Οι καιροί αλλάζουν και ο άνεμος φυσάει διαφορετικά

To δικό μας Νόμπελ

Ο Νίκος Παπαδογιάννης πανηγυρίζει για τη βράβευση του Μπομπ Ντύλαν και βλέπει στο πρόσωπό του τη δικαίωση όλων των ευαίσθητων τροβαδούρων.  

To δικό μας Νόμπελ

Η είδηση για την απονομή του Βραβείου Νόμπελ Λογοτεχνίας στον Μπομπ Ντύλαν με γέμισε με άγρια χαρά. Πίστευα και πιστεύω πάντα, ότι οι κορυφαίοι stroytellers στην ιστορία της λαϊκής και ροκ μουσικής είναι πολύ παραπάνω από ευλογημένοι από τη μούσα αλητάμπουρες.

Δεν είναι απαραίτητο να βγαίνει από τις στεγνές σελίδες ενός βιβλίου η ποίηση ή η λογοτεχνία. Ο Ντύλαν, και ορισμένοι άλλοι που βάδισαν ή βαδίζουν στα ίδια χνάρια, είναι μέγιστοι καλλιτέχνες του λόγου.

Επιπρόσθετα, ερεθίζουν τις ευαισθησίες της πελαγωμένης υδρογείου με τρόπο πολύ πιο καίριο και άμεσο απ’ό,τι οι μάστορες του γραπτού λόγου, ιδίως τα τελευταία 50-60 χρόνια.

Ο Ζοζέ Σαραμάγκου δεν θα μπορέσει ποτέ να κοινωνήσει την τέχνη του σε δεκάδες εκατομμυρίων ανυποψίαστων πολιτών του πλανήτη. Το «Blowin’ In The Wind» μπορεί να διαρκεί 2 λεπτά και 49 δευτερόλεπτα αλλά δεν είναι κατώτερο από το ωραιότερο ποίημα που γράφτηκε ποτέ.

Ακολουθεί πεντάλεπτο προσωπικών εξομολογήσεων, γεμάτων αισχύνη.

Δεν μου πολυαρέσει η μουσική του Ντύλαν. Τη βρίσκω κάπως ξεπερασμένη. Η φωνή του μου ακούγεται κουραστική έως ενοχλητική. Δεν έχω βάλει σχεδόν ποτέ να ακούσω ένα άλμπουμ του από την αρχή ως το τέλος.

Εάν έπρεπε να επιλέξω ανάμεσα σε έναν δίσκο του Ντύλαν και σε ένα βιβλίο με τους στίχους του, θα διάλεγα το δεύτερο. Από τις δύο ευδιάκριτες περιόδους της καριέρας του, προτιμώ όχι την «κλασσική» που τον έκανε παγκόσμιο ίνδαλμα, αλλά τη δεύτερη, την ηλεκτρική.

Δεν ήμουν εγώ εκείνος που φώναξε «Judas» στις 25 Ιουλίου 1965 στο Νιούπορτ, όταν ο Ντύλαν έβαλε την κιθάρα του στην πρίζα. Ήμουν αυτός που πήρε σηκωτό τον αυθάδη υβριστή και τον απέβαλε από την αίθουσα.

Δεν πήγα να τον δω ούτε το ’89 στο Καλλιμάρμαρο ούτε το ’93 στον Λυκαβηττό ούτε στις δύο πρόσφατες συναυλίες του στη Μαλακάσα. Πρόπερσι, μάλιστα, είχα και πρόσκληση, η οποία έμεινε στο συρτάρι.

Τον Ντύλαν δεν θέλησα ποτέ να τον δω με σάρκα και οστά. Δεν έχει σάρκα και οστά ο Ντύλαν. Δεν είναι άνθρωπος, αλλά ιδέα. Και αν είναι άνθρωπος, δεν είναι αυτός ο παράξενος και δύστροπος που γυρίζει την πλάτη στο κοινό και διαστρέφει τα τραγούδια του για να τα κάνει αγνώριστα.

Ο Ντύλαν είναι ο αγαπημένος φίλος και προστάτης όλων μας, το φάντασμα του Τom Joad. Το συλλογικό μας υποσυνείδητο, ο ήρωας που θαυμάζουμε και προσκυνάμε ακόμη και όσοι δεν τον ξέρουμε.

Δεν χρειάζεται να ακούσω τους δίσκους του Ντύλαν για να μυηθώ ξανά στη μουσική του. Τα τραγούδια του είναι ανεξίτηλα χαραγμένα στα κύτταρα του εγκεφάλου μου.

To «Like A Rolling Stone» το ξέρω καλύτερα κι από ό,τι το ξέρει ο ίδιος. Το «Αll Along The Watchtower» μπορώ να το παίξω στην κιθάρα, μολονότι δεν έχω πιάσει κιθάρα στη ζωή μου. Το «Senor» με φέρνει νοερά σε μια παλιά γειτονιά και εποχή που δεν μοιάζει καθόλου με την τωρινή.

Το «Ballad Of A Thin Man» θα το υπερασπιστώ ως το καλύτερο μπλουζ που γράφτηκε ποτέ ακόμα και αν έλθει να διαφωνήσει μαζί μου ο ΒΒ Κing. Του «Ι Shall Be Released» τους στίχους τους θυμάμαι γραμμένους στο θρανίο μου, από κάποιον άγνωστο συμμαθητή, όταν πήγαινα στο γυμνάσιο.

Προτιμώ να ακούω άλλους να τραγουδάνε για αυτόν, για το «άπλυτο φαινόμενο» που έλεγε η Joan Baez (και οι Judas Priest) στο «Diamonds and Rust». Το «Chimes Of Freedom» το θέλω με τη φωνή του Springsteen, για να θυμάμαι ότι όλα ξεκίνησαν όχι από τον Μπρους, αλλά από τον Μπομπ.

Όταν φέρνω στο νου μου το πρόσωπο του Ντύλαν δεν τον σκέφτομαι μουστρούφη και σταφιδιασμένο, αλλά όμορφο και νέο όπως η Κέιτ Μπλάνσετ στην ταινία «I’ll Be There». Ο Ντύλαν είναι σε τέτοιον βαθμό η μετενσάρκωση όλων μας, που μπορεί να τον υποδυθεί μία νέα, ωραία, ξανθιά γυναίκα χωρίς να φαίνεται η διαφορά.

Ο Ντύλαν είναι εγώ, εσύ και όλοι οι άλλοι γύρω μας.

Τις μέρες του Ευρωμπάσκετ 2003 πέρασα ένα μεσημέρι στo Μουσείο των Νόμπελ, στη Γκάμλα Σταν της παλιάς Στοκχόλμης. Ακριβώς μετά την είσοδο, υποδέχεται τον επισκέπτη μία ρήση του Νεύτωνα (Ιsaac Newton): «Εάν κατόρθωσα να δω μπροστά, ήταν επειδή στεκόμουν στους ώμους γιγάντων».

Απουσίαζε ένα ζωτικό στοιχείο, από αυτήν την τιμητική συνάθροιση των κολοσσών του πνεύματος: η μουσική. Η αίθουσα παραήταν ήρεμη και αποστειρωμένη. Δεν είναι πια. Οι ήχοι του «Τhe Times They Are a-Changin’» αντηχούν από τοίχο σε τοίχο.

Διότι οι καιροί, πράγματι, αλλάζουν. Ο περιπλανώμενος τροβαδούρος δεν θεωρείται πια άπλυτος αλητάκος, αλλά ένας ποιητής παγκόσμιας εμβέλειας. Βραβευμένος με Νόμπελ όχι απλυσιάς, ούτε καν τραγουδοποιίας, αλλά λογοτεχνίας.

Ας πάρει σειρά ο Leonard Cohen, που είναι και δικός μας άνθρωπος...