σταθεί μπροστά στον Ρόι Τάρπλεϊ; Ούτε ο σπουδαίος Τσαρλς Σάκλεφορντ, ο γίγαντας με τα γυάλινα γόνατα. Οι δύο σπουδαιότεροι (μη Ευρωπαίοι) σέντερ που φόρεσαν τη φανέλα του Άρη, είχαν τρία κοινά στοιχεία. Αμφότεροι ήταν προβληματικοί και επιρρεπείς τις καταχρήσεις, κατέκτησαν ευρωπαϊκούς τίτλους κι έφυγαν από τη ζωή στα 51α τους χρόνια. Ο Ρόι κατανάλωσε τόνους μπύρας και η υπερβολική χρήση αλκοόλ του προκάλεσε ηπατική ανεπάρκεια. Από τα κολεγιακιά χρόνια του, ο Σάκλεφορντ έκανε χρήση ναρκωτικών αλλά στα τελευταία χρόνια της ζωής του ήταν ενεργός σε φιλανθρωπικά προγράμματα, βοηθώντας άπορους. Έφυγε από τη ζωή λόγω μεγαλοκαρδίας.

Καταλήγουμε με μια 12αδα. Αν το κριτήριο είναι το επίπεδο της προσφοράς στον Άρη, τότε στη θέση «3» απαιτείται να είναι ο Τζέι Τζέι Άντερσον. Αν όμως το βασικό στοιχείο επιλογής είναι η ανταπόκριση στις απαιτήσεις του σύγχρονου μπάσκετ, τότε αντικαθίσταται με τον Άλεξ Σκέιλς «βαφτίζοντας» τον τελευταίο σμολ φόργουορντ.

Πλέι Μέικερ: Ουίλι Σόλομον Σμους Πάρκερ, Τερέλ Κασλ

Σούτινγκ Γκαρντ: Τόνι Μπέιλι, Τζέρελ ΜακΝιλ

Σμολ Φόργουορντ: Χάρολντ Έλις, Τζέι Τζέι Άντερσον

Πάουερ Φόργουορντ: Χοσέ Πικουλίν Ορτίθ, Τζερεμάια Μάσεϊ, Τζο Αρλάουκας

Σέντερ: Ρόι Ταρπλεϊ, Τσαρλς Σάκλεφορντ