ΔΕΙΤΕ ΤΑ LIVE
Καλύτερα να σε εμπιστεύονται, παρά να σ’ αγαπούν

Καλύτερα να σε εμπιστεύονται, παρά να σ’ αγαπούν

Καλύτερα να σε εμπιστεύονται, παρά να σ’ αγαπούν

Ο Γιάννης Ντεντόπουλος παίρνει θέση στο «ντέρμπι» που ξέσπασε με αφορμή τη σύγχυση μεταξύ της  αναγνώρισης που αξίζει ένας πρωταθλητής για τις επιδόσεις του στα γήπεδα και του τρόπου που επιλέγει να ζει την προσωπική του ζωή.  

Υπάρχουν πολλοί τρόποι να ξεχωρίσει κανείς τους ανθρώπους που συναναστρέφεται ή παρακολουθεί να εκδηλώνουν δημόσια τις δεξιότητες- επάγγελμά τους. Αν το κριτήριο είναι η λογική, τότε οι βασικοί γνώμονες (πρέπει να) είναι η «επάρκεια», η «καταλληλότητα», η «χρησιμότητα» και η αποτελεσματικότητά τους σε τομείς που αυτή καταγράφεται με αντικειμενικά στοιχεία. Υπό αυτό το πρίσμα, θα μπορούσε να βάλει από τη μία τους «καλούς» (γιατρούς, δικηγόρους, καλλιτέχνες, δημόσιους υπάλληλους αθλητές κ.ο.κ) και από την άλλη τους κακούς, χωρίς να αποκλείονται οι διαβαθμίσεις, που υπάρχουν για να ξεχωρίζουν και οι «μεν» και οι «δεν», χωρίς να λαμβάνονται υπ’ όψιν, άλλης μορφής «μέτρα και σταθμά».

Η ανθρώπινη φύση, όμως, είναι εφοδιασμένη και με το συναίσθημα, το οποίο, εμπλέκεται στην λήψη τέτοιου αποφάσεων, με μοναδικό κριτήριο το «μου αρέσει» ή «δεν μου αρέσει», το «συμπαθώ» ή «δεν συμπαθώ».

Στον τρόπο και κυρίως οι δόσεις με τις οποίες συνδυάζονται αυτές οι δυο λειτουργίες (λογική και συναίσθημα) μπορεί ένας εξειδικευμένος μελετητής να αποδώσει,  σε μεγάλο βαθμό, πολλά από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά φυλών, εθνών, κρατών, πόλεων, οικογενειών, ατόμων, λαμβάνοντας υπ’ όψιν την εκάστοτε ιστορία (dna) και το συγκεκριμένο περιβάλλον, μέσα στο οποίο διαμορφώνονται τέτοιου είδους απόψεις.

Πολλάκις έχει διατυπωθεί η άποψη,  για παράδειγμα, ότι η εκδήλωση δυο διαφορετικών απόψεων, σε ορισμένες χώρες μπορεί να δώσει αφορμή για συζήτηση και προβληματισμό ώστε να υπάρξει μια στοιχειώδης διερεύνηση, στην Ελλάδα αυτόματα πυροδοτεί έναν μηχανισμό διχασμού. Τα περίφημα «ντέρμπι» όπως έγραφε ο αείμνηστος Φρέντι Γερμανός: δεξιά-αριστερά, Ολυμπιακός-Παναθηναϊκός, έντεχνο-εμπορικό και πάει λέγοντας. Το βασικό χαρακτηριστικό των ελληνικών ντέρμπι είναι ο φανατισμός. Η έλλειψη ανοχής και σεβασμού στην γνώμη του άλλου. Όποιος δεν είναι μαζί μας, είναι εχθρός μας.Πού διάθεση για σύνθεση;

Από την άλλη, ο στίβος, ο «βασιλιάς των Ολυμπιακών Αγώνων», έχει ένα μεγάλο πλεονέκτημα σε σχέση με άλλα αθλήματα τα οποία εμπεριέχουν τον παράγοντα διαιτησία :οι επιδόσεις μετρούνται αντικειμενικά,  με χρονόμετρο και μεζούρα. Αποφεύγοντας (αλλά όχι παραγράφοντας φυσικά) τη συζήτηση περί ντόπινγκ, που δεν είναι το θέμα μας και αν δεχθούμε ότι οι αθλητές που συμμετέχουν σε έναν αγώνα το κάνουν επί ίσοις όροις, τότε η τελική κατάταξη είναι μια δίκαιη αποτύπωση του αποτελέσματος του συναγωνισμού. Δεν μετράει το χρώμα σου ή η καταγωγή σου. Δεν πα να είναι γιος πρωθυπουργού, ή γόνος μεγάλης πολιτικής οικογένειας, αν δεν μπορείς να τρέξεις σε ανταγωνιστικούς χρόνους,  να πηδήξεις όσο ψηλά ή μακριά χρειάζεται ή αν δεν κάνεις ρίψη που να σε βάζει στην ελίτ, πρωταθλητής δεν γίνεσαι. Πρωταθλητή σε κάνει το κράμα ταλέντου, προσπάθειας και χαρακτήρα. Και μόνο για την διαδικασία που είσαι υποχρεωμένος να διανύσεις, για να φτάσεις ως εκεί,  είσαι αξιέπαινος και αξιοθαύμαστος. Είτε είσαι δεξιός, είτε αριστερός, είτε Ολυμπιακός,  είτε Παναθηναϊκός, είτε ακούς στα ακουστικά κλασσική μουσική, είτε σκυλάδικα. 

Το τι θα κάνεις έξω από το στίβο, ή μετά από αυτόν είναι μια τελείως διαφορετική ιστορία, η οποία μπορεί να αξιολογηθεί με τελείως διαφορετικά κριτήρια και όταν έρθει η ώρα. Έκαστος στο είδος του, που λέμε.

Καταλαβαίνετε ότι όλα αυτά αφορούν τους βλακώδεις διαχωρισμούς που προέκυψαν την στιγμή που αρχίσαμε να αναρωτιόμαστε αν έπρεπε να αποτίσουμε φόρο τιμής στην Βούλας Παπαχρήστου σε σχέση με όλους τους άλλους πρωταθλητές και δόξα τω Θεό αυτή τη φορά είχαμε ασυνήθιστα πολλούς για τα οικονομικά δεδομένα της χώρας τα τελευταία χρόνια.

Αν ήταν έτσι οι αντικαπνιστές δεν θα δίδασκαν ποτέ τις αέρινες κινήσεις του Γιόχαν Κρόϊφ, οι αριστεροί  θα αηδίαζαν με τις ντρίπλες του καπιταλιστή Πελέ, όσοι δεν χώνευαν τους αλκοολικούς και τους γυναικάδες θα έκαναν ότι δεν υπήρξε ποτέ ο Τζορτζ Μπέστ, οι πολέμιοι του τζόγου θα έριχναν στην πυρά τις πτήσεις του Μάϊκλ Τζόρνταν και μόνο οι έμποροι ναρκωτικών θα παρακολουθούσαν τα σόου του Ντιέγκο Μαραντόνα γιατί πέρασε μια ζωή βυθισμένος στις ουσίες και ενίσχυσε τον κύκλο εργασιών τους. Όπως θα έλεγαν και οι προπονητές τους: «καλά , δεν θα του δώσω και την κόρη μου». Για να μην επεκταθούμε και  πάμε στις ιδιαιτερότητες και τις κακές συνήθειες που έχουν αποκαλυφθεί για την παράλληλη ζωή μορφών των γραμμάτων και της τέχνης. Όσο για τους πολιτικούς που ενεπλάκησαν επιθετικά σε αυτό το γαϊτανάκι, η επιστήμη σηκώνει τα χέρια ψηλά.

Πιστεύει λοιπόν κανείς ότι ανατριχιάζοντας κανείς στην προσπάθεια ενός μεγάλου αθλητή και προσπαθώντας να μεταφέρει κάποιες τεχνικές ιδέες του σε ένα νέο παιδί, το προτρέπει να ακολουθήσει το παράδειγμά του στην προσωπική τους ζωή; Καήκαμε.

Εκτός αν όσοι μιλάνε για «πρότυπα» τα έχουν τόσο μπερδεμένα στο μυαλό τους, οπότε ό,τι και να τους πεις δεν τους βοηθάς να ξεκολλήσουν την τσίχλα που έχει κολλήσει στο μυαλό τους, η οποία έχει γίνει τόσο σκληρή,  που δεν βγαίνει ούτε με εγχείριση. Εννοείται πως το ιδανικό θα ήταν να ίσχυε το αρχαίο  «νους υγιής εν σώματι υγιεί», αλλά πλέον η αλλοτρίωση  είναι τέτοια που θα πρέπει να είμαστε ευχαριστημένοι αν αυτός ο συνδυασμός καταφέρνει απλά να βελτιώσει τα ποσοστά προς το ευκταίο. Η ανθρώπινη φύση είναι γεμάτη αδυναμίες και  καταδικασμένη να παλεύει για να αντισταθεί σε περισπασμούς. Την έννοια του προτύπου λοιπόν, πλησιάζει περισσότερο εκείνος που στη διαδρομή του έχει καταφέρει να καθυποτάξει τις περισσότερες ταπεινές ορμές του στο βωμό της επίτευξης ενός ανώτερου στόχου, ο οποίος στις περισσότερες περιπτώσεις είναι εσωτερικός.

Τα πράγματα, ίσως είναι πιο απλά απ’ όσο φαίνονται: Μπορεί να μην συμπαθώ την Στεφανίδη/Κυριακοπούλου/ Παπαχρήστου/ Μπελιμπασάκη, ή τον Τεντόγλου, τον Τσιάμη. τον Πετρούνια, τον Τσιτσιπά ή τα παιδιά την κολύμβησης που πέτυχαν πράγματα που δεν αντιστοιχούν στην άνεση που υπάρχει ως προς τις παροχές της Πολιτείας, αλλά ως αθλητές τους χαίρομαι,  τους τιμώ και τους ευχαριστώ εξίσου για τα συναισθήματα χαράς που μας πρόσφεραν σε μια εποχή που μας έλειπε το χαμόγελο ως φάρμακο.

Στο φινάλε, σε κάθε δουλειά : το να σε εμπιστεύονται, είναι μεγαλύτερη φιλοφρόνηση από το να σε αγαπούν.