Η Ευρώπη τι κάνει για τη βία στα γήπεδα;

Η Ευρώπη τι κάνει για τη βία στα γήπεδα;

Μια μικρή αναδρομή στα φαινόμενα χουλιγκανισμού, η περίπτωση της Αγγλίας και οι ευθύνες του Συμβουλίου της Ευρώπης. Γράφει η νομικός Ολυμπία Καραβασίλη*.  

Η Ευρώπη τι κάνει για τη βία στα γήπεδα;

Τελικός Κυπέλλου Πρωταθλητριών Ευρώπης, Λίβερπουλ - Γιουβέντους, 29 Μαΐου 1985. Τελικό αποτέλεσμα 39 νεκροί οπαδοί της Γιουβέντους και 600 τραυματίες. Η ημερομηνία αυτή στιγμάτισε το ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο, φέρνοντας ραγδαίες εξελίξεις στο νομοθετικό πλαίσιο για τη βία στα γήπεδα, καθώς έφερε την Ευρώπη αντιμέτωπη με ένα νέο φαινόμενο, το οποίο μεταμόρφωσε το αγγλικό ποδόσφαιρο σε μια κυριακάτικη οικογενειακή υπόθεση, απομακρύνοντας σχεδόν κάθε ψεγάδι από πάνω του. Παρόλα αυτά δεν έφερε ριζικές αλλαγές στην υπόλοιπη Ευρώπη.

Πιάνοντας την ιστορία από την αρχή, η τραγωδία στο Χέιζελ δεν αποτελεί προφανώς την αφετηρία του δράματος, καθώς στην άνομη και άναρχη Αγγλία του 18ου αιώνα σημειώνονται τα πρώτα κρούσματα. Αναμφισβήτητα, η Αγγλία πρωταγωνιστεί στη σκηνή, καθώς είναι η χώρα η οποία γέννησε το χουλιγκανισμό και που ουσιαστικά σκότωσε το δικό της παιδί, με την ακραία πολιτική βούληση της Μαργκαρετ Θατσερ, αποδεικνύοντας περίτρανα ότι μια ισχυρή πολιτική βούληση, είτε προέρχεται από συντηρητικές ιδεολογίες, είτε από φιλελεύθερες, είναι σε θέση να εξαφανίσει ακόμη και τα πιο ακραία φαινόμενα όπως αυτό του χουλιγκανισμού. Μια πολιτική βούληση που απουσιάζει φανερά στις μέρες μας, τόσο απο τα ανώτερα νομοθετικά όργανα όπως το Συμβούλιο της Ευρώπης και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, όργανα τα οποία υποτίθεται ότι συντονίζουν νομοθετικά την Ευρώπη, αλλά και σε κρατικό επίπεδο. Η απουσία αυτή δικαιολογείται εύκολα αν αναλογιστεί κανείς τα ασύλληπτα χρηματικά ποσά που κυκλοφορούν νόμιμα στο χώρο του ποδοσφαίρου σε μια εποχή παγκόσμιας λιτότητας…

Μια μικρή ιστορική αναδρομή κρίνεται αναγκαία πριν φτάσουμε στο σύγχρονο Χειζελ. Το 1885, καταγράφεται ένα από τα πρώτα περιστατικά βίας, όταν η Πρέστον Νορθ Εντ νίκησε την Aston Villa σε ένα φιλικό παιχνίδι. Στο τέλος του αγώνα οι οπαδοί των δύο ομάδων άρχισαν να εκτοξεύουν πέτρες και ξύλα και κάποιοι από αυτούς άρχισαν να γρονθοκοπούνται μεταξύ τους. Όπως χαρακτηρίστηκε από τον τύπο της εποχής ήταν « pointless, purposeless, and brainless », δηλαδή μάταιο, άσκοπο και απερίσκεπτο, τονίζοντας με αυτό τον τρόπο ότι τίποτα δεν θα μπορούσε να δικαιολογήσει την έξαρση μιας τέτοιας βίας. Τρεις λέξεις που έγιναν συνώνυμο του χουλιγκανισμού, όρος ο οποίος χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά για να περιγράψει οπαδούς οι οποίοι ταξίδευαν για τα εκτός έδρας παιχνίδια και κατέστρεφαν τα τρένα με τα οποία μετακινούνταν. Έτσι η αγγλική τότε κυβέρνηση πήρε την πρωτοβουλία να δημιουργήσει ένα τρένο ειδικά σχεδιασμένο για τη μετακίνηση των οπαδών, το The football special, ώστε οι οπαδοί των ομάδων να μην ταξιδεύουν με τους κοινούς επιβάτες για τα εκτός έδρας παιχνίδια. Οι περισσότεροι που επιβιβάστηκαν στα τρένα αυτά θυμούνται να τους μεταχειρίζονται σαν βόδια. Χαρακτηριστικό είναι ότι  δεν υπήρχαν τουαλέτες, παρόλα αυτά πωλούνταν νόμιμα αλκοόλ, γεγονός που επιβεβαιώνει πόσο αντιφατική και χωρίς καμία λογική ήταν η πρακτική που ακολουθούσε η αγγλική κυβέρνηση. Από τη μία πλευρά δημιούργησε ειδικά τρένα μεταφοράς των ανεξέλεγκτων οπαδών και από την άλλη, μέσα στα τρένα αυτά, η ίδια τους επέτρεπε να βρίσκουν τις ουσίες οι οποίες τους βοηθούσαν να διατηρήσουν ζωντανό και ακέραιο το φαινόμενο του χουλιγκανισμού.

Η Αγγλία τα επόμενα χρόνια συνεχίζει να μαστίζεται από το φαινόμενο του χουλιγκανισμού και το 1974 στον τελικό του Κυπέλλου UEFA μεταξύ της Φέγερνονρντ και της Τότεναμ στο Ροτερνταμ, μια εικοσάδα οπαδών των Spurs ξήλωσαν τα καθίσματα και τα πέταξαν στην αστυνομία και στους οπαδούς της γηπεδούχου ομάδας, πριν ξεχυθούν αφηνιασμένοι στους δρόμους της πόλης. Ο θρυλικός manager τους, Μπιλ Νίκολσον, βαθιά επηρεασμένος από την κουλτούρα βίας που αναπτυσσόταν στο ποδόσφαιρο, ένα μήνα μετά αποχώρησε από το White Hurt Lane, με κύριο λόγο που τον οδήγησε σε αυτή την απόφαση, όπως ειπώθηκε τότε, να είναι το περιστατικό στο Ροτερνταμ. Ένα χρόνο αργότερα, το 1975, στον τελικό του Κυπέλλου Πρωταθλητριών Ευρώπης στο Παρίσι, οπαδοί της Λιντς σε αμφισβητούμενες αποφάσεις διαιτησίας, εισέβαλαν με ένταση στον αγωνιστικό χώρο εκτοξεύοντας ρουκέτες και καταστρέφοντας αυτοκίνητα και επιχειρήσεις έξω από το γήπεδο.

Αναμφισβήτητα, η δεκαετία του 80 αποτέλεσε το ναδίρ για το ποδοσφαίρου και την εκτόξευση του φαινομένου βίας. Τον Μάρτιο του 1985, οι τηλεθεατές του BBC έμειναν με ανοιχτό στόμα όταν στο τελικό του FA Cup Final μεταξύ Λούτον Τάουν και Μίλγουολ στο Kenilworth Road καταγράφτηκε αυτό που οι περισσότεροι συγγραφείς περιέγραψαν ως « το χειρότερο δείγμα της ποδοσφαιρικής βίας που έχει συμβεί σε αγγλικό έδαφος». Μετέπειτα φυσικά η ιστορία απέδειξε ότι ο όρος «χειρότερο» δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ποτέ στο ποδόσφαιρο. Οι επισκέπτες οπαδοί της Μίλγουολ, επιβεβαιώνοντας την τρομακτική εικόνα που είχαν δημιουργήσει τα ΜΜΕ για αυτούς, απλά ρήμαξαν το Kenilworth Road. Εφόσον ξερίζωσαν σχεδόν όλα τα πλαστικά πορτοκαλί καθίσματα για να τα χρησιμοποιήσουν ως όπλα και ασπίδες, εισέβαλαν στον αγωνιστικό χώρο και άρχισαν να παλεύουν με την αστυνομία και τους οπαδούς της Λούτον. Το παιχνίδι διεκόπη δύο φορές και στο τελικό σφύριγμα, μπήκαν ξανά στο γήπεδο με αποτέλεσμα να σημειωθούν πολλοί σοβαροί τραυματισμοί, όχι όμως θανατηφόροι. Και όλα αυτά να αναμεταδίδονται ζωντανά από τα αγγλικά κανάλια.

Φυσικά σχεδόν δύο μήνες μετά, το Μάιο του 1985, ακολούθησε η πιο σημαντική για την ιστορία του ποδοσφαίρου τραγωδία, στο παρατημένο και κακοδιατηρημένο στάδιο των Βρυξελλών, το Χέιζελ. Ένα γήπεδο σάπιο, όπως χαρακτηρίστηκε από τον διεθνή τύπο, το οποίο δεν είχε καθόλου υποδομές, ακατάλληλα διαχωριστικά πλέγματα και με προσωπικό που δεν είχε καμία εμπειρία και εξειδίκευση για να χειριστεί ένα τόσο μεγάλο και βίαιο πλήθος. Φυσικά η ανικανότητα και η έλλειψη εμπειρίας αποδείχθηκε γρήγορα όταν η Βελγική αστυνομία έχασε πλήρως τον έλεγχο και το στάδιο μετατράπηκε σε μια αρένα μάχης με εκφωνητές από όλο τον κόσμο να αναμεταδίδουν σοκαρισμένοι τα σκηνικά βίας που εξελίσσονταν μπροστά τους και την βελγική αστυνομία να είναι αδύναμη ή ανίκανη να ελέγξει την κατάσταση. Τελικά το ματς παίχτηκε κανονικά, με τη Γιούβε να αναδεικνύεται πρωταθλήτρια σε μια βραδιά που μόνο νίκης δεν ήταν.

Εν συνεχεία οι αγγλικοί σύλλογοι αποκλείστηκαν για 5 χρόνια από την Ευρώπη και η Λίβερπουλ για 6 χρόνια. Το αγγλικό ποδόσφαιρο θεωρητικά καθάρισε με τη Θάτσερ να ζητάει « stiff prison sentences » για όσους αποδεικνύονταν ένοχοι για τη βια στα γήπεδα.

Η Ευρώπη απάντησε άμεσα μετά την τραγωδία στο Χέιζελ και έτσι ήδη στις 19 Αυγούστου 1985 το Συμβούλιο της Ευρώπης ψήφισε την πρώτη ευρωπαϊκή σύμβαση για την βια των θεατών και την απρεπή συμπεριφορά στις αθλητικές διοργανώσεις και κυρίως στους ποδοσφαιρικούς αγώνες.(Euroepan Convention on Spectator Violence and Misbehaviour at Sports Events and in particular at Football matches). Η σύμβαση του 1985 αποτελείται από 17 άρθρα, τα οποία συνθέτουν κυρίως έναν κώδικα δεοντολογίας, ένα καλογραμμένο ευχολόγιο, παρά ένα νομικά δεσμευτικό κείμενο το οποίο ωθεί και υποχρεώνει τα κράτη-μέλη να δραστηριοποιηθούν πραγματικά. Το Συμβούλιο της Ευρώπης κάλεσε τα κράτη να συνεργαστούν με τις ομοσπονδίες και να ψηφίσουν νόμους που θα εξασφαλίσουν ασφάλεια στις αθλητικές διοργανώσεις και ειδικά στους ποδοσφαιρικούς αγώνες, να έχουν τις κατάλληλες προδιαγραφές για τα γήπεδα, να προσαρμόσουν και να ενσωματώσουν στις εθνικές νομοθεσίες κυρώσεις για όσους δεν συμμορφώνονται και όχι μόνο. Έκτοτε, καμία συντονισμένη ευρωπαϊκή προσπάθεια δεν έχει ξαναγίνει, αφήνοντας το ζήτημα στις προτεραιότητες του κάθε κράτους.

Φυσικά και το φαινόμενο της βίας στα γήπεδα δεν σταμάτησε ποτέ. Αντιθέτως ολοένα και περισσότερες χώρες έρχονται αντιμέτωπες με αυτό. Πρόσφατα το CAS (Court of Arbitration of Sports) απέρριψε την προσφυγή της Ποδοσφαιρικής Ομοσπονδίας της Σερβίας, σε μια πολύ ενδιαφέρουσα απόφαση, η οποία καταδικάστηκε από to UEFA Control, Ethic and Disciplinary Body, το οποίο αποφάσισε την αφαίρεση τριών βαθμών για την ομάδα της χώρας στα προκριματικά του Euro. Η τιμωρία αφορούσε τη συμπεριφορά των οπαδών της Σερβίας στο ματς με την Αλβανία στις 14/3/14 στο Partizan Dtadium, ματς στο οποίο δεν δόθηκαν εισιτήρια στους οπαδούς της Αλβανίας. Οι οπαδοί της Σερβίας όπως αναφέρει στην απόφαση του CAS, όταν ακούστηκε ο εθνικός ύμνος της Αλβανίας φώναζαν χαρακτηριστικά « Ubi, Ubi Shaptara »( Σκοτώστε, σκοτώστε τους Αλβανούς), ύψωσαν σημαίες με αναφορές για το Κόσοβο, πέταξαν φωτοβολίδες και πέτρες μέσα στον αγωνιστικό χώρο, έκαψαν μια σημαία του ΝΑΤΟ κλπ. Το αρμόδιο όργανο της UEFA θεώρησε ότι η FAS ευθύνεται για παραβίαση του πειθαρχικού κανονισμού της UEFA, για την κακή οργάνωση του αγώνα, για το γεγονός ότι Σέρβοι οπαδοί εισέβαλαν στον αγωνιστικό χώρο και ότι με μία λέξη δεν τηρήθηκε κανένα μέτρο για την ασφάλεια στο γήπεδο. Το Σώμα Εφέσεων της UEFA απλά επιβεβαίωσε την πρωτοβάθμια απόφαση και το CAS το ίδιο.

Τριάντα χρόνια αδράνειας είναι ένα υπερβολικά μεγάλο χρονικό διάστημα για ένα μόνιμα φλέγον ζήτημα. Τα περιστατικά ανάρμοστης συμπεριφοράς θεατών (αν και το ερώτημα είναι ποιος μπορεί να ορίσει τι αρμόζει και τι όχι σε ένα άθλημα τόσο ξεχωριστό και με τόση ένταση όσο το ποδόσφαιρο- άλλωστε σε ποιο άλλο άθλημα μπορεί να δει κανείς τόσους ανθρώπους να μεταμορφώνονται ταυτόχρονα από Dr. Jekyll σε Mr. Hyde από ένα λάθος πέναλτι;) συνεχίζονται αμείωτα με συνεχείς καταδίκες ομάδων, συλλόγων και ομοσπονδιών για τους οπαδούς τους. Το λιγότερο που περιμένει κανείς από την Ευρώπη είναι μια νέα Σύμβαση για το ζήτημα πριν να ξεκινήσει το Euro 2016, μια διοργάνωση η οποία στην παρούσα πολιτική συγκυρία απειλείται από το γενικότερο φόβο της τρομοκρατίας. Μια συντονισμένη ευρωπαϊκή προσπάθεια θα πρέπει να φέρει στο προσκήνιο μια νέα σύμβαση όχι μόνο για τη βία των θεατών αλλά και και για την ασφάλεια στα γήπεδα. Αλλά από την άλλη, το ποδόσφαιρο δεν είναι η ασφάλεια στα γήπεδα και η οριοθετημένη συμπεριφορά των οπαδών. Όπως έλεγε ο αθάνατος Γιοχαν Κρόιφ, “Όταν προηγείσαι 5-0, τότε δεν έχει νόημα να ψάξεις ένα έκτο γκολ. Πολύ πιο θεαματικό για την κερκίδα, είναι να προσπαθήσεις να σημαδέψεις το δοκάρι”. Η λύση, αν υπάρχει και αν πρέπει να υπάρξει είναι κάπου στη μέση…

*Η Ολυμπία Καραβασίλη είναι Ελληνίδα ασκούμενη δικηγόρος, με ειδίκευση στο αθλητικό δίκαιο. Η διπλωματική της στο master «Juriste du Sport» στη Νίκαια της Γαλλίας έχει αντικείμενο το ντόπινγκ. Μεγάλο κομμάτι του ακαδημαϊκού της background αναλώνεται στις διαδικασίες της FIFA, του CAS και άλλων ανώτατων οργάνων σχετικά με τον αθλητισμό, o oποίος αποτελεί και το αντικείμενό της, ενώ έχει πραγματοποιήσει άσκηση στο Συμβούλιο της Ευρώπης.

Best of internet