Το ταξίδι του Βασίλη στο χθες και στο αύριο, μέσα από τις φωνές των ποιητών

Το εμβατήριο, που τού'μαθαν...

Ο Νίκος Παπαδογιάννης πήγε στον «Σταυρό του Νότου» και έφερε μαζί του τον αληθινό Βασίλη Παπακωνσταντίνου.

Το εμβατήριο, που τού'μαθαν...

To αίτημα ακουγόταν ψιθυριστά στα άδυτα της μουσικής κοινότητας, εδώ και χρόνια. «Εάν ο Βασίλης κάνει συναυλίες χαμηλών τόνων και αφήσει τις φωνές, θα χαλάσει κόσμο». Mέχρι που εμφανίστηκε ο ευλογημένος Παντελής Βούλγαρης και δρομολόγησε την ανομολόγητη επιθυμία πολλών, μαζί me τον Οδυσσέα Ιωάννου, στην παράσταση «9 και 5» που τώρα παίζεται στη Θεσσαλονίκη (με τη Ρίτα Αντωνοπούλου αντί του Χρήστου Θηβαίου).

Όσοι ήθελαν να ακούσουν τον άλλον Βασίλη, όχι τον αιώνιο έφηβο με το ποδοσφαιρικό κοινό αλλά τη φωνή που ραγίζει την πέτρα, βρήκαν επί τέλους το αποκούμπι τους. Στο θέατρο, χωρίς καπνογόνα και συνθήματα.

Μακριά από το ποδοσφαιρικό κοινό του «Βασίλη-ζούμε-για-να-σε-ακούμε», ο Παπακωνσταντίνου ανακάλυψε ξανά τις ρίζες του, τις καταβολές του, τα ηχοχρώματα που τον έκαναν ιδανικό εκφραστή της γενιάς των ποιητών και των μεγάλων δημιουργών.  

Και φέτος, τις Δευτέρες στον «Σταυρό του Νότου», μία νέα αποκάλυψη, συνέχεια της πρώτης. «Οι φωνές των ποιητών», με ηχητικό υπόστρωμα δύο πιάνα και το βιολί της Μαίρης Μπρόζη. Χωρίς ηλεκτρικές κιθάρες, υπόκωφα μπάσα και κραυγαλέα ντραμς.

Ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου, όπως τον ονειρευόμασταν εδώ και χρόνια. Υπάρχουν και άλλοι τρόποι για να στείλει κανείς χαιρετίσματα στην εξουσία, εκτός από τις στεντόρειες κραυγές.

Βεβαίως, ο ίδιος ανανεώνει τα κύτταρά του με τις ηλεκτρισμένες ροκ συναυλίες της γηπεδικής αισθητικής. Ο 66χρονος πλέον Βασίλης Παπακωνσταντίνου είναι ένας μικροκαμωμένος και μάλλον θλιμμένος άνδρας, ταλαιπωρημένος από τσιγάρα, ποτά και ξενύχτια, που θα περνούσε απαρατήρητος μέσα στο πλήθος εάν θυσίαζε τη θρυλική του κόμη.

Πάνω στο πάλκο, όμως, μεταμορφώνεται σε κολοσσό με μπόι τρία μέτρα ή, όταν επιλέγει σκοτεινό υλικό, σε τρομακτικό μαύρο σκιάχτρο. Η σκηνή του προσφέρει το ελιξήριο της νεότητας και της ζωής.

Ακόμα και στο Ηρώδειο, στο αφιέρωμα για τον Άλκη Αλκαίο, το ημίωρο του Παπακωνσταντίνου ήταν «Βασίλη-ζούμε-για-να-σε-ακούμε». Βασίλη, αλήτη, με τη μεγάλη μύτη.

Ο πρώτος στίχος που βγήκε από τα χείλη του χθες στον «Σταυρό» ήταν δυσοίωνος για όσους περιμέναμε κάτι ξεχωριστό: «Σαράντα χρόνια έφηβος, κοντά μισόν αιώνα…». Ήταν, όμως, μία παρένθεση που απλώς έτυχε να τοποθετηθεί στην αρχή της φράσης.

Το πρόγραμμα που ακολούθησε, τρεισήμισυ ώρες χωρίς διάλειμμα με σφύριγμα λήξης στις 2 το πρωί, ήταν αυτό ακριβώς που ήλπιζαν να ακούσουν όσοι ανακάλυψαν τον Βασίλη στη δεκαετία του ’70 ή του ’80, με Λοϊζο, Μικρούτσικο, Θεοδωράκη. Και με τις φωνές των ποιητών.

Η ποίηση αποτελούν απλώς επίφαση, ιδίως στο δεύτερο μισό της βραδιάς, όπου ακούγονται χωρίς φιοριτούρες όλα τα αγαπημένα ήρεμα και τρυφερά «σουξέ» του Βασίλη, ασχέτως με την ταυτότητα του στιχουργού. Με τη φωνή του σε πρώτο πλάνο και με τα (τέσσερα με την κιθάρα του) όργανα απλώς να τη ντύνουν.

Ωστόσο, η παράσταση απογειώνεται όταν ανεβαίνουν στο προσκήνιο οι ξεχασμένοι ποιητές και παρασύρουν τον καλλιτέχνη σε διαδρομές γεμάτες συναίσθημα, ελπίδα ή απελπισία.

Ο Τάσος Λειβαδίτης, με το συγκλονιστικό «Πού Είσαι;» (του Γιώργου Τσαγκάρη). Ο Νίκος Καββαδίας, με τη «Θεσσαλονίκη» (του Θάνου Μικρούτσικου). Ο Ναζίμ Χικμέτ με το «Δίχτυ» (του Μάνου Λοϊζου). Ο Μάνος Ελευθερίου με την «Αυλή», που κόβει τα γόνατα (του Μίκη Θεοδωράκη). Ο Κώστας Καρυωτάκης, με την «Πρέβεζα» (του Γιάννη Γλέζου).

«Περισσότερα χρωστάμε στους ποιητές, παρά στους δανειστές», πιστεύει ο Παπακωνσταντίνου. Μακάρι να ήταν αυτό αλήθεια…

Κάπου στα ορεινά της αίθουσας, πλανιόταν το φάντασμα του νεκρού Φιντέλ Κάστρο. Ο καπνός από το αιώνιο πούρο του είχε γεμίσει την αίθουσα.

«Ο Πέτρος, ο Γιόχαν και ο Φρανς» εμφανίστηκαν νωρίς νωρίς για να ακούσουν τα σχολιανά τους. «Το εμβατήριο που του’μαθαν να λέει», δεν το τραγούδησε ο Βασίλης, αλλά ο κόσμος, ο ίδιος που πάει να ξεχάσει τι πάει να πει «φασιστικό» και γιατί του στρατιώτη του’ρχεται να κλαίει.

Το «Τσε», του Μάνου Λοϊζου, ολοκλήρωσε την επαναστατική τριλογία, με μία συγκινητική αφιέρωση, από τα χείλη του Παπακωνσταντίνου: «Καληνύχτα, Φιντέλ…». Πολλοί από τους «τελεία-και-παύλα-Βασίλη-είσαι-καύλα» συνελήφθησαν να ξινίζουν τα μούτρα.

Η παράσταση έκανε θραύση τις Δευτέρες του Νοέμβρη στο «Κλαμπ» του «Σταυρού του Νότου», αλλά δεν χωρούσε ούτε στο κλαμπ ούτε στις Δευτέρες. Μεταφέρθηκε ήδη στην κεντρική σκηνή, όπου θα μεσουρανήσει ξανά από τις 12 Δεκεμβρίου.

Και έπειτα ραντεβού δίπλα, στη Γωγώ, για νυχτερινό ποτό.