Ο ποιητής του λίγου, του ελάχιστου, της ερωτικής κοσμογονίας. Ανυποχώρητος, πείσμων και αποδεκτός με τον τρόπο του. Κομμάτι της Θεσσαλονίκης και σίγουρα ένας από τους μεγάλους των γραμμάτων μας.

Το σώμα που φεύγει και περιμένει τον Χρόνο να το συνοδεύσει στην αιωνιότητα, αφήνει πίσω του το πρώτο αποτύπωμα της γέννησης του, πολλά δάκρυα, ελάχιστες ανάσες κι ένα γλυκόπικρο φρούτο. Τον καρπό της αγάπης, που γίνεται έρωτας και καταδικάζει τον άνθρωπο σε έναν μετεωρισμό που τελειώνει όταν τελειώνει και ο άνθρωπος. Μίσος, αγάπη, αγάπη, μίσος και στη μέση η επιθυμία που ορίζει την απουσία και την παρουσία. Ακόμη και η μοναξιά είναι επιθυμία που περιμένει να εκπληρωθεί και όταν εκπληρώνεται γίνεται ξανά μοναξιά! Ο έρωτας είναι η φαντασία της κοινωνίας, κάθε κοινωνίας και δεν ελέγχεται, απλά παρακολουθείται. Για να τον παρακολουθήσεις όμως οφείλεις να είσαι έτοιμος για αποδοχή και απόρριψη. Να είσαι έτοιμος να δεχτείς τα πυρωμένα βέλη που θα σου κάψουν την καρδιά και θα αφήσουν το μονόγραμμα του άλλου στο στήθος σου. Τέτοιος άνθρωπος δεν μπορεί παρά να είναι ποιητής, γιατί ο ποιητής στον έρωτα πάει ανυπεράσπιστος, αθώος και πονηρός, αποφασισμένος και δειλός, με την πένα και το βλέμμα μοναδικά του όπλα. Δύσκολη, επίπονη αποστολή που απαιτεί τα πάντα από σένα. Οι υπόλοιπες κοινωνικές συναναστροφές καλό είναι αποφεύγονται ακόμη και να καταδικάζονται. Κι αν έρθει η στιγμή της αναγνώρισης -της αναγνώρισης αυτού που καταγράφει, κομίζει σοφία έρωτα, γίνεται μάρτυρας της ομιλίας των σωμάτων και των ψυχών- τότε τρεις φορές αυτός ο μοναδικός άνθρωπος πρέπει να αρνηθεί τη φτηνή, μάταιη προσφορά. Εξάλλου, οι τιμές στους ποιητές είναι περιττές. Η κατανόηση μετράει μόνο. Τίποτα άλλο. Κύριε Χριστιανόπουλε, δεκτό ό,τι κι αν πείτε.

Το απαίσιο “υπείροχον έμμεναι άλλων”

Η αποδοχή των λόγων του δεν είναι αποτέλεσμα επιβολής των αντοχών του. Η αντοχή στον χρόνο είναι κάτι που απλά συμβαίνει δεν προσφέρει και δεν αφαιρεί τίποτα. Η πρόσληψη και η πρέπουσα σημασία που δίνεται στον Χριστιανόπουλο έχει να κάνει με τη συνέπεια του. Όσο κι αν θεωρείται δεδομένο για ανθρώπους σοβαρούς, στην πράξη το στερητικό “α” καραδοκεί για να την κάνει ασυνέπεια. Και στον Χριστιανόπουλο δεν υπάρχουν στερητικά. Ο Χριστιανόπουλος απέναντι στον αναπόφευκτο ανθρώπινο δυϊσμό, αντιπαραθέτει τον δικό του μονισμό. Στην περίπτωση του δεν έχει σημασία αν η κοινή αρχή των πάντων είναι το πνεύμα ή ύλη, σημασία έχει η μετουσίωση αυτών και διατήρηση τους σε έναν φορέα: τον εαυτό του. Δεν ξεπουλιέται στη χυδαιότητα της ύλης και δεν υποτάσσεται στο πνεύμα των άλλων. Δημιουργεί, “γεννά”, τη δική του οντότητα, η οποία απαρασάλευτα πορεύεται στον χώρο και τον χρόνο. Κυκλική τροχιά διαγράφει και προχωρά. Κύκλος σημαίνει ασφάλεια και σιγουριά και ο Χριστιανόπουλος δεν επιτρέπει εισβολές ή εκβολές. Όταν, λοιπόν, αρνήθηκε το Μεγάλο Βραβείο του υπουργείου Πολιτισμού, το 2011, ήταν μία ακόμη άμυνα απέναντι στην προσπάθεια διάρρηξης αυτού του κύκλου. Εξάλλου, είχε ξεκαθαρίσει τη θέση του πριν πολλά χρόνια. Το 1979 γράφει και δημοσιεύει κείμενο με τίτλο “Εναντίον” στο οποίο μεταξύ άλλων αναφέρει:

Είμαι εναντίον της κάθε τιμητικής διάκρισης απ' όπου και αν προέρχεται. Δεν υπάρχει πιο χυδαία φιλοδοξία από το να θέλουμε να ξεχωρίζουμε. Αυτό το απαίσιο υπείροχον έμμεναι άλλων, που μας άφησαν οι αρχαίοι. Είμαι εναντίον των βραβείων γιατί μειώνουν την αξιοπρέπεια του ανθρώπου...

Συνεπώς, η σεπτή αντιμετώπιση των όσων έχει γράψει και πει ο εν λόγω είναι αποτέλεσμα επίπονης προσπάθειας και μιας σταθερότητας που φτάνει τα όρια της σοφίας. Και ο σοφός λόγος δεν χαρίζεται σε κανέναν, είναι δίκαιος και πάνω απ' όλα αποδεκτός.

αναδεικνύει την ταπεινότητα και τη “φτήνια”

“Να ξέρεις πολλά και να λες λίγα”

Η ποίηση του Ντίνου Χριστιανόπουλου είναι τολμηρή. Κι αν η χρήση επιθέτων δεν ταιριάζει στην κρίση, αξιολόγηση, αποτίμηση του ποιητικού λόγου, κρίνεται απαραίτητη όταν κάνεις απολογισμό και στέκεσαι απέναντι σε έργο βγαλμένο από τα σπλάχνα του δημιουργού. Κάθε ποιητής αυτό προσπαθεί, να “μιλήσει” με όλο του το είναι και να αποτυπώσει την πραγματικότητα, να ξεπεράσει την επίφαση. Ο Χριστιανόπουλος το κάνει με την αμεσότητα και την απροσποίητη συμπεριφορά του ανθρώπου που έχει μόνο να δώσει. Και αυτό φαίνεται στα ποιήματα του. Δεν υπάρχει εκζήτηση κι αν υπάρχει είναι μέρος του “οπλοστασίου” του στην προσπάθεια του να να βάλει στο περιθώριο τη σοβαροφάνεια και την υποκρισία, αλλά και να φέρει το περιθώριο στο προσκήνιο. Ο Χριστιανόπουλος αναδεικνύει την ταπεινότητα και τη “φτήνια” που οι καθωσπρέπει κύριοι και κυρίες απορρίπτουν. Χρειάζεται, λοιπόν, τόλμη για να ξεπεράσεις ιδεολογικές, κοσμικές, θρησκευτικές αγκυλώσεις και να προτάξεις την ενοχή, τη γοητευτικά-άσχημη αμαρτία, την αιρετική φωνή, την ειρωνεία, την αυτοτιμωρία, αυτοταπείνωση...

Ο ίδιος έχει “αποκαλύψει” τον πυρήνα του έργου, της καλλιτεχνικής του αντίληψης, της κοσμοθεωρίας. Σε συνέντευξη που έδωσε στο Αλέξανδρο Αηδώνη για το περιοδικό “Οδός Πανός” (τχ. 165) τόνισε -μεταξύ άλλων- πως Το ωραίο είναι να ξέρεις πολλά και να λες λίγα. Το έργο και η στάση ζωής του το επιβεβαιώνουν. Διαβάζοντας τον, είτε στα ποιήματα είτε στις συνεντεύξεις, αποκομίζεις την εντύπωση πως καθετί που λέει και κάνει είναι μελετημένο, αλλά όχι υπό τη φτήνια της ανόητης προμελέτης. Δεν προετοιμάζει, αλλά αντλεί από τη σιγουριά της οξυδέρκειας -από επτά χρονών είχα μερικές εύστοχες παρατηρήσεις σε ανθρώπους που δεν τον φανταζόμουν καν- και της ασκητικής του ζωής Ήμουν υπερβολικά ασκητικός. Ο συνδυασμός τους προσφέρει ασφάλεια, δύναμη και επιβολή στον λόγο του. Διαλύει την ανασφάλεια της κατάκτησης τιμών, βραβείων, αποδοχής, δόξας, χρήματος... Ο Χριστιανόπουλος ποτέ δεν ζήτησε και γι' αυτό πορεύθηκε μόνος, έντιμος και ό,τι κέρδισε ήταν δικό του.

εξέδωσε οκτώ ποιητικές συλλογές.

Το ποιητικό έργο

Ο Ντίνος Χριστιανόπουλος, ψευδώνυμο του Κωνσταντίνου Δημητριάδη, εξέδωσε οκτώ ποιητικές συλλογές. Ο Διονύσης Στεργιούλας, στο τεύχος 165 του περιοδικού “Οδός Πανός”, ανέλυσε εύστοχα το ποιητικό έργο του αειθαλούς Θεσσαλονικιού. Τα κυριότερα σημεία της ανάλυσης του:

Το 1950 εκδίδει την Εποχή των ισχνών αγελάδων και αμέσως ξεχωρίζει. Στοιχεία των αφηγήσεων των ευαγγελίων και άλλων κειμένων της εκκλησιαστικής παράδοσης συνυπάρχουν με στοιχεία της εποχής κατά την οποία γράφτηκε η συλλογή. Επίσης, ο έρωτας των σωμάτων δεν αποτελεί εμπόδιο για την παρουσία του θείου έρωτα. Η κριτική τονίζει τη συγγένεια των ποιημάτων με το έργο του Καβάφη. Με την Εποχή των ισχνών αγελάδων καταφέρνει από νωρίς να απαλλαγεί από την επιρροή που ασκούσαν πάνω του η μορφή και το ύφος των παραδοσιακών ποιημάτων. Το 1954 κυκλοφορεί η συλλογή Ξένα γόνατα και πρωταγωνιστής είναι η νύχτα. Εδώ ο έρωτας μοιάζει να απαλλάσσεται από τη μυθοποίηση που του είχε προσδώσει στην προηγούμενη συλλογή. Αφήνει στην άκρη την κριτική της “τρέχουσας ηθικής” και εκφράζει άμεσα τα συναισθήματα του, χωρίς την αναφορά σε ευρύτερα πολιτισμικά, ιστορικά ή θρησκευτικά πλαίσια. Το περιεχόμενο των ποιημάτων δεν παρουσιάζεται δραματοποιημένο, ενώ το συγκινησιακό στοιχείο μειώνεται. Από δω αρχίζει και η προσπάθεια του να μετριάσει τις επιπτώσεις που θα είχε στη δημιουργική του πορεία και στη ζωή του η πρώτη συλλογή και η αναπάντεχη επιτυχία της. Δυο χρόνια μετά έρχεται ο Ανυπεράσπιστος καημός (1960). Μιλά για τον εαυτό του. Οι προσωπικές στιγμές γίνονται μέσω των στίχων και έννοιες όπως “προσήλωση”, “ταπείνωση”, “παιδεμός”, “σπαραγμός”, “απελπισία”, “πόνος” κυριαρχούν. Το καβαφικό κλίμα επανέρχεται, ο ρόλος της εξοχής περιορίζεται, ενώ δίνεται έμφαση στη διαφορά μεταξύ του διανοούμενου που κατοικεί στην πόλη και των ανθρώπων του λαού. Το 1962 διαβάζουμε τη συλλογή Ο αλλήθωρος. Αναφέρεται σε διαφορετικά θέματα, φαινομενικά άσχετα μεταξύ τους, που συγκροτούν όμως μία αισθητική άποψη και μία ηθική στάση: ο θάνατος, η στρατιωτική θητεία, ποιήματα που περιγράφουν το κλίμα της εποχής, ποίημα αλληγορικό και μία ευαισθησία για κοινωνικά ζητήματα χωρίς όμως περαιτέρω πολιτικές προεκτάσεις. Εξαίρεση ελάχιστους στίχους που δείχνουν, έστω και έμμεσα, ένα πολιτικό προσανατολισμό. Το 1964 φτάνει στα βιβλιοπωλεία Το κορμί και το σαράκι. Ο έρωτας εδώ αντιμετωπίζεται με ρεαλισμό και αρκετά συχνά με πίκρα και σαρκασμό. Ειρωνεία, απογοήτευση, ευφυείς συλλογισμοί, λογικοί-λεκτικοί ακροβατισμοί και κοινότοπες σκέψεις διαπερνούν το σώμα της συλλογής. Αρχές δεκαετίας '80, 1981, η Νεκρή πιάτσα. Τα ποιήματα είναι γεμάτα συναίσθημα, μακριά από τον σαρκασμό, τα λογοπαίγνια και την αποστασιοποιημένη έκφραση της προηγούμενης συλλογής. Σε αρκετά πρωταγωνιστής είναι η πόλη , οι σκοτεινές γωνιές της, τα σπίτια της, τα ερείπια της. Λίγο πριν το τέλος του 20ου αιώνα εκδίδει τη συλλογή Η πιο βαθιά πληγή (1998). Πεζόμορφα ποιήματα με ισχυρό ιδεολογικό φορτίο. Στρέφεται θεματικά στις έννοιες της πατρίδας και τους έθνους και δείχνει ότι κάνει συντηρητική στροφή μέχρι την επόμενη συλλογή, Παράξενο, πού βρίσκει το κουράγιο κι ανθίζει (2011). Από τον τίτλο δείχνει την απορία και την έκπληξη του μπροστά στο φαινόμενο της ποιητικής έμπνευσης. Τα ιστορικά θέματα κυριαρχούν και στις “Θερμοπύλες” στρέφεται εναντίον του Καβάφη και τις δικές του “Θερμοπύλες”.

Αγάπη για Τσιτσάνη, Καβάφη

Τα προσωπικά

Ο ποιητής του Έρωτα -γιατί αυτός κυριαρχεί στα γραπτά του, είναι ο πυρήνας του- γεννήθηκε το 1931 στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε κλασική φιλολογία στον πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Εμφανίζεται το 1950 στα ελληνικά γράμματα, ενώ υπήρξε ιδρυτής και διευθυντής του λογοτεχνικού και καλλιτεχνικού περιοδικού “Διαγώνιος” (1958-1983), των ομώνυμων εκδόσεων (1957-1998) και της μικρής πινακοθήκης “Διαγώνιος” (1974-1995). Εξέδωσε πολλά λογοτεχνικά και φιλολογικά έργα. Βιβλία του μεταφράστηκαν στ' αγγλικά, γαλλικά, σουηδικά, δανέζικα...

Δεν χρειάζεται να ξέρεις πολλά προσωπικά για τον Χριστιανόπουλο. Ίσως μόνο την αγάπη του για τον Τσιτσάνη και τον Καβάφη. Ή πως έχει χαρακτηρίσει τον εαυτό του στριμμένο. Στα προσωπικά μπορείτε να βάλετε και τη σχέση του με τη Θεσσαλονίκη. Όχι ότι επιδίωξε κάτι τέτοιο, αλλά η επιμονή στον τόπο του όπως εκφράστηκε (και) στο “Θεσσαλονίκην, ου μ' εθέσπισεν” (εκδ. Ιανός) τον έχουν εντάξει στην ταυτότητα της πόλης. Α, από νωρίς παραδέχτηκε την ομοφυλοφιλία του. Παραδοχή διόλου εύκολη. Πλέον, εδώ και πολλά χρόνια, η παραδοχή έχει γίνει αποδοχή (από τους άλλους). Όπως έχει παραδεχτεί ότι δεν του αρέσει η μελοποίηση των ποιημάτων, γενικά. Αγαπά τις γάτες και μπορεί να ζει, όπως έχει πει, “με ολίγους παράδες”. Κάτι τελευταίο... Η έντονη κριτική σε ομοτέχνους, ιδιαίτερα στους “μύθους” των γραμμάτων μας. Έχει επικρίνει τους Ελύτη, Σεφέρη, Ρίτσο... Πρόκληση; Ναι. Οπορτουνιστική συμπεριφορά; Σίγουρα όχι. Τόλμη; Οπωσδήποτε. Δικαιοσύνη; Ναι, διότι όσο κι να ενοχλεί η κρίση για τους μεγάλους, δεν έχει ίχνος πάθους και φόβου, μηδέ άκριτης λατρείας. Όπως πολύ εύστοχα έχει γράψει ο Γιώργος Αλλαμάνης (σε άρθρο του στο “Βήμα” τον Ιανουάριο του 2012) δεν προσέχουν ότι ζυγίζει το σύνολο ενός έργου. Γι' αυτό και με ακρίβεια εντοπίζει τις όποιες ανορθογραφίες... Αυτά με τα προσωπικά του Ντίνου Χριστιανόπουλου.

θαυμαστής της ειρωνείας

Λέει την αλήθεια και επιμένει

Τι μένει, λοιπόν, από τον Ντίνο Χριστιανόπουλο; Η συνέπεια του. Μέσα από τα λόγια, τη στάση ζωής, αυτό αποκομίζεις. Συνέπεια, επιμονή δίχως εκπτώσεις, αδιαφορία για τις συνέπειες της επιμονής. Συνεπής, να μην αλλάξει τίποτα και να μην προσαρμοστεί σε ό,τι δεν ήθελε και θέλει. Σταθερός στην εμμονή του για καλή ποίηση, για ποίηση που λέει την αλήθεια και επιμένει, αδιαφορώντας για όσους ενοχλούνται. Αμετάπειστος, αμετανόητος, ασυμβίβαστος, άοκνος κυνηγός του έρωτα και σύντροφος όσον έμειναν μόνοι, του μεγαλείου της γλώσσας, θαυμαστής της ειρωνείας και του σαρκασμού της ίδιας της ζωής, αδίστακτος μπροστά στην υποκρισία και ανυποχώρητος απέναντι στο βόλεμα και τον εφησυχασμό. Γι' αυτό και ο γράφων θα βαζε λεζάντα στο όνομα του το ποίημα:

“Τι να τα κάνω τα τραγούδια σας”

Τι να τα κάνω τα τραγούδια σας

ποτέ δεν λένε την αλήθεια

ο κόσμος υποφέρει και πονά

κι εσείς τα ίδια παραμύθια

Τι να τα κάνω τα τραγούδια σας

είναι πολύ ζαχαρωμένα

ταιριάζουν σε σοκολατόπαιδα

μα δε ταιριάζουνε για μένα

Πηγές

-“Οδός Πανός”, τχ. 165, Ιανουάριος-Μάρτιος 2015

-“Ντίνος Χριστιανόπουλος: Τα βραβεία σας είναι πολύ ζαχαρωμένα” [Το Βήμα]