ΔΕΙΤΕ ΤΑ LIVE
Τι κέρδισε ο ΠΑΟΚ από τις αλλαγές των ξένων;

Τι κέρδισε ο ΠΑΟΚ από τις αλλαγές των ξένων;

Τι κέρδισε ο ΠΑΟΚ από τις αλλαγές των ξένων;

Εξαιρουμένου του Άνταμ Σμιθ ο οποίος οικειοθελώς αποφάσισε την αποχώρησή του από τον ΠΑΟΚ, από τους υπόλοιπους πέντε ξένους παίκτες που άρχισαν τη σεζόν στον Δικέφαλο παρέμεινε μόνο ο Άαρον Μπεστ και το gazzetta.gr εστιάζει στις επιδόσεις των αθλητών κάνοντας τον απολογισμό της κάθε κίνησης.

Οι αλλαγές γίνονται προς την κατεύθυνση βελτίωσης της αγωνιστικής εικόνας μιας ομάδας, εμμέσως πλην σαφώς αποτελούν την παραδοχή μιας λανθασμένες επιλογής και στην περίπτωση του ΠΑΟΚ  έγιναν σε μικρό χρονικό διάστημα σε μια απέλπιδα προσπάθεια αναστροφής της αρνητικής αγωνιστικής κατάστασης. Η αλήθεια είναι ότι πλην της αντικατάστασης του Αμάντσε Εγεκέζε με τον Σάνον Σόρτερ, οι υπόλοιπες αξίζει τον κόπο να μπουν στο μικροσκόπιο, συνυπολογίζοντας ασφαλώς και τα χρήματα που επενδύθηκαν. Διότι, άλλη αξία έχει η επιλογή ενός παίκτη ο οποίος πληρώνεται 3.5-4 χιλιάδες δολάρια τον μήνα από μια αντίστοιχη της οποίας το κόστος πλησιάζει τα 10.000 δολάρια μηνιαίως.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι…

Δεν μπαίνει καν στο μικροσκόπιο η αντικατάσταση του Αμάντσε Εγεκέζε με τον Σάνον Σόρτερ. Καταρχήν, ο πρώτος κατατάσσεται στη λίστα των χειρότερων ξένων παικτών που φόρεσαν τη φανέλα του ΠΑΟΚ. Η προσφορά του στην ομάδα άγγιξε το μηδέν και μοιραία έχασε τον έστω λιγοστό χρόνο συμμετοχής που είχε. Εξαίρεση αποτέλεσε ένα παιχνίδι απέναντι στον Παναθηναϊκό όπου ο Αμερικανός (νιγηριανής καταγωγής) σημείωσε 20 πόντους με 6/9 τρίποντα. Συνολικά και σε 11 αγώνες (με μέσο όρο συμμετοχής τα 13 λεπτά) πρόσφερε 3.2 πόντους και 2.3 ριμπάουντ ανά αγώνα. Ο Σόρτερ προσφέρει 16.9 πόντους κατά μέσο όρο, προφανώς είναι μαθημένος σε στιλ μπάσκετ το οποίο παρουσιάζει διαφορές σε σχέση με το ευρωπαϊκό, ωστόσο δεν αμφισβητείται το επίπεδο προσφοράς του στην ομάδα.

Μπράουν ή Λιούις;

Πρόκειται ίσως για τη σημαντικότερη αγωνιστική απόφαση που έλαβε ο ΠΑΟΚ καθώς δεν είναι τόσο εύκολη η αλλαγή του βασικού πλέι μέικερ. Το περασμένο καλοκαίρι και επιλέγοντας τον Τζεκουάν Λιούις, στον Δικέφαλο προφανώς γνώριζαν την ποικιλία των χαρακτηριστικών του Αμερικανού γκαρντ. Έχοντας προς διάθεση ένα ποσό της τάξεως των πέντε χιλιάδων δολαρίων (για μηνιαίες απολαβές), πρόσφεραν δουλειά στον Λιούις σε μια επιλογή (θεωρητικά) χαμηλού ρίσκο γιατί ο παίκτης είχε γνώση του ελληνικού Πρωταθλήματος. Ο Αμερικανός δεν ανταποκρίθηκε στις απαιτήσεις, εξελίχθηκε σε μοιραίος παίκτης σε τουλάχιστον τέσσερα παιχνίδια, περιορίστηκε στους 9.5 πόντους ανά αγώνα με χαμηλό ποσοστό στα δίποντα (39.6%) και ικανοποιητικό στο μακρινό σουτ (40%), αλλά έκανε τη δουλειά του στο κομμάτι της δημιουργίας με 5.3 τελικές πάσες. Κύριο χαρακτηριστικό του ήταν η αγωνιστική αστάθεια όχι μόνο από παιχνίδι σε παιχνίδι, αλλά ακόμη και από δεκάλεπτο σε δεκάλεπτο. Επίσης, είχε τρομακτική δυσκολία στη διαχείριση των κρίσιμων στιγμών ενός αγώνα.

Υπό αυτές τις συνθήκες, αποφασίστηκε η αντικατάσταση του Λιούις με τον Μπόμπι Μπράουν. Εκτιμήθηκε ότι ο τελευταίος θα άλλαζε τις αγωνιστικές ισορροπίες, προς αυτήν την κατεύθυνση του, η σχετική απαίτηση ήταν λογική από τη στιγμή που η μηνιαίες απολαβές του είναι τουλάχιστον τριπλάσιες σε σχέση με του προκατόχου του, αλλά το αποτέλεσμα δεν δικαίωσε τους εμπνευστές αυτής της αλλαγής. Ο έμπειρος Αμερικανός προφανώς δεν ανταποκρίθηκε στις απαιτήσεις. Μπορεί να προσφέρει 12.1 πόντους ανά αγώνα αλλά τα ποσοστά ευστοχίας του είναι απελπιστικά (36.6% στα δίποντα και 26.5% στα τρίποντα), υπέπεσε σε περισσότερα λάθη σε σχέση με τον Λιούις, αποδείχθηκε επίσης και λιγότερο δημιουργικός με τις 3.7 ασίστ. Πέραν αυτών, οι αντιδράσεις του στις κρίσιμες στιγμές των αγώνων δεν είχαν καμία διαφορά με τις αντίστοιχες του Λιούις. Επί της ουσίας, ο ΠΑΟΚ δεν βγήκε κερδισμένος από τη συγκεκριμένη αντικατάσταση χάνοντας μάλιστα και παιχνίδια τα οποία είχε «υπολογίσει» για την αγωνιστική επιβίωσή του.

Άτεχνος αλλά πιο παραγωγικός ο Νόουλς

Ο Ζέιν Νόουλς προφανώς δεν έπειθε με τον τρόπο εκτέλεσής του αλλά και τις κινήσεις του στο παρκέ. Σαφέστατα στηρίχθηκε στα σωματικά χαρακτηριστικά, δεν διέθεσε μπασκετική ποιότητα, αλλά για τα 3.500 δολάρια που εισέπραττε τον μήνα, μια χαρά έκανε τη δουλειά του. Για την ακρίβεια, είχε 9.4 πόντους κατά μέσο όρο με 63.2% ποσοστό ευστοχίας στα σουτ και παράλληλα μάζευε 7.75 ριμπάουντ εκ των οποίων τα 3.2 ήταν επιθετικά. Στο σύστημα αξιολόγησης συγκέντρωσε 12.2 βαθμούς ανά παιχνίδι. Ο Εμ Τζέι Ρέτ έχει καλύτερα (μπασκετικά) στοιχεία σε σχέση με τον Νόουλς, ωστόσο το ζητούμενο στη συγκεκριμένη περίπτωση ήταν να προσφέρει περισσότερα από τον προκάτοχό του. Σύμφωνα με τους αριθμούς, ο Αμερικανός προσφέρει λιγότερους πόντους (9π.), με χαμηλότερο ποσοστό ευστοχίας (61.5%) και μαζεύει ένα ριμπάουντ λιγότερο σε σχέση με τον Νόουλς. Παράλληλα, έχει μεγαλύτερο συμβόλαιο σε σχέση με τον σέντερ από τις Μπαχάμες.

Δεν δικαιώθηκε για την αλλαγή

Η αντικατάσταση του Αντουέιν Ουίγκινς μάλλον ήταν η πιο απρόσμενη κίνηση των ανθρώπων του ΠΑΟΚ γιατί αποφασίστηκε σε μια περίοδο κατά την οποία ο Αμερικανός ήταν από τους ηγέτες της ομάδας και θεωρητικά θα έπρεπε άπαντες να «επενδύσουν» στην καλή αγωνιστική κατάστασή του. Συνολικά, ο Ουίγκινς είχε 9.6 πόντους κατά μέσο όρο με ποσοστό ευστοχίας 57.6% στα δίποντα. Είχε επίσης επτά ριμπάουντ ανά αγώνα, εκ των οποίων τα τρία επιθετικά.

Ο Τζακόρει Ουίλιαμς αποκτήθηκε με την προοπτική προσθήκης ενός παίκτη με περισσότερα αμυντικά χαρακτηριστικά, τούτο όμως δεν αποδείχθηκε στην πράξη. Παράλληλα, ο Αμερικανός πρόσφερε λιγότερα από τον προκάτοχό του στην επίθεση έχοντας εννιά πόντους ανά αγώνα με 53.5% στα δίποντα και 6.75 ριμπάουντ.

Κανένα όφελος από τις αλλαγές

Αυτό το συμπέρασμα αναδεικνύεται μέσα από τη σύγκριση της προσφοράς των παικτών που άρχισαν τη σεζόν με την αντίστοιχη αυτών που τους αντικατέστησαν. Αποτυπώθηκε επίσης στην αγωνιστική πορεία της ομάδας. Ανεξαρτήτως της χαμηλής θέσης του ΠΑΟΚ στη βαθμολογία από το ξεκίνημα της αγωνιστικής περιόδου, μετά τις αλλαγές «χάθηκαν» παιχνίδια τα οποία είχαν υπολογιστεί από τους ανθρώπους του Δικεφάλου προς υλοποίηση του στόχου της επιβίωσης…