Σαν σήμερα, το 1949, γεννήθηκε ο τραγουδοποιός, ο ταραχοποιός και του πολέμου ο ειρηνοποιός. Ήρθε, είδε και έφυγε. Μας άφησε τα τραγούδια, τους στίχους και τη δράση του. Α, και τον κόσμο σ' ένα ταψί.

Η ζωή του σαν παραμύθι που δεν έχει αρχή, μόνο ξαφνικό τέλος. Αυτός που δεν αναθεώρησε, απλά θεώρησε την εγκυρότητα και την ισχύ της δικής του θεώρησης. Του “δονκιχωτισμού”. Δον Κιχώτης χωρίς Σαν Πάντσο και με τους ανεμόμυλους να είναι τόσο κοντά και τόσο μακριά την ίδια στιγμή. Όσο εφορμούσε με το κοντάρι-καλάμι ψαρέματος, τόσο απομακρύνονταν. Όσο αδιαφορούσε, τόσο τον πλησίαζαν. Κι όταν έπεφτε με φόρα πάνω τους, έψαχνε τις ρωγμές, έψαχνε το “ΚΡΟΚ”, το δικό του Ροκ, το δικό του νήμα. Τότε, ξεκινούσε η πραγματική πορεία προς το άγνωστο. Εκεί, βαθιά μες τη ρωγμή, δίχως φως, με σκοπό να ακούσει την ηχώ του “ΚΡΟΚ”, να ακούσει τον άνθρωπο μέσα στον άνθρωπο, πέρα από τον άνθρωπο. Αυτός με τις ιδέες του και τις παραξενιές του, με την υδρόγειο σ' ένα καλάθι, με τον κόσμο (του) στα χέρια του. Η πορεία στο κέντρο του κόσμου (του), όμοια με του κομήτη. Οι άνθρωποι-δοχεία αίφνης είδαν τη λάμψη, τον κρατήρα που δημιούργησε και μετά... την εξαφάνιση. Στο σύντομο πέρασμα του μοναδικού ξεπεσμένου-κυρίαρχου ιππότη στη Γη, στη χώρα μας, μουσική, βιβλία, κασέτες και ασταμάτητα βλέμματα συνόδευσαν την παρουσία του. Ο ιππότης αυτός ήταν άνθρωπος-κλειδί και ξεκλείδωσε τον μηχανισμό της πλαστικής σφαίρας που μας περιβάλλει. Προχώρησε για να δει πού καταλήγει το νήμα που κρατούσε και δεν ήταν σε κάποιο “ΚΡΟΚ” σημείο, αλλά στο ταβάνι ενός σχεδόν άδειου δωματίου. Ο Νικόλας Άσιμος δεν μένει πια εδώ.

Η φευγαλέα ματιά μας

Ο Άσιμος ήταν η φευγαλέα ματιά μας. Ήταν αυτός που έβλεπες από μακριά, ακαθόριστη φιγούρα, και ξαφνικά ερχόταν δίπλα σου. Στεκόταν και αν ήθελε συζητούσε μαζί σου. Δεν καθόταν. Σε κοίταζε υπαινικτικά, διεισδυτικά, αληθινά, κι ας μην διασταυρώνονταν οι ματιές. Ο Άσιμος ήταν σαν το σημείο του ορίζοντα που συνεχώς απομακρύνεται. Δεν τον σίμωνες, ποτέ. Ούτε και τον ασήμωνες. Αυτό ειδικά… Απαράδεκτον για έναν Άσιμο. Εξάλλου, οι ταχύτητες με τις οποίες κινούνταν δεν επέτρεπαν ενασχόληση με αντιδραστικές λαϊκές συμπεριφορές. Ο Άσιμος δεν θα καταδεχόταν ποτέ χρήματα για να προβλέψει το μέλλον. Το έφτιαχνε μόνος του! Και όχι, δεν είναι κοινότοπο αυτό, ούτε άκριτος ευφημισμός. Ο Άσιμος με κάθε του δράση, πάντα δημόσια, ερχόταν σε ρήξη με το δεδομένο, το δοσμένο, το οριστικό. Η παρουσία και η συμπεριφορά του ήταν κάτι διαφορετικό, αναπάντεχο και δυσερμήνευτο. Η όποια εκτέλεση είχε σκοπό να προκαλέσει, να ξεβολέψει, να αφυπνίσει, να ενοχλήσει και να κάνει τον θεατή να πλησιάσει τον άνθρωπο-γεγονός που όριζε σημεία αναφοράς αναφομοίωτα στον αστικό ιστό και το κοινωνικό σύνολο. Ό,τι έκανε ο Άσιμος ήταν μοναδικό, με τη γενεσιουργό αιτία δύσκολα αναγνωρίσιμη ή προσαρμοσμένη στον καλά μελετημένο αυθορμητισμό του. Γι’ αυτό και ό,τι έπραττε ανήκε σε ένα αυτοεξόριστο περιβάλλον που πολεμούσε, χλεύαζε, απαντούσε στο φθαρμένο, ξεπερασμένο και αντιδραστικό τοπίο. Ο Άσιμος ήταν αναρχικό πνεύμα που έψαχνε την αρχή όλων: την αρχή της καταστροφής, δηλαδή της δημιουργίας!

έστηνε αυτοσχέδιες παραστάσεις στον δρόμο

Ο Ασημόπουλος, δηλαδή ο Καρυωτάκης

Ο Νικόλαος Ασημόπουλος γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη, μεγάλωσε στην Κοζάνη, εισήχθη στη Φιλοσοφική του ΑΠΘ, αλλά το 1973 τα εγκατέλειψε όλα και ήρθε στην Αθήνα. Στις μπουάτ της Πλάκας συνεργάστηκε με πολλούς, η πρώτη  δισκογραφική απόπειρα το 1975 λογοκρίθηκε και έκτοτε ηχογραφούσε και διακινούσε μόνος τις κασέτες του. Στην Αθήνα έστηνε αυτοσχέδιες παραστάσεις στον δρόμο, διέκοπτε την κυκλοφορία, έκανε περάσματα σε κινηματογραφικές ταινίες… Η σχέση με τα ψυχιατρεία ξεκίνησε το 1981. Το 1988, λίγο πριν δικαστεί κατηγορούμενος για βιασμό, βρέθηκε κρεμασμένος στο σπίτι του στην οδό Καλλιδρομίου 55. Ήταν μόλις 38 ετών. Σύντομο βιογραφικό, σκόπιμη επιλογή. Όχι γιατί σε αυτά τα 38 χρόνια δεν έκανε τίποτα αξιόλογο, αλλά γιατί η παράθεση λεπτομερειών γύρω από τις σπουδές, τα παιδικά χρόνια, τα φοιτητικά χρόνια, τα καλλιτεχνικά, δεν έχουν να δώσουν τίποτα παραπάνω όσον αφορά τον άνθρωπο Άσιμο. Και ο άνθρωπος Άσιμος βρίσκει το είδωλο του στον Κωνσταντίνο Καρυωτάκη! Ο χαρακτηρισμός “καταραμένος” αδικεί αμφοτέρους. Όχι γιατί δεν ήταν άδικη η μοίρα και οι άνθρωποι μαζί τους, αλλά γιατί η ανάγκη της μεγάλης εξόδου τους συντρόφευσε σε όλη, σχεδόν, τη διάρκεια του βίου τους. Ο Καρυωτάκης αν και ενταγμένος στο κοινωνικό σύνολο με τον τρόπο που αυτό όριζε τότε, δραπέτευε απ’ αυτό με τους στίχους και την προσωπική ζωή του. Στην ουσία αμφισβητούσε και αυτό ενοχλούσε, γι’ αυτό και ο φθόνος, η συκοφαντία, το βάρος της αμαρτίας. Σε διαρκή κίνηση, μετακίνηση, όσο περνούσαν τα χρόνια έψαχνε την έξοδο-λύτρωση. Κι αυτή βρισκόταν στο σκοτάδι, εκεί που ζουν οι αποσυνάγωγοι, οι αποκλεισμένοι, οι αδικημένοι, αυτοί που κρίθηκαν άδικα και απορρίφθηκαν. Ο Άσιμος ποτέ δεν θέλησε να συμμορφωθεί  στις επιταγές της συντηρητικής, “ηθικά δικαιωμένης” κοινωνίας. Στόχος του, διακηρυγμένος, να γίνει η αναρχία που δεν πατάσσεται. Συνεπώς, μια ζωή, ζωή στο περιθώριο, εκεί που μόνο οι “συνετισμένοι” και οι “θεραπευμένοι”, οι “περίεργοι”, μπορούσαν να συνομιλήσουν μαζί του. Ο υπερρεαλιστικός τρόπος σκέψης-δράσης του Άσιμου τον οδηγούσε στον μονόδρομο του “καταραμένου”. Εξού και η επαφή, ο εναγκαλισμός με το όριο και την υπέρβαση του, η αναζήτηση της εξόδου-λύτρωση. Η αυτοκτονία του Καρυωτάκη ήταν σοκ για όσους τον αγάπησαν και τον γνώρισαν πραγματικά, όχι για τον ίδιο. Η αυτοκτονία του Άσιμου ήταν σοκ για όσους τον αγάπησαν και τον γνώρισαν πραγματικά, όχι για τον ίδιο. Το νήμα του “ΚΡΟΚ”, λοιπόν, ενώνει Πρέβεζα-Εξάρχεια, το “ΚΡΟΚ” δένεται με τα “Νηπενθή”.

Οι κροκάνθρωποι

Το “ΚΡΟΚ”

Το “ΚΡΟΚ” βρίσκεται στους “Κροκανθρώπους” τους οποίους αναζητούσε. Στο βιβλίο του “Αναζητώντας Κροκανθρώπους” αναφέρει: “ΒΡΙΣΚΟΜΑΙ ΣΕ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΚΡΟΚΑΝΘΡΩΠΩΝ. ΜΗΝ ΤΑΡΑΖΕΤΕ ΤΟΝ ΥΠΝΟ ΤΟΥ ΞΎΠΝΟΥ ΜΟΥ”. Στην ουσία πρόκειται για εξομολόγηση και προσφορά ίχνους στην προσπάθεια μας να τον καταλάβουμε. Ο Άσιμος ήταν ντανταϊστής, υπερρεαλιστής, αναρχικός, υπό μόνιμη δοκιμή ελεύθερος πολίτης-καλλιτέχνης. Δεν του αρκούσε, λοιπόν, η υπέρβαση των ορίων, έψαχνε να βρει αυτό που υπάρχει πέρα από τη λογική και την ορθότητα. Ο Άσιμος ήθελε να βρει το σημείο συνάντησης φαντασίας-πραγματικότητας, να βρει μια άλλη πραγματικότητα, άλλους ανθρώπους... Γι' αυτόν κρύβονταν, γι' αυτόν η υποκρισία, ο αυταρχισμός, η συνήθεια, ήταν το αμετάβλητο, αφιλόξενο τοπίο. Γι' αυτό και απαιτούσε να μην ταράζεται ο ύπνος του ξύπνου του! Ήθελε να μείνει απερίσπαστος στο έργο της ανακάλυψης ενός άλλου κόσμου, ενός κόσμου που ίσως να τον καταλάβαιναν. Και στο “ΚΡΟΚ” φαίνεται ότι βρισκόταν το μυστικό.  Τι εστί  όμως “ΚΡΟΚ”; Ο ίδιος στο βιβλίο δίνει την ερμηνεία του:

-Μα τι είναι αυτό το ΚΡΟΚ;

-Το Κροκ είναι Κροκ, του απαντώ, αλλά είναι Κροκ όπως τρόζει ένα γρανάζι, όπως καταρρέει ένας θεσμός, όπως κροκορόζει ένα βρέφος που γεννήθηκε.

Ο Δημήτρης Μπαγέρης, στο βιβλίο του “Ο διάσημος Νικόλας Άσιμος” (Εκδόσεις Σιγαρέτα) ψάχνει την οριστική απάντηση περί “ΚΡΟΚ”. Χρησιμοποιεί το λεξικό και μέσα από λέξεις-έννοιες που περιέχουν το “Κροκ”, καταλήγει στον “Κρόκο”, την περιοχή της Κοζάνης, της πόλης που μεγάλωσε ο Άσιμος και δικαίως αναρωτιέται “λέτε ο ήχος Κροκ να ξεκινάει από τα παιδικά του χρόνια;”. Το “ΚΡΟΚ” που ισούται με “ΚΡΑΚ” στην περίπτωση του, ίσως να έχει τις ρίζες του στα παιδικά χρόνια του Άσιμου. Άλυτο αίνιγμα ως σήμερα.

αυτοεξόριστος

“Είμαι πληνθέτης”

Ο αυτοεξόριστος (το χε δηλώσει) Νικόλας Άσιμος μας δίνει το πιο σημαντικό στοιχείο για τον γρίφο που ονομάζεται “Νικόλας Άσιμος”. Είμαι πληνθέτης. Όπου οι άλλοι τοποθετούν συν και λέγονται συνθέτες, εγώ τοποθετώ πλην. Ίδου η αλήθεια για τον Άσιμο. Το “Πλην”. Η αφαίρεση και η πρόσθεση στην πρόσθεση που καταλήγει στην αφαίρεση, αυτά συμπληρώνουν και εξηγούν εν μέρει τον Άσιμο. Για τον Άσιμο το “Εν μέρει” είναι το όλον, πάντα κάτι θα μένει εκτός, αφού τα χρόνια της χούντας και τα πρώτα της Μεταπολίτευσης πέρασαν από πάνω του, του πήραν κομμάτια από το σώμα και την ψυχή. Ξύλο στη δικτατορία (φοιτητής, καταλήψεις στη Φιλσοφική Θεσσαλονίκης), ξύλο μεταδικτατορικά (επέτειος Πολυτεχνείου, κ.α), εγκλεισμός σε ψυχιατρικά ιδρύματα...

Αυτοδίδακτος μουσικός που δεν περιοριζόταν σε είδη και κατευθύνσεις. Μπαλάντες, ροκ, λαϊκά, για όλα είχε κάτι να δώσει, σε όλα είχε κάτι να πει και να το πει με τον δικό του τρόπο. Μουσικά, στιχουργικά, υφολογικά, ερμηνευτικά. Σαρκάζει και αυτοσαρκάζεται, επιτίθεται στο κατεστημένο με διάθεση συγκρουσιακή, σατιρική, στοχαστική. Οι μουσικοί δρόμοι του συναντώνται με τη δημόσια εκτέλεση, την πολιτική θέση, την αγωνιστική διάθεση και τον καταναγκασμό του βιοπορισμού. Το μουσικό έργο είναι αναπόσπαστο κομμάτι της κοσμοθεωρίας και του αγώνα του να προσαρμόσει την κοινωνία σε αυτόν. Το χε πει άλλωστε, το βαθύ κόκκινο υστερόγραφο της ζωής του: ή η κοινωνία θα προσαρμοστεί σε μένα ή εγώ σ' αυτήν!

άφησε την παρουσία του να αιωρείται

Μόνος απέναντι στον μηχανισμό

Η κοινωνία δεν προσαρμόστηκε ποτέ στον Άσιμο. Όχι πως δεν μπορούσε, απλά δεν ήθελε. Η κοινωνία που διαμορφώνεται στα μισά της χούντας, στα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης και στην “Αλλαγή”, είναι μια κοινωνία της εικόνας, του φαίνεσθαι. Σαν τον άνθρωπο που δεν ξέρει από μόδα και καλό ντύσιμο και αρχίζει να μαθαίνει και να ακολουθεί τις τάσεις. Το βιοτικό επίπεδο βελτιώνεται, η κοινωνική θέση των περισσότερων το ίδιο, η εξουσία εκδημοκρατίζεται και φροντίζει να ντύσει τη σιδερένια γροθιά της με βελούδινο γάντι. Από τον σκοταδισμό και τη βαρβαρότητα της δικτατορίας, στον συντηρητισμό και την “κανονικότητα” του νόμου και της τάξης. Οι ελεύθεροι πολίτες υιοθετούν άκριτα και άμεσα το αστικό κοινοβουλευτικό σύστημα και ο ατομισμός, η ιδιώτευση, γίνονται ο θεμέλιος λίθος του νέου συστήματος εξουσίας. Ο Άσιμος, είναι μια παραφωνία που ενοχλεί και πρέπει να αντιμετωπιστεί και αντιμετωπίστηκε.

Ο Άσιμος συνεχίζει από κει που ξεκίνησε, από το σημείο που πέρασαν οι ερπύστριες των αρμάτων μάχης. Συμπεριφορά αναρχικού, αναρχικός με αίσθημα αλληλεγγύης και τόλμη να μπαίνει μπροστά δίχως να φοβάται. Η πολιτική δράση όμως μπερδεύεται με την καλλιτεχνική, διαφορετική έκφραση. Το ένα (καλλιτεχνικό) θα υποβαθμίσει το άλλο (πολιτικό) και ο Άσιμος θα μείνει ένας ιδιοφυής καλλιτέχνης που δεν ελέγχεται, αλλά και δεν ελέγχει την εξουσία, οποιασδήποτε μορφής. Η αντίσταση στις εταιρίες (διακινούσε μόνος τις κασέτες του) και στην άρχουσα τάξη μένει στη σφαίρα του ατομικού. Τον συνδράμουν, κατά καιρούς, άνθρωποι ευαίσθητοι, άλλοι αναρχικοί, επίμονοι αντιεξουσιαστές. Μέχρι εκεί όμως. Για την ελληνική κοινωνία και ιδιαίτερα για το κομμάτι που ζει στην πρωτεύουσα, ο Άσιμος εάν δεν είναι γραφικός και μέρος φθηνού μοντέρνου θεάματος, είναι ενοχλητικός και επικίνδυνος. Γι' αυτό και η καταστολή τον βρίσκει άμεσα και δυνατά, δίχως έλεος. Η σωματική και ψυχική κακοποίηση, τον αποδυναμώνει αργά και σταθερά. Ο Άσιμος λυγίζει και όταν του αποδίδεται η κατηγορία για βιασμό, σπάει. Συνειδητοποιεί ότι δεν αρκεί στην κοινωνία η ύπαρξη του περιθωρίου. Όχι. Υπάρχει και η άβυσσος και τον Άσιμο εκεί τον κατέταξαν, τον δίκασαν και τον καταδίκασαν. Η κοινωνία-βιτρίνα δεν θέλησε να τον καταλάβει και όταν τον κατάλαβε, απλά τον εκμεταλλεύτηκε και επιχείρησε να τον αλλάξει, να τον κάνει ένα ακόμη προϊόν προς κατανάλωση. Αυτός αμύνθηκε με κάθε τρόπο, με τον τρόπο του, γνωρίζοντας πως στο τέλος θα χάσει. Λίγο πριν αυτοκτονήσει κάτι περίμενε. Κανείς δεν ξέρει τι. Δεν ήρθε ποτέ και μας άφησε την παρουσία του να αιωρείται μεταξύ ύπνου και ξύπνου και οι στίχοι από το “Μπλουζ του κουδουνιστή” τον συνοδεύουν και θα μας συνοδεύουν:

Αλήτη μ' ανεβάζανε, φρικιό με κατεβάζαν,

στις γειτονιές που έζησες καθημερινά σε κράζαν.

Κι ήσαστε κυβέρνηση, κι ήμουν ο ληστής,

για την κοινωνία σας, είμαι εμπρηστής.

Κι ας τραγουδώ εμπρηστικά,

κι ας μένω στα τραγούδια.

Πηγή

- “Ο διάσημος Νικόλας Άσιμος” [Δημήτρης Μπαγέρης, εκδ. Σιγαρέτα]