TOP ΑΓΩΝΕΣ
  • TOP ΑΓΩΝΕΣ
  • TURKISH AIRLINES EUROLEAGUE
  • UEFA EUROPA LEAGUE
ΔΕΙΤΕ ΤΑ LIVE

Μην κάνεις την πάπια, Τάιλερ!

Μην κάνεις την πάπια, Τάιλερ!

Μην κάνεις την πάπια, Τάιλερ!

Η μπασκετική Ελλάδα θα ξενυχτήσει απόψε, άμποτε και μεθαύριο (μέσω της Cosmote TV) για χάρη του Τάιλερ Ντόρσεϊ και ο Βασίλης Σκουντής ξεσκονίζει τις ιστορίες των ελληνικών θριάμβων στο NCAA... 

Δεν υπάρχει βεβαίως τίτλος χωρίς τελικό, αλλά ούτε και τελικός χωρίς ημιτελικό, που είναι το εκ των ων ουκ άνευ. Εντάξει δεν διατυπώνω καμιά σοφία, ούτε καν σοφιστεία, αλλά έχει το λόγο της αυτή η αναφορά...

Λοιπόν εάν οι “Πάπιες” του Ορεγκον δεν ποιήσουν την ...νήσσαν και καταφέρουν να διανύσουν (απόψε και τα ξημερώματα της Τρίτης) όλο το δρόμο έως τον χρυσοποίκιλτο θρόνο του κολεγιακού πρωταθλήματος, ο Τάιλερ Ντόρσεϊ θα έχει καταγάγει έναν μεγάλο θρίαμβο, που αφενός θα εκτοξεύσει τις δικές του μετοχές στο χρηματιστήριο του αμερικάνικου μπάσκετ (ενόψει και του ντραφτ του ΝΒΑ) και αφετέρου θα μας κάνει να κορδωνόμαστε σαν τους γάλους από την υπερηφάνεια μας.

Σαν τους γάλους (με ένα λάμδα), αλλά ως Ελληνες, καθότι ένα δικό μας παιδί και μάλιστα όχι άγνωστος και ανεξιχνίαστος, αλλά ήδη διεθνής θα έχει επιζήσει της τρέλας του Μαρτίου και της παράνοιας του Απριλίου!

Αλλά προσοχή, δεν θα είναι ο πρώτος, ούτε και ο μόνος Ελληνας - ή για την ακρίβεια, ελληνοαμερικανός - ο οποίος θα έχει γευθεί το νέκταρ αυτού του θριάμβου!

Απλώς θα είναι ο πρώτος που θα το καταφέρει μετά από εξήντα έξι χρόνια και μετά τον θρυλικό πιονιέρο ως πρωταθλητή τόσο στο NCAA (Κεντάκι), όσο και στο ΝΒΑ (Σέλτικς), τον αείμνηστο Λου Τσιορόπουλο!

Λου, εκ του Ηλίας, όπως ήταν το όνομα που του έδωσε ο Πελοποννήσιος – και πιθανότατα Λάκων - πατέρας του, ο οποίος μετανάστευσε στο Λιν της Μασαχουσέτης και εργαζόταν ως επιστάτης σε ένα βυρσοδεψείο. Ο Λου γεννήθηκε εκεί στις 31 Αυγούστου του 1930, πήγε στο τοπικό γυμνάσιο (Lynn English) και το 1950 επιλέχθηκε από τον «βαρόνο» του αμερικανικού μπάσκετ, τον θρυλικό Αντολφ Ραπ (1901-1977) για να αποτελέσει μέλος της κολεγιακής ομάδας των Αγριόγατων του Κεντάκι και να χώσει τη μύτη του σε έναν χώρο όπου βρομάει μπάσκετ!

Για την ακρίβεια έχωσε τη μεγάλη μύτη του: μια μύτη που θύμιζε...ξιφία ή μάλλον τον Γάλλο συγγραφέα και ποιητή Σιρανό ντε Μπερζεράκ, όπως τον αποκαλούσαν οι συμπαίκτες του στο Κεντάκι: δεν τον βάφτισαν αυτοί τοιουτοτρόπως, αλλά οι σερβιτόροι ενός ξενοδοχείου στο Σαν Χουάν του Πουέρτο Ρίκο, όπου ταξίδεψαν ομαδικώς για να γλεντήσουν τον θρίαμβο τους στο NCAA το 1951!

Toν είδαν «μυτόγκα» αλλά επειδή ο Λου ήταν σωματώδης και πολύ δυνατός φοβήθηκαν να του το πουν κατάφατσα μήπως τους καταχεριάσει και το ρουφιάνεψαν στους συμπαίκτες του που άρχισαν την πλάκα!

Παρεμπιπτόντως το δεύτερο χαρακτηριστικό στοιχείο του Τσιορόπουλου ήταν το μακρόσυρτο και δύσκολο στην προφορά επώνυμο του, γι' αυτό λοιπόν ο Ραπ είχε φροντίσει να τυπώσει καρτελάκια με το spelling (Τsio-ro-pou-los) και πριν από κάθε αγώνα άφηνε από ένα τέτοιο στη γραμματεία για να τον εκφωνούν σωστά και χωρίς να κομπιάζουν!

Αλλά και πάλι οι Αμερικανοί δυσκολεύονταν και συνήθως τον... κατακρεουργούσαν!

Με το καλημέρα στο NCAA, τη σεζόν 1950-51 ο Τσιορόπουλος στέφθηκε πρωταθλητής, καθώς το Κεντάκι ανέβηκε στο θρόνο νικώντας στον τελικό του Φάιναλ Φορ στη Μινεάπολις, το Κάνσας Στέιτ με 68-58, ωστόσο η συνέχεια εξελίχθηκε σε μια απροσδόκητη περιπέτεια! Το φθινόπωρο του 1952 η αμερικανική κοινή γνώμη συνταράχθηκε από το σκάνδαλο των στημένων αγώνων του κολεγιακού πρωταθλήματος, στο οποίο ήταν αναμεμειγμένοι τέσσερις παίκτες του Κεντάκι. Ο Λου δεν ήταν ανάμεσα στους ενόχους, ωστόσο τη νύφη την πλήρωσε όλη η ομάδα η οποία αποσύρθηκε από το πρωτάθλημα και έχασε την ευκαιρία να κατακτήσει άλλο έναν τίτλο.

Αυτό το «death penalty» χαντάκωσε προσωρινά και τους τρεις αστέρες του Κεντάκι, που κατά σύμπτωση ακολούθησαν κοινή διαδρομή από το Κεντάκι προς τους Μπόστον Σέλτικς: ο Τσιορόπουλος, ο Κλιφ Χάγκαν και ο Hall of Famer Φρανκ Ράμσεϊ.

Το 1953 και ενώ όλοι τους είχαν επιλεγεί στο ντραφτ, αποφάσισαν να επιστρέψουν στο Κεντάκι για να κατακτήσουν τον τίτλο, που δεν κατάφεραν να διεκδικήσουν την προηγούμενη χρονιά και οδήγησαν τις «Αγριόγατες» στο εκπληκτικό ρεκόρ 25-0, αλλά εις μάτην: το NCAA απαγόρευσε τη συμμετοχή των τριών πρωτοκλασάτων παικτών στην τελική φάση του Τουρνουά και το όνειρο ενός δεύτερου κολεγιακού πρωταθλήματος έμεινε ανεκπλήρωτο.

Εκτός από το μπάσκετ, ο μυώδης, δυνατός και σκληροτράχηλος Τσιορόπουλος που είχε ύψος 1μ.96 επιδιδόταν με μεγάλη επιτυχία και στο αμερικάνικο ποδόσφαιρο, μάλιστα ο προπονητής της ομάδας του Κεντάκι, Πολ Μπράιαντ τον είδε μια μέρα να παίζει και πήγε αμέσως στο γραφείο του Ραπ...

«Αντολφ, θέλω να αφήσεις ένα δυνατό παιδί που έχεις να έρθει να παίξει ποδόσφαιρο. Τον είδα και είναι πολύ καλός» του εκμυστηρεύθηκε τον καημό του.

Ο Ραπ ρώτησε τον συνάδελφο του ποιον εννοούσε και η απάντηση του «Bear» (όπως αποκαλούνταν ο Μπράιαντ) ήταν μυθική...

«Τhis big Greek kid with a prominent nose»!

Παρά την επιθυμία και τις πιέσεις που άσκησε ο Μπράιαντ, αυτός ο μεγαλόσωμος Ελληνας με την προεξέχουσα μύτη έμεινε στη δούλεψη του Ραπ και διέπρεψε ως μπασκετμπολίστας και όχι ως παίκτης του football.

Χρόνια αργότερα το Κεντάκι απέσυρε τη φανέλα του (με το Νο 16), με την οποία πανηγύρισε έναν κολεγιακό τίτλο και ένα άνευ αντικρίσματος «perfect 25-0», ενώ είχε μέσο όρο 8.4 πόντους και 8.3 ριμπάουντ. Το 1953 που αποχώρησε από το Κεντάκι σε μια σεζόν στην οποία αποβλήθηκε οκτώ φορές με πέντε φάουλ αποφάσισε να υπηρετήσει τη στρατιωτική θητεία του στην Αεροπορία. Παρουσιάσθηκε λίγες μέρες μετά τη λήξη του πολέμου της Κορέας και το 1956 εντάχθηκε στους Μπόστον Σέλτικς, οι οποίοι τον είχαν επιλέξει τρία χρόνια νωρίτερα στο Νο 57 του ντραφτ ως αναπληρωματικός του Τομ Χέινσον στη θέση του σμολ φόργουορντ.

«Δεν ήταν τόσο αποτελεσματικός όσο εγώ στην επίθεση, αλλά έπαιζε άμυνα για σεμινάριο. Ηταν δυνατός, σκληρός και αφοσιωμένος, γι’ αυτό πάντοτε αναλάμβανε να μαρκάρει τον πιο επικίνδυνο φόργουορντ ή σέντερ των αντιπάλων μας και τον είχαμε σπεσιαλίστα σε αυτές τις δύσκολες αποστολές. Νομίζω ότι για τα δεδομένα εκείνης της εποχής, ο Λου υπήρξε το πρότυπο και το πρωτότυπο του έκτου παίκτη» είπε κάποτε ο Χέινσον, ο οποίος διετέλεσε επί εννέα σεζόν παίκτης των Σέλτικς (1956-1965) και επί άλλες εννέα (1969-1978) προπονητής τους.

Ο Τσιορόπουλος έπαιξε στους Σέλτικς από το 1956 έως το 1959 και σε αυτές τις τρεις περιόδους πρόλαβε να γευθεί το νέκταρ δυο τίτλων του ΝΒΑ! Στέφθηκε πρωταθλητής το 1957 και το 1959, ενώ το 1958 οι Κέλτες έφτασαν πάλι στον τελικό, αλλά ηττήθηκαν με 4-2 από τους Σεντ Λούις Χοκς του Μπομπ Πετίτ. Στη Βοστώνη έπαιξε μαζί με τον Τομ Χέινσον, τον Μπομπ Κούζι, τον Μπιλ Ράσελ, τον Μπιλ Σάρμαν, τον Σαμ Τζόουνς, τον ομόσταβλο του από το Κεντάκι, Φρανκ Ράμσεϊ και τον Κέι Σι Τζόουνς, με προπονητή τον θρυλικό Ρεντ Αουερμπαχ. Συνολικά έδωσε παρών σε 157 αγώνες του ΝΒΑ έχοντας μέσο όρο 5.8 πόντους, 4.8 ριμπάουντ και 1.1 ασίστ.

Γιατί εγκατέλειψε την ενεργό δράση σε ηλικία μόλις 29 ετών; Διότι το μεν πνεύμα πρόθυμον, η δε σαρξ ασθενής. Από τα κολεγιακά χρόνια του κιόλας αντιμετώπιζε προβλήματα με τα γόνατα του και μάλιστα κάποια στιγμή έφτασε να παίζει με κομμένους συνδέσμους και (όπως και ο Παναγιώτης Γιαννάκης σε όλη την καριέρα του) χωρίς τένοντες! Ενας αστικός μύθος αναφέρει ότι ο ίδιος επιδίωξε να επιδιορθώσει τη ζημιά, αλλά δεν τον άφησε ο Ραπ ο οποίος ήθελε σώνει και καλά να εξαργυρώσει την επιτυχία του Κεντάκι με την ανάληψη της τεχνικής ηγεσίας της εθνικής ομάδας των ΗΠΑ στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1952!

Μετά την πρόωρη απόσυρση του το 1959, ύστερα από μια εγχείριση στη μέση, ο Τσιορόπουλος ασχολήθηκε με διάφορες δουλειές, άλλες σχετικές και άλλες άσχετες με το μπάσκετ. Δεν θυμάμαι ποιος μου είχε πει κάποτε ότι στις αρχές της δεκαετίας του ’60 ήλθε στην Ελλάδα και γύρισε επίσης διάφορες χώρες της Μέσης Ανατολής διδάσκοντας σε σεμινάρια και προάγοντας το άθλημα ως εκπρόσωπος του οργανισμού «Basketball Information Service», που ήταν ο προπομπός του «Basketball Without Borders».

Ο Ελληνας πιονιέρος εργάσθηκε επί πέντε περιόδους ως προπονητής του «Dupont Manual High school» (με ρεκόρ 44 νίκες-61 ήττες), ενώ στη συνέχεια ανέλαβε τη θέση του αθλητικού διευθυντή στο ίδιο σχολείο. Επίσης άνοιξε μια επιχείρηση χονδρικής εμπορίας οινοπνευματωδών ποτών στο Λούιβιλ, διετέλεσε επικεφαλής των αθλητικών δραστηριοτήτων της ενορίας του, παντρεύτηκε, έκανε μια κόρη, ονόματι Τάρα και έγινε παππούς.

Τη σύζυγο του, Τζαν Σρόιερ, τη γνώρισε στο Λούιβιλ μάλιστα η ίδια είπε κάποτε ότι «ήταν πολύ πιο ψηλός από εμένα και δεν τολμούσα να βγω μαζί του χωρίς να φοράω ψηλά τακούνια». Όντας φανατικός με τα σπορ, στο πρώτο ραντεβού τους ο Λου αντί για κάποιο σινεμά ή εστιατόριο την πήγε σε έναν αγώνα ποδοσφαίρου του Manual και αυτή όχι μόνο δεν παραπονέθηκε, αλλά το καταχάρηκε κιόλας και μάλιστα του έκανε συνεχώς ερωτήσεις για τα δρώμενα!

Με τη σύζυγο του παντρεύτηκαν δυο φορές: πρώτα σε καθολική εκκλησία και εν συνεχεία σε ορθόδοξη, με ελληνικό γλέντι για να ικανοποιήσει και τους συγγενείς του!

Τι σόι άνθρωπος ήταν ο Λου; Γεννημένος και μεγαλωμένος στη δεκαετία του ’30, μέσα στην ατμόσφαιρα της οικονομικής ύφεσης (depression), έμαθε από μικρός να είναι σθεναρός, αποφασιστικός, ολιγαρκής (όπως οι Σπαρτιάτες) και πολέμιος του καταναλωτισμού. Είχε αδυναμία στα καπέλα Στέτσον, ενώ σε όλη τη ζωή του υπήρξε αγελαίος, φιλάνθρωπος (ειδικότερα στα παιδιά που έπασχαν από το σύνδρομο Down), ευχάριστος στις παρέες και πολύ γενναιόδωρος, ενώ ξεχώριζε πάντοτε για το χιούμορ, το πνεύμα και κυρίως για τις εγκυκλοπαιδικές γνώσεις και τις φιλοσοφημένες απόψεις του.

Πέρα από το παρατσούκλι «Σιρανό» οι συμφοιτητές, οι συμπαίκτες και οι φίλοι του τον αποκαλούσαν επίσης «Χρυσό Ελληνα», «Mister T» (λόγω της αδυναμίας τους να προφέρουν σωστά το επώνυμο του), «Greek Mafia» (επειδή πάντοτε είχε τον τρόπο να πείθει τους ανθρώπους με τους οποίους νταλαβεριζόταν και να αίρει τις επιφυλάξεις και τις αντιρρήσεις τους) και «Πλάτωνα»!

Το παρανόμι του αρχαίου Ελληνα φιλόσοφου του το κόλλησε ο διευθυντής του πανεπιστημίου του Λούιβιλ, Μπιλ Ολσεν, εξηγώντας ότι «εκεί που μιλάγαμε για την καθημερινότητα, ξαφνικά ο Λου επικαλούνταν διάφορα αποφθέγματα του Επίκουρου, ρήσεις του Γκαίτε, παροιμιώδεις φράσεις από τη Βίβλο και μας άφηνε όλους με το στόμα ανοικτό για την πολυμάθεια και τη φιλοσοφικότητα του. Η το άλλο που έκανε: ενώ κουβεντιάζαμε περί ανέμων και υδάτων, πετούσε μια περίεργη και ακαταλαβίστικη λέξη και κοιτάζαμε ο ένας τον άλλον με έκπληξη και απορία. Το έκανε επίτηδες για να μας μπερδέψει»!

Μια από αυτές τις απίθανες, ανεξήγητες και... ανύπαρκτες λέξεις ήταν το «phlasetic». «Χρησιμοποιούσε συχνά την έκφραση ‘’that’s rather phlasetic’’ και κανείς δεν ήξερε τι εννοούσε, αλλά επίσης κανείς δεν τολμούσε να τον ρωτήσει τι εννοούσε. Το τόλμησα εγώ μια φορά και μου απάντησε ψυχρά «δεν σημαίνει τίποτε, αγάπη μου, έτσι το λέω, για πλάκα» αποκάλυψε η γυναίκα του Τζαν η οποία δεν δίστασε να παραδεχθεί το εξής: «Από το πρώτο ραντεβού μας, εκεί στο γήπεδο, κατάλαβα ότι είχε κάτι φιλοσοφικό και μυστικιστικό μέσα του. Μείναμε 51 χρόνια παντρεμένοι και ορκίζομαι ότι δεν μπόρεσα ποτέ να τον ψυχολογήσω απολύτως και με ακρίβεια»!

Αυτό το μυστικιστικό στοιχείο έκανε τους γύρω τους και κυρίως εκείνους που δεν τον ήξεραν καλά και δεν είχαν συναγελασθεί μαζί του να τον παίρνουν από φόβο! «Μέναμε τόσα χρόνια σε διπλανά σπίτια και ποτέ δεν κατάλαβα εάν πίσω από το σκληρό και αυστηρό ύφος του κρυβόταν όντως ένας σκληρός άνθρωπος ή ένας με καρδιά μικρού παιδιού» σχολίασε η γειτόνισσα του, Μπέκι Εβανς.

Ο Λου Τσιορόπουλος έγραφε πολύ. Πολύ και παντού. Κάποιες δικές του σκέψεις ή αποσπάσματα από ποιήματα και διηγήματα που του άρεσαν, όταν δεν έβρισκε κάποιο σημειωματάριο για να τα αποτυπώσεις, τα έγραφε σε... χαρτί υγείας το οποίο έκοβε από την τουαλέτα και αυτή ήταν άλλη μια απόδειξη της αποφασιστικότητας του.

«Η περιουσία ενός ανθρώπου δεν μετριέται με τα λεφτά, με τα σπίτια, με τα αυτοκίνητα με τη φήμη και με την κοινωνική καταξίωση, αλλά με τη δύναμη της ψυχής του» έλεγε συχνά. «Ο δικός μου πλούτος δεν είναι τα τρία πρωταθλήματα, αλλά οι αντιξοότητες, που χρειάστηκε να ξεπεράσω και οι θυσίες τις οποίες έκανα για να τα κατακτήσω»...

Ο Λου Τσιορόπουλος έφυγε από τη ζωή στις 22 Αυγούστου του 2015 σε ηλικία 85 ετών. Έφυγε αφήνοντας έντονα τα ίχνη και ανεξίτηλα τα αποτυπώματα του, καθ’ όλες τις ιδιότητες του: Ως παίκτης. Ως πρωταθλητής στο NCAA και στο NBA. Ως προπονητής. Ως δάσκαλος. Ως μέντορας. Ως φιλόσοφος. Ως ένας πολύ ξεχωριστός και υπέροχος άνθρωπος....

Πριν από την Ιστορία του Τσιορόπουλου όμως υπάρχει η Μυθολογία δυο προγόνων του που εμπλουτίζουν ακόμη περισσότερο την ελληνική κληρονομιά και προσφέρουν στον Ντόρσεϊ την έμπνευση ενόψει της δικής του επιχείρησης στο Γκλεντέιλ της Αριζόνα...

Επτά χρόνια πριν από τον θρίαμβο του Τσιορόπουλου με το Κεντάκι, το ελληνικό μπάσκετ είχε επιδώσει επίσης τα διαπιστευτήρια του στο κολεγιακό μπάσκετ και μάλιστα με πολύ εμφατικό τρόπο, χάρη στον Μπιλ Κοτσορέ και στον Νικ Λουκίδη!

Να μα τον Θεό, η πτωχή και πειναλέα πλην τιμία Ελλάς, που μάλιστα εκείνη την εποχή βρισκόταν κάτω από τη γερμανική μπότα, είχε αφήσει τα έντονα αποτυπώματα της στο NCAA από το 1944!

Πώς; Χάρη στον Μπιλ Κοτσορέ ο οποίος διέπρεψε επί δυο σεζόν με τους Red Storm του Σεντ Τζον τους οποίους οδήγησε στην κατάκτηση του τίτλου του National Invitation Tournament, που προηγήθηκε κατά έναν χρόνο (1938) και μάλιστα την εποχή εθεωρείτο ισχυρότερο, δυσκολότερο, ανταγωνιστικότερο και πολύ πιο ενδιαφέρον από το Φάιναλ Φορ του NCAA.

Το Σεντ Τζον, υπό την καθοδήγηση του προπονητή Τζόε Λάπτσικ κατέκτησε τον τίτλο του ΝΙΤ το 1943 στο Μadison Square Garden με κορυφαίο παίκτη τον Χάρι Μπόικοφ και πέτυχε το repeat την επόμενη χρονιά, προεξάρχοντος του Κοτσορέ, ο οποίος αναδείχθηκε κιόλας πολυτιμότερος παίκτης του τελικού τουρνουά, σκοράροντας 40 πόντους στα τρία ματς, με αντιπάλους το Μπόουλινγκ Γκριν (44-40), το Κεντάκι (48-45, http://www.bigbluehistory.net/bb/statistics/Games/19440322StJohns.html) και το Ντι Πολ (47-39).

Την επόμενη χρονιά (1945) τον τίτλο κατέκτησε το Ντι Πολ με πυλώνα τον πρώτο σπουδαίο big man του ΝΒΑ, τον Τζορτζ Μάικαν (Μινεάπολις Λέικερς), ωστόσο ο Κοτσορές διέπρεψε και πάλι, με αποτέλεσμα να του απονεμηθεί το βραβείο “Haggerty” που αφορά τους κολεγιακούς παίκτες της Νέας Υόρκης. Παρά τη σπουδαία κολεγιακή καριέρα του και την ανάδειξη του δυο φορές ως All-American, o Κοτσορές δεν έπαιξε ποτέ στο ΝΒΑ. Είχε γεννηθεί στις 18 Σεπτεμβρίου του 1924 στη Νέα Υόρκη, ενώ έφυγε από τη ζωή τον Ιούνιο του 19071, σε ηλικία μόλις 46 ετών.

Εκτός νυμφώνος ΝΒΑ έμεινε επίσης και ο συνομήλικος του Κοτσορέ, ο Νικ Λουκίδης, που επίσης δημιούργησε το δικό του σημαίνον όνομα στο κολεγιακό μπάσκετ στα 40s.

Επτά χρόνια μετά τον τίτλο που κατέκτησε ο Κοτσορές στο NIT (1944) ήλθε η σειρά του Τσιορόπουλου να στεφθεί πρωταθλητής του ΝCAA (1951), αλλά η ελληνική αλυσίδα έμελλε να έχει και άλλους δυο κρίκους πριν από τον Ντόρσεϊ...

Δυο και μάλιστα μαζί και δίπλα: τον Βασίλη Λανέ και τον Γκρεγκ Οικονόμου που μοιράστηκαν την ευτυχία της κατάκτησης του τίτλου του ΝΙΤ τη σεζόν 1987-88 με το Κονέκτικατ και με προπονητή τον σπουδαίο μέντορα (και μετέπειτα τρεις φορές πρωταθλητή του NCAA, 1999, 2004, 2011) Tζίμι Καλχούν. Εκείνη τη σεζόν, επίσης στο Madison Square Garden (που άλλωστε είναι η μόνιμη έδρα της τελικής φάσης του ΝΙΤ) οι Ηuskies νίκησαν στον ημιτελικό το Μπόστον Κόλετζ με 73-67 και στον τελικό το Οχάιο Στέιτ με 72-67.

Ο προερχόμενος από τον Μίλωνα διεθνής σέντερ Βασίλης Λανές πήγε στο Κονέκτικατ με τις συστάσεις που έδωσε ο προερχόμενος από το Σέντρακλ Κονέκτικατ Στέιτ Στιβ Γιατζόγλου και έπαιξε σε πέντε αγώνες εκείνης της σεζόν με μέσο όρο 2.2 πόντους και 0.6 ριμπάουντ , ενώ στη συνέχεια αγωνίσθηκε στην ΑΕΚ, στον Ιωνικό Νικαίας, στη Δάφνη, στη γερμανική Κουάκενμπρουκ (νυν Αρτλαντ Ντράγκονς) και στην ισπανική Μαγιόρκα.

Ο Ελληνοαμερικανός σούτιγκ γκαρντ Γκρεγκ Οικονόμου μετά την κολεγιακή θητεία του (3.1π πόντοι, 0.7 ριμπάουντ) ήλθε στην Ελλάδα, φόρεσε για μια σεζόν τη φανέλα του Ολυμπιακού και επέστρεψε στις ΗΠΑ για να εργασθεί.

Εβδομήντα τρία, λοιπόν, χρόνια μετά τον Μπιλ Κοτσορέ, εξήντα έξι μετά τον Λου Τσιορόπουλο και είκοσι εννέα μετά τον Βασίλη Λανέ και τον Γκρεγκ Οικονόμου, ο κλήρος πέφτει στον Τάιλερ Ντόρσεϊ και μένει να δούμε εάν θα θριαμβεύσει για άλλη μια φορά το διαχρονικό ελληνικό μπασκετικό δαιμόνιο!

 

 

Best of internet