Παπαδόπουλος: «Η ροκ είναι πια μια λαϊκή μουσική»

«Η ροκ είναι πια μια λαϊκή μουσική!»

Ο Μπάμπης Παπαδόπουλος μιλάει στο Gazzetta Weekend Journal για την πορεία από τις Τρύπες στο «Στέλλα κοιμήσου», την μουσική, την κρίση, την ξενοφοβία και τις προγραμματισμένες εμφανίσεις του στο Γυάλινο Μουσικό Θέατρο.

 

Επιμέλεια:

Πολυσύνθετος. Αυτή είναι η πρώτη λέξη που έρχεται στο μυαλό παρατηρώντας τη μουσική πορεία του Μπάμπη Παπαδόπουλου. Από τις ζωντανές εισαγωγές του «Εδώ» που έδιναν το έναυσμα για καπνογόνα έχουν περάσει πολλά χρόνια, ωστόσο ο κιθαρίστας που έγραψε με τις Τρύπες ροκ ιστορία στην Ελλάδα δεν έχει ησυχάσει μουσικά.

Ξεκινώντας τη συζήτηση μαζί του, προσπάθησα να την κρατήσω όσο το δυνατόν περισσότερο μακριά από το παρελθόν. Επικεντρωμένη στο -μουσικό και όχι μόνο- παρόν, αλλά και στο μέλλον. Ήταν όμως σχεδόν ακατόρθωτο. Ο Μπάμπης ήταν από τους ανθρώπους που έκανε πολλά παιδιά που μεγάλωσαν με τους ήχους και τους στίχους της παρέας από τη Θεσσαλονίκη να πιάσουν πένα και να γρατζουνίσουν κιθάρα, έστω κι αν την άφησαν νωρίς. Από το 1984 είχε συμμετοχή σε 7 δίσκους με τις Τρύπες, ως κιθαρίστας, ως συνθέτης, κάνοντας ενίοτε και φωνητικά. Παράλληλα, από το 1992, συνόδευε με τη «Λοξή Φάλαγγα» στα live τον Νίκο Παπάζογλου.

Ο Παπαδόπουλος δεν σταμάτησε ποτέ να δημιουργεί μετά τις Τρύπες, κινούμενος σε έναν μουσικό δρόμο χωρίς ταμπέλες και χαρακτηρισμούς. Συνεργάστηκε με τον Θανάση Παπακωνσταντίνου και τον Σωκράτη Μάλαμα, έγραψε μουσική στο «Μικρό Ψάρι» του πρωτοποριακού σκηνοθέτη Γιάννη Οικονομίδη (Σπιρτόκουτο, Ψυχή στο στόμα κ.α), αλλά και σε θεατρικά έργα. Παράλληλα, έχει κυκλοφορήσει τρία προσωπικά άλμπουμ, το ένα εκ των οποίων με διασκευασμένα ρεμπέτικα, ενώ δίδαξε για δυόμιση χρόνια στο ΤΕΙ Μουσικών Οργάνων στην Άρτα. 

Με αφορμή τη μουσική επιμέλεια στο «Στέλλα κοιμήσου», την πρώτη θεατρική προσπάθεια του Οικονομίδη και τις τρεις ακουστικές συναυλίες στου Γυάλινο Θέατρο που ξεκινούν στις 28 Οκτωβρίου, το gazzetta.gr τον συνάντησε στο κέντρο της Αθήνας και μίλησε μαζί του για μουσική, κοινωνία, δημιουργία. Και λίγο για Τρύπες.

Αυτή δεν είναι η πρώτη φορά που συνεργάζεσαι με τον Γιάννη Οικονομίδη. Είχε συμβεί το ίδιο στο «Μικρό Ψάρι». Αισθάνεσαι πως η μουσική σου ταιριάζει με τις δημιουργίες του και στον τρόπο που γράφει;

«Ο Γιάννης μου άρεσε από την πρώτη του ταινία, από το Σπιρτόκουτο. Παρακολουθούσα όλες του τις ταινίες, τις τρεις δηλαδή που είχε κάνει μέχρι το Μικρό Ψάρι. Και τον έβρισκα από την αρχή πολύ ενδιαφέροντα σκηνοθέτη, γιατί ήταν και ο μόνος που έκανε ταινίες περιγράφοντας ωμά την πραγματικότητα. Το πήγαινε στο άκρο το πράγμα. Αφού είχε κάνει τον Μαχαιροβγάλτη, τυχαία βρεθήκαμε κάπου, γνωριστήκαμε, μου ζήτησε να χρησιμοποιήσει ένα από τα κομμάτια μου από τον πρώτο προσωπικό δίσκο για το τρέιλερ που θα έκανε. Μετά κρατήσαμε μια επαφή και όταν έκανε το Μικρό Ψάρι ένιωσα ότι μπορώ να συμμετέχω. Ήταν και πρόκληση, γιατί μου άρεσαν οι δημιουργίες του και χωρίς μουσική, δεν χρησιμοποιούσε μουσική ο Οικονομίδης.  Οπότε λέω "για να δούμε, πώς είναι;" Και τώρα συνεννοούμαστε πολύ καλά. Και στο Μικρό Ψάρι και στο θεατρικό πολύ εύκολα βρήκαμε τον τρόπο για να κινηθεί η μουσική».

Ο Sivert Hoyem μας είχε πριν από λίγο καιρό για το πόσο ενδιαφέρον, αλλά και συνάμα απαιτητικό είναι το να γράφεις μουσική για τον κινηματογράφο. Είναι για σένα μια μεγαλύτερη πρόκληση; 

«Εξαρτάται πώς το βλέπεις. Πρέπει να καταλάβεις ότι η μουσική είναι ένα κομμάτι του έργου ή της παράστασης, το οποίο ας πούμε πρέπει να συμμετέχει μέσα. Δεν είναι αυτό που κυριαρχεί, αυτό που βγαίνει μπροστά. Είναι απλώς ένα κομμάτι από το παζλ το οποίο συνθέτει όλο αυτό που βλέπουμε. Άρα πρέπει να το δεις σαν ένα άλλο εργαλείο. Πρέπει να έχεις συνεχώς στο μυαλό σου ότι παίζει ένα ρόλο μέσα στο έργο ή μέσα στην παράσταση. Από αυτή την άποψη είναι περιοριστικό και γιατί σου δίνει ένα έτοιμο πεδίο που θα δουλέψεις, δεν κάνεις κάτι από το μηδέν. Από την άλλη όμως αυτή είναι και η ευκολία του, γιατί σου δείχνει και το δρόμο. Δηλαδή για εμένα είναι πολύ πιο εύκολο να έχω ένα πεδίο, ένα θεατρικό ή κινηματογραφικό έργο, που ξέρω ότι έχω μια ιστορία και εκεί πάνω θα κινηθώ. Μου δίνει ένα κίνητρο. Ενώ για να κάνεις μια μουσική δική σου από την αρχή ξεκινάς από το μηδέν, από το πουθενά. Έχεις μια έμπνευση, πρέπει να καταλάβεις τη στιγμή που θα γεννηθεί το κομμάτι ή η μουσική για να γίνει μετά μια ενότητα, ένα δίσκο. Οπότε το ίδιο που σου δίνει την ελευθερία σε περιορίζει κιόλας και πάει λέγοντας. Είναι μια άλλη διαδικασία, πολύ ενδιαφέρουσα επίσης. Τη χαρά που νιώθω όταν κάνω ένα δίσκο, τη νιώθω λίγο διαφορετικά όταν κάνω τη μουσική σε μια ταινία ή ένα θεατρικό».


.
Στο «Στέλλα κοιμήσου» καταγράφεται μια πραγματικότητα μακριά από ηθικές αξίες. Στάθηκες στο περιεχόμενο για το ύφος της μουσικής σου;

«Και σε αυτό στέκεσαι και στο πώς θα είναι στημένη η παράσταση. Δηλαδή με ποιον τρόπο το έχει στήσει ο σκηνοθέτης. Αυτό είναι το βασικό κριτήριο. Αυτό που βλέπεις, πώς μπορείς να το επενδύσεις με μουσική; Παίρνει μουσική; Θέλει πολλή μουσική, λίγη; Τι είδους; Πρέπει να το υπηρετήσεις αυτό το πράγμα. Γιατί όταν πας να δεις μια παράσταση ή μια ταινία πας να δεις την παράσταση, δεν πας να ακούσεις μουσική. Ούτε πας να δεις μόνο τον πρωταγωνιστή, τα σκηνικά ή τη φωτογραφία. Όλα αυτά μαζί συνθέτουν το έργο που βλέπουμε. Οπότε ξεκινάς από αυτή τη βάση.».

Έχεις κινηθεί σε αρκετά μουσικά μονοπάτια. Πόσο κοντά τελικά είναι το ροκ με το λαϊκό; Είναι το ροκ μια μορφή λαϊκής μουσικής; Εννοώ καθαρά όσον αφορά την κοινωνική σκοπιά. 

«Αν και ξεκίνησε σαν ένα κίνημα διαμαρτυρίας μουσικής και κοινωνικής, νομίζω ότι έγινε μια λαϊκή μουσική πια. Το ροκ είναι η μουσική που ενώνει όλους τους νέους ανθρώπους και τους μεγάλους πια, λόγω βιωμάτων, σε όλον τον πλανήτη. Παντού υπάρχουν μπάντες που παίζουν ροκ και είναι πολύ κοντινός ο ήχος. Οπότε θεωρώ ναι, είναι πια μια λαϊκή μουσική το ροκ. Όπως από το ρεμπέτικο, που ήταν μια μουσική περιθωρίου έχει βγει το λαϊκό τραγούδι. Από αυτή την άποψη, κοινωνικά και κοινωνιολογικά παίζει έναν τέτοιο ρόλο. Το ελληνικό λαϊκό τραγούδι όμως έχει πολύ πιο βαθιές ρίζες μέσα σε εμάς τους Έλληνες γιατί ζούμε σε αυτόν τον χώρο, έχει περάσει μέσα μας. Δεν μπορείς να αποφύγεις το να το ακούς. Το ροκ ήταν μια επιλογή στο να το ακούσω, να πάω εκεί πέρα. Αυτό κατευθείαν κάνει μια μικρή διαφορά. Ωστόσο και τα δύο τα αγάπησα, έπαιξαν έναν σημαντικό ρόλο στη ζωή μου. Έχω βέβαια περισσότερο το ροκ σαν πρώτη, αυθόρμητη έκφραση. Είναι αυτό που μου βγαίνει και εύκολα αλλά λόγω και της μεγάλης μου ενασχόλησης και με το λαϊκό, έχω παίξει σε τέτοιες ορχήστρες, οπότε δεν το σκέφτομαι αν θα παίξω ροκ ή λαϊκό πια. Σκέφτομαι αν θα παίξω μουσική που με εκφράζει εμένα σε αυτόν τον χώρο που ζω. Οπότε συμβαίνουν και τα δύο με φυσικό τρόπο, τα αφήνω να συμβούν χωρίς να θέτω ο ίδιος σε μένα περιορισμούς. Προσπαθώ να συνθέτω τα πράγματα μαζί ώστε να βγαίνει αυτό που στο τέλος με εκφράζει».

Στο δεύτερο προσωπικό σου δίσκο επικεντρώθηκες στην διασκευή ρεμπέτικων, δείχνοντας μια βαθύτερη ενασχόληση και ίσως επιρροή;

«Δεν μπορώ να πω ότι είμαι από τους ανθρώπους που ανάλυσαν και το έψαξαν τόσο πολύ, σαφώς υπάρχουν άλλοι άνθρωποι που έχουν ασχοληθεί πολύ περισσότερο και το ξέρουν πολύ καλύτερα. Έτυχε από εκεί να ξεκινήσω να παίζω όμως. Η πρώτη μου επαφή με την ελληνική μουσική ήταν το ρεμπέτικο, τη δεκαετία του 80' τις αρχές, που έγινε και η πρώτη μεγάλη αναβίωση. Ήταν η πρώτη μου επαφή με αυτή τη μουσική, οπότε πολύ πιθανόν να είναι κι αυτή που πρώτη έρχεται στην επιφάνεια».

Έχεις πει παλιότερα ότι σας πήρε σχεδόν 10 χρόνια ως Τρύπες να καταφέρετε να επιβιώνετε παίζοντας τη μουσική που αγαπάτε. Για ένα γκρουπ που ξεκινάει στην εποχή μας, πόσο χειροπιαστός είναι αυτός ο στόχος;

«Είναι πολύ δύσκολο για όλους να επιβιώσουν κάνοντας τη μουσική που αγαπούν. Σε όλα τα είδη μουσικής. ΣΔκεφτείτε ας πούμε τους ανθρώπους που παίζουν τζαζ, την λίγο πιο εναλλακτική, αυτούς που παίζουν τα ελεκτρόνικα τα πιο εναλλακτικά, τα πειραματικά, τις αυτοσχεδιαστικές μουσικές, τα διαφορετικά λαϊκά τραγούδια. Για όλους αυτούς ισχύει ότι με δυσκολία θα καταφέρουν να επιβιώσουν κάνοντας αυτό που αγαπάνε. Αλλά δεν είναι αυτό το ζητούμενο. Για έναν νέο άνθρωπο όταν ξεκινάει να κάνει μουσική, δεν μπορεί να έχει αυτό το κριτήριο. Ούτε και εμείς στις Τρύπες είχαμε αυτό το κριτήριο ξεκινώντας να παίζουμε τη μουσική μας. Το ότι έγινε μετά από δέκα χρόνια και καταφέραμε να ζούμε από αυτό το πράγμα, συνέβη. δεν ήταν ο στόχος μας. Το κυνηγήσαμε, αλλά το κυνηγήσαμε θέλοντας να παίζουμε, να καταφέρνουμε να παίζουμε τις μουσικές που επιθυμούμε, να μαζευόμαστε στο πάρκο, να κάνουμε πρόβες, να το ζούμε όλο αυτό. Οπότε συνέβη. Αλλά δεν νομίζω ότι είναι αυτός ο στόχος και για όλους που θέλουν να κάνουν αυτό που πραγματικά αγαπάνε και να ζουν από αυτό είναι πάρα πολύ δύσκολο. Κι όχι μόνο σήμερα, πάντα ήταν δύσκολο. Πάντα οι άνθρωποι που ήθελαν να κάνουν κάτι διαφορετικό και να προχωρήσουν λίγο περισσότερο στο βάθος, έβρισκαν δυσκολίες».

Βλέπεις αρνητική επίδραση όλου αυτού που ζούμε τα τελευταία χρόνια στην ίδια τη μουσική και στον τρόπο που εξελίσσεται στην Ελλάδα;

«Κοίταξε, υπήρχε αρνητική εξέλιξη και στη δεκαετία του '90 και στις αρχές του 2000, με το να ανοίξει τόσο πολύ το πράγμα στην "ελληνική" βιομηχανία και το να βγαίνει σωρηδόν οτιδήποτε στη δισκογραφία και στα περιοδικά και στην τηλεόραση και στα ραδιόφωνα και παντού ας πούμε, αυτό που κυριαρχούσε ήταν και ένα τίποτα.  Επικράτησε τόσα χρόνια. Τώρα βέβαια σαφώς και επηρεάζει, αλλά σου ξαναλέω ότι οι άνθρωποι που πάντα ήθελαν να κάνουν και να παλεύουν πράγματα, ήταν στο περιθώριο. Εγώ πιστεύω ότι η εποχή είναι καλή για τους νέους ανθρώπους, γιατί υπάρχει ας πούμε το ίντερνετ. Έχουν την ελευθερία να εκφραστούν, μπορούν να κάνουν οτιδήποτε και να το μοιραστούν, έστω με 5-10 ανθρώπους. Αν είναι αν συμβεί κάτι, θα συμβεί. Γιατί είναι ανάγκη περισσότερο και δεν χρειάζεται σκέψη. Οι συνθήκες υπάρχουν τα πράγματα συμβαίνουν κι από εκεί και πέρα οι άνθρωποι νοιώθουν την ανάγκη να εκφραστούν, να το παλέψουν να κάνουν κάτι διαφορετικό, να στηρίξουν ή να αντισταθούν σε κάτι; Αν ναι, θα το κάνουν».

Θεωρείς "υποχρέωση" του ροκ καλλιτέχνη την κοινωνική δράση, είτε μέσω μουσικής και στίχων είτε με την προσωπική του ζωή; 

«Αυτό σε όλες τις μουσικές συμβαίνει, όχι μόνο στο ροκ. Γιατί το ροκ είναι πλέον μια λαϊκή μουσική. Εγώ θεωρώ υποχρέωση του ανθρώπου που κάνει μουσική να εμβαθύνει και να εκφράζεται με ειλικρίνεια και στον εαυτό του και στους άλλους. Όταν συμβαίνει αυτό, υπάρχει από πίσω πολιτικό και κοινωνικό μήνυμα».

Πώς καταφέρνεις μετά τις Τρύπες να ενταχθείς μουσικά σε διαφορετικά μονοπάτια από ό,τι έχεις συνηθίσει, όπως τα κομμάτια του Θανάση Παπακωνσταντίνου, οι ρεμπέτικες αναζητήσεις, η μουσική στις ταινίες;  Το βλέπεις σαν ένα δρόμο, ο οποίος συνεχίζεται μόνος του ή είναι επιλογή το που θα στραφείς;

«Στην ουσία δεν στρέφομαι σε διαφορετικά, φτιάχνω το δικό μου μονοπάτι όλα αυτά τα χρόνια. Δηλαδή μέσα από όλες αυτές τις εμπειρίες και τα βιώματά μου και τα προσωπικά και τα μουσικα και τα κοινωνικά διαμορφώνω έναν δικό μου τρόπο έκφρασης, που μέσα σε αυτόν επεμβαίνουν όλες αυτές οι επιρροές και τα στοιχεία. Τώρα αυτό ποια κατεύθυνση έχει; Να σου πω δεν με ενδιαφέρει κιόλας. Πιο πολύ με ενδιαφέρει να εκφραστώ».

Άρα δεν μπορούμε να αποκλείσουμε να σε δούμε ξανά να κάνεις ροκ; 

«Δεν θα ήθελα να στραφώ πουθενά. θα ήθελα να μην έχω ταμπέλες.  Να πω ότι θα κάνω τζαζ, το ένα, το άλλο. Δεν με ενδιαφέρει αυτό το πράγμα. Με ενδιαφέρει να κάνω μουσική κι αν έχει στοιχεία ροκ, αν παραπέμπει πιο πολύ στο ροκ, αν μου έρθει θα το κάνω. Αν παραπέμπει περισσότερο κάπου αλλού και πάλι μπορεί να το κάνω. Αλλά γενικά ψάχνω να κάνω τα πράγματα με τον τρόπο που εγώ νιώθω κάθε εποχή».

Έχοντας διατελέσει καθηγητής, αλλά και ως άνθρωπος και καλλιτέχνης γενικά πώς αντιμετωπίζεις αυτό που γίνεται με προσφυγόπουλα να βρίσκουν απέναντί τους κλειδωμένες πόρτες σχολείων; 

«Εντάξει, είναι δείγμα της εποχής. Η ξενοφοβία δείχνει άγνοια, αμορφωσιά. Δεν ξέρω και τι άλλο παίζεται από πίσω, γιατί κάποια μπορεί να είναι και καθοδηγούμενα. Δεν ξέρω, αλλά το θεωρώ απαράδεκτο να κλείνουμε τα μάτια σε μια καταστροφή τόσο μεγάλη και σε μια ταλαιπωρία ανθρώπων που ξεκινούν από τόσα χιλιόμετρα μακριά για να ψάξουν να βρουν έναν ήρεμο τρόπο και να ξεκινήσουν μια ζωή ήσυχη. Κι από την άλλη αν κάποιους ανθρώπους δεν τους εντάξεις μέσα στην κοινωνία σου, θα δημιουργήσεις ανθρώπους εχθρικούς. Ακόμα και... συμφεροντολογικά αν το δεις, συμφέρει μια χώρα να εντάξει περισσότερους ανθρώπους μέσα και να τους έχει μαζί της. Δεν συμφέρει να δημιουργείς αμόρφωτους, άγριους και βίαιους. Γυρίζουν πάνω σου τελικά. Οπότε το βρίσκω μεγάλη σαχλαμάρα. Υπάρχουν παιδιά δηλαδή που μέσα σε αυτή την ταλαιπωρία μπορεί να μην έχουν πάει ποτέ σχολείο. Εγώ προσωπικά δεν θα ήθελα να έχω και άλλους αμόρφωτους ανθρώπους δίπλα μου μέσα στην κοινωνία, γιατί αν υποθέσουμε ότι κάποιοι μπορεί να μείνουν για όλη τους τη ζωή εδώ, θα ήθελα μια καλύτερη κοινωνία. Όχι κάποιους που δεν έχουν πάει ποτέ σχολείο και το μόνο που έχουν βιώσει είναι η απόρριψη και η βία. Αυτό το πράγμα θα γυρίσει επάνω μας».

Επίσης ως καθηγητής, τι θα έλεγες σε ένα παιδί που μπορεί για παράδειγμα να παίζει εξαιρετικά δύο όργανα στις σχολικές μέρες, να ασχολείται παθιασμένα με τη μουσική, αλλά να ακούει πως πρέπει να σπουδάσει κάτι άλλο και να κρατήσει τη μουσική σε δεύτερο πλάνο γιατί "ζούμε περίεργες εποχές";

«Έτσι κι αλλιώς ποτέ δεν είναι η εποχή καλή για τους ανθρώπους που θέλουν να κάνουν αυτό που αγαπάνε πραγματικά. Πάντα χρειάζεται να το παλεύουν και δεν νομίζω ότι κάποια δουλειά είναι περισσότερο ασφαλής. Δεν υπάρχει εύκολος δρόμος για κανέναν. Όποιον κι αν επιλέξεις θα βρεις δυσκολίες.  Τουλάχιστον αν κάνεις αυτό που αγαπάς, ξέρεις ότι παλεύεις γι' αυτό που πιστεύεις και όχι για κάτι που το επέλεξες από συμφέρον και για να βολευτείς αύριο-μεθαύριο. Επομένως νομίζω με αυτό το σκεπτικό πρέπει ο καθένας να ακολουθήσει το δρόμο που του λέει η καρδιά του, να παλεύει, να αγωνίζεται και να το κάνει με αγάπη. Και θα έχει τουλάχιστον την ανταμοιβή της ικανοποίησης της ηθικής, της πνευματικής, της ψυχικής».

Όταν κάποιος που σας γνώρισε στις Τρύπες -όπως εγώ -σου λέει ότι κάποτε έδωσε μάχη για μία πένα σου, σε πιάνει μια νοσταλγία; Ή είναι ένας μέρος του δρόμου που το κοιτάς με χαμόγελο μεν, αλλά ως κάτι που έχει παρέλθει δε;

«Είναι παρελθόν... Δεν μπορώ να σκέφτομαι ότι μπορεί να ξανασυμβεί το ίδιο πράγμα στο μέλλον. Κάτι άλλο θα συμβεί, έτσι κι αλλιώς. Αυτό είναι το μόνο σίγουρο. Οπότε το σκέφτομαι ως ένα πολύ όμορφο κομμάτι της ζωής μου που πέρασε».

Έχεις επιστρέψει Θεσσαλονίκη πλέον. Τι ήταν εκείνο που στη δική σας εποχή έκανε τόσο κόσμο στην πόλη να στραφεί στο ροκ και να ξεπηδήσουν συγκροτήματα που ακόμα και σήμερα γεννούν ακροατές;

«Νομίζω ότι και στην Αθήνα τη δεκαετία του '80 ξεπήδησαν πολλές μπάντες. Στη Θεσσαλονίκη αυτό που συνέβαινε είναι ότι επειδή είναι και μικρό το μέρος, είναι πολύ πιο εύκολο να δημιουργηθούν ομάδες που θα δουλέψουν, θα κάνουν πράγματα. Η Θεσσαλονίκη έχει το χαρακτήρα και της μεγάλης και της μικρής πόλης. Είναι μια μεγάλη επαρχιακή πόλη, οπότε προσφέρει για να δημιουργηθούν τέτοια γκρουπ. Συν ότι τη δεκαετία εκείνη με τις ανεξάρτητες εταιρείες και τα λοιπά υπήρχε όλος αυτό ο μύθος ότι θα κάνουμε πράγματα, ανεξάρτητα. Αυτό που ήρθε από Αγγλία, Αμερική, τα ακούσματα που είχαμε.  Ήταν μια αφορμή στο να δημιουργηθεί κάτι αντίστοιχο και σε εμάς. Οπότε έγιναν μπάντες. Τώρα τι άλλο, δεν ξέρω να σου πω».

Πώς ήταν η εποχή που τελείωσαν οι Τρύπες, μέχρι να κάνεις το επόμενο βήμα; Ήταν στο μυαλό σου πάντα να κινηθείς σε διαφορετικούς δρόμους;

«Και ναι και όχι. νομίζω το έφεραν τα πράγματα.  Γιατί πάντα ήθελα να κάνω μουσική. Αυτό έμαθα να κάνω από τότε που ξεκινήσαμε με τις Τρύπες. Καθόμασταν, κάναμε πρόβες, γράφαμε μουσικές και απλά μετά έπρεπε να το κάνω μόνος ή σε συνεργασία με άλλα άτομα, να το οργανώνω διαφορετικά. Μπήκα σε μια άλλη διαδικασία, αλλά η ουσία ήταν ίδια. Εγώ θέλω να παίζω μουσική, αυτό ήθελα και θέλω να κάνω. Οπότε με οδήγησαν τα πράγματα στα μονοπάτια αυτά και η διάθεσή μου και οι συνθήκες και όλα μαζί».

Τι θα ακούσουμε στις τρεις Παρασκευές στο Γυάλινο;

«Τα κομμάτια από τους τρεις δίσκους με την ορχήστρα τη μεγάλη, το acoustic set (Φώτης Σιώτας: βιολί και βιόλα, Μιχάλης Βρέττας: βιολί, Δημήτρης Βλαχομήτρος: μπουζούκι, Διονύσης Μακρής: κοντραμπάσο, Τάσος Μισυρλής: τσέλο, Τίτος Καργιωτάκης: κονσόλα ήχου). Και συν τη μουσική από το μικρό ψάρι, που θα προβάλλεται από πίσω ένα μοντάζ που έχει επιμεληθεί ο Γιάννης Οικονομίδης και θα παίζουμε τη μουσική μαζί με την προβολή».

ΜΠΑΜΠΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

Acoustic Set

από Παρασκευή 28 Οκτωβρίου

στο Γυάλινο Μουσικό Θέατρο – UpStage:

28 Οκτωβρίου | 4 Νοεμβρίου | 11 Νοεμβρίου

Επόμενα Άρθρα

Η «μαύρη» 16η Οκτώβρη της Γουατεμάλα

Η «μαύρη» 16η Οκτώβρη της Γουατεμάλα

Αιματοβαμμένο έμεινε το γήπεδο Mateo Flores National Stadium, τη 16η Οκτωβρίου του 1996. Ένας αγώνας ποδοσφαίρου, οδήγησε σε τριήμερο πένθος στη Γουατεμάλα...

«Έχω βιώσει τον ρατσισμό, αγαπώ την ζωντάνια της Αθήνας»!

«Έχω βιώσει τον ρατσισμό, αγαπώ την ζωντάνια της Αθήνας»!

To G-Weekend σε μία διαφορετική συνέντευξη «ανακρίνει» το μαύρο... διαμάντι της soul και funk σκηνής στην Ελλάδα, Idra Kayne, που μιλάει για όλους και για όλα!