Η Οδύσσεια μέχρι τη μαγεία του «Κίτρινου Τείχους»

Η Οδύσσεια μέχρι τη μαγεία του «Κίτρινου Τείχους»

Τι γίνεται αν μείνεις χωρίς σπίτι και βαλίτσα στο Ντόρτμουντ ύστερα από ματς της Μπορούσια; Ο Λευτέρης Ντανοβασίλης ταλαιπωρήθηκε, αλλά έχει την απάντηση στο Weekend.

Το κείμενο θα μπορούσε εύκολα να έχει τίτλο «η κατάρα του Τομ». Γιατί όταν κάποιος στο γραφείο ρώτησε τον Δημήτρη Τομαρά «τι θα κάνει ο Ντανοβασίλης στην Γερμανία;», απάντησε με δύο λέξεις: η πρώτη ήταν «θα», τη δεύτερη δεν μπορώ να τη γράψω. Μπορώ μόνο να πω ότι ήταν σε παθητική φωνή... Ένα είναι δεδομένο: αν σε πιάσει στο στόμα του, δεν τη βγάζεις καθαρή! Έχει αποδειχθεί πολλάκις. Ρωτήστε τα υπόλοιπα παιδιά και τα αυτοκίνητά τους...

Τρεις μέρες στην Κολωνία όλα ήταν ιδανικά. Τότε, όμως, ήρθε η καταστροφή. Είχα κλείσει σπίτι μέσω airbnb στο Ντόρτμουντ, όπου ταξίδεψα το πρωί της αναμέτρησης της Μπορούσια με την Βόλφσμπουργκ. Τίποτα δεν είχε διαταράξει το πλάνο, το τρένο έφτασε στην ώρα του, είχα ένα ραντεβού εκεί, που πήγε μια χαρά, αλλά η συνέχεια αποδείχθηκε εφιαλτική. Στέλνω μήνυμα στον οικοδεσπότη, δεν απαντάει ποτέ. Τον παίρνω τηλέφωνο, δεν το σηκώνει ποτέ. Μία, δύο, τρεις φορές. Φτάνω μέχρι το σπίτι, λέω δεν μπορεί, θα τον βρω εκεί. Αμ δε...

Η ώρα έχει πάει 5, το ματς είναι στις 6 και εγώ πρέπει να φτάσω στο γήπεδο να παραλάβω το εισιτήριό μου. Προσπαθώ να επικοινωνήσω με το airbnb, αλλά μάταια. Κυριακή απόγευμα και ο χρόνος αναμονής είχε ήδη ξεπεράσει τη μισή ώρα. Τι να κάνω, κατεβάζω επιτόπου μία εφαρμογή για ταξί, καλώ αμέσως ένα και φτάνω στο γήπεδο με συνοδεία τη... βαλίτσα. «Έλα στη μπουτίκ να πάρεις το εισιτήριό σου», μου λέει ο Λεωνίδας.

Και που είναι η μπουτίκ; Έλα μου ντε. Έχω βγει από την πλευρά της Südtribune, στο περίφημο Κίτρινο Τείχος. Χιλιάδες οπαδοί στην ουρά για να μπούνε και εγώ δεν ξέρω τι να κάνω. Πλησιάζω έναν σεκιούριτι. «Μιλάτε αγγλικά». «Λίγα», μου απαντάει. Πάλι καλά έβγαλα άκρη με το τι θα κάνω με τη βαλίτσα. Μου δείχνει το δρόμο και μου λέει τρεις λέξεις: «λινκς, γκελμπ κοντέινερ», «αριστερά, κίτρινο κοντέινερ». Η ώρα 17:30 και εγώ τρέχω να αφήσω τη βαλίτσα στο κοντέινερ. Το βρίσκω, όντως την αφήνω εκεί και τρέχω πάλι πίσω. Άντε ξανά στην ουρά, άντε ξανά τα ίδια. Πηγαίνω τέρμα δεξιά και επιτέλους βρίσκω έναν σεκιούριτι που μιλούσε αγγλικά. «Σόρι», μου λέει, «πρέπει να πας από την άλλη πλευρά»...

Με πρησμένο αστράγαλο, κουρασμένος, ξεκινάω πάλι το τρέξιμο για να παραλάβω το εισιτήριο 10 λεπτά πριν τη σέντρα και να ανέβω με τον Αντώνη, που καθόταν δίπλα μου στην εξέδρα. Η ατμόσφαιρα μαγική. Πρέπει να τη ζήσεις έστω και μία φορά στη ζωή σου. Και το λέω εγώ που κατάφερα να δω ματς στο Ντόρτμουντ που έληξε 0-0... Η κατάρα που λέγαμε είχε πολλές παραμέτρους.

Το ματς τελειώνει και το έχω το άγχος για τη βαλίτσα. «Πάμε να φάμε», μου λέει ο Αντώνης, «και να βρούμε τους άλλους». Ήμασταν μεγάλη παρέα. Φάγαμε, προσπαθήσαμε να βρούμε τους άλλους, χωρίς να τα καταφέρουμε και τον ενημερώνω ότι ήρθε η ώρα να πάω να πάρω τη βαλίτσα. Βέβαια, όταν έφτασα στο κοντέινερ, έγινε το αναμενόμενο: ήταν κλειστό. Ούτε να αντιδράσω δεν είχα το κουράγιο. Η μοίρα μου ήταν προδιαγεγραμμένη... Πήρα ένα τηλέφωνο που είχε εκεί, βγήκε ένα αυτόματο μήνυμα και το μόνο που κατάφερα να καταλάβω ήταν ότι στο τέλος έλεγε: «τηλεφωνήστε ξανά». Ποιος θα δούλευε Κυριακή βράδυ στο κέντρο εξυπηρέτησης στην Γερμανία;

Πήγα πίσω, βρήκα τον Αντώνη και του λέω με τα μούτρα στο πάτωμα και ένα αμήχανο χαμόγελο: «εκτός από σπίτι, έμεινα και χωρίς βαλίτσα». Ρωτήσαμε στη μπουτίκ, μου είπαν ότι μπορώ να πάρω τα πράγματά μου τη Δευτέρα το πρωί μετά τις 10 και το μόνο που έμενε ήταν να βρω ένα ξενοδοχείο. Το οποίο δεν ήταν καθόλου εύκολο με την Ντόρτμουντ να παίζει εντός έδρας. Στο πρώτο που ρώτησα για παράδειγμα, δεν υπήρχε καν διαθέσιμο δωμάτιο, στο δεύτερο απλά στη ρεζεψιόν δεν σήκωσε κανένας το τηλέφωνο...

Πιο ψύχραιμος από το συνηθισμένο, γιατί όταν μου χαλάς το πρόγραμμα με πιάνουν τα νεύρα, πήρα τα χρήματά μου πίσω από την κράτηση και τους είπα να τσεκάρουν αν έπαθε τίποτα ο άνθρωπος. Βέβαια, λίγες ώρες νωρίτερα, το λέω και δεν είμαι περήφανος: τις είχα ρίξει τις κατάρες μου... Βρήκα, λοιπόν, ένα ξενοδοχείο στο κέντρο, με πήγε ο Αντώνης μέχρι εκεί και το πρωί ξεκίνησα να φτάσω στο γήπεδο να πάρω τα πράγματά μου. Που να ξέρω ότι τίποτα δεν είναι τόσο εύκολο όσο δείχνει.

Φτάνω, κλειστό το κοντέινερ. Πάω στη μπουτίκ να ρωτήσω, η πρώτη κοπέλα δεν μιλούσε αγγλικά, η δεύτερη μου έδωσε τη διεύθυνση των γραφείων της Μπορούσια, αλλά μου είπε να πάω πρώτα να ρωτήσω σε ένα κτήριο παραδίπλα. Πάλι καλά, εκεί μου είπαν να περιμένω. Ήρθε ένας υπάλληλος και ξεκίνησε η μεγάλη αναζήτηση. Γιατί η βαλίτσα δεν ήταν στο κοντέινερ. Αγχώθηκα λίγο, μιας και είχα laptop, φορτιστή για το κινητό και όλα μου τα πράγματα εκεί, αλλά λέω Γερμανοί είναι, αποκλείεται να χάθηκε.

«Ένα λεπτό», μου ο Γερμανός, που άρχισε τα τηλέφωνα να δούμε που πήγαν τα πράγματα. Πρώτο τηλεφώνημα, «δεν έχουμε τίποτα εδώ». Δεύτερο, «δεν μας έχουν φέρει τίποτα». Και εκεί, αρχίζεις να αναρωτιέσαι: μήπως πάνω στο χαμό την πήρε κανένας κατά λάθος; Τρίτο τηλεφώνημα, δεν το σηκώνει... Το τέταρτο κράτησε λίγο παραπάνω και εκεί κατάλαβα ότι όλα είναι εντάξει. Με πήρε, πήγαμε σε ένα άλλο κτήριο, αλλά δεν είχε τα κλειδιά να μπούμε στο δωμάτιο. «Περίμενε 5 λεπτά», μου λέει. Και όταν ήρθε, άνοιξε και... αποκάλυψη! «Grüß Gott», του είπα και ξεκίνησα πίσω για το ξενοδοχείο... Μην ρωτήσετε ποτέ τον Τομ για τίποτα! Γιατί στο τέλος θα βρεθείτε να σκέφτεστε όλα τα υπόλοιπα εκτός από το ότι βρεθήκατε μπροστά στο μαγικό Κίτρινο Τείχος...

Επόμενα Άρθρα

Ούγκο Σόουζα, η «εξομολόγηση»!

Ούγκο Σόουζα, η «εξομολόγηση»!

Ο Ούγκο Σόουζα ξεδιπλώνει στο G-Weekend το κουβάρι της ζωής του! Θυμήθηκε τα δύσκολα παιδικά χρόνια του αλλά και τις καλοκαιρινές διακοπές του που τον βοήθησαν να αντιληφθεί το μέγεθος...

Catenaccio ή Jogo Bonito; Η αιώνια πάλη του ποδοσφαίρου!

Catenaccio ή Jogo Bonito; Η αιώνια πάλη του ποδοσφαίρου!

Αμυνα, τακτική, ξύλο, αίμα. Τρέλα, μαγεία, αλεγκρία. Στο γήπεδο του Gazzetta Weekend Journal συνεχίζεται η αέναη μάχη του παιχνιδιού. Διάβαζεις, μαθαίνεις και επιλέγεις το δικό σου αγαπημένο στιλ.