Σαν σήμερα, το 1948, γεννιέται  ο "πρίγκιπας" του ελληνικού ροκ. Όμορφος, άνετος, μάγκας, δίχως τύχη όμως. Πλήρωσε ακριβά την ώρα του stuff.

Ο πρίγκιπας ήταν όμορφος. Εντάξει, όλοι είναι. Σε αυτούς η ομορφιά ποτέ δεν ήταν αίνιγμα, ήταν ξεκάθαρη, οριστική απάντηση. Αυτός όμως έφτιαχνε και όμορφα πράγματα. Δεν έμενε στην εικόνα και τη γενναιοδωρία της φύσης και των άλλων. Έφτιαχνε μικρές ιστορίες και τους έδινε χρώμα και μια θέση στην καρδιά αυτών που τις άκουγαν. Σπουδαίο αυτό. Να βρίσκεις τα κενά της καρδιάς και να τα γεμίζεις με κάλλος και ευγένεια, να ευφραίνεις την ψυχή. Αυτός ο πρίγκιπας ήταν ωραίος τύπος. Το... αξίωμα δεν του δόθηκε ελέω Θεού, αλλά επί τη εμφανίσει της εικόνας και της ψυχής του. Αυτός ο πρίγκιπας δεν εξουσίαζε, αλλά άκουγε και έβλεπε τα της εξουσίας. Στεκόταν απέναντι και εξέφραζε την αντίρρηση του, όχι με κραυγές αλλά με φωνή ταξιδιάρικη, ήρεμα δυνατή! Αυτός ο πρίγκιπας ήταν μέρος ενός ποιήματος που δεν τελείωνε, λεπτομέρεια σε πίνακα της Αναγέννησης. Σαν να ξεπήδησε από τον κόσμο του Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι και ως άλλος πρίγκιπας Μίσκιν μας συστήθηκε έτσι ξαφνικά. “Ηλίθιος” δεν ήταν, αλλά την αθωότητα του την είχε σίγουρα, κι ας έζησε ανάμεσα σε θηρία. Η ομορφιά δεν τον έσωσε και το σώμα του ξάπλωσε στην απεραντοσύνη του λευκού και χάθηκε με μια ανορθογραφία στο μπράτσο. Η εικόνα του όμως έμεινε άφθαρτη και η φωνή του συνόδευσε την “Κ.”, τον “Μπάμπη τον φλου” τους μάγκες και στο τέλος ζήτησε ένα πράγμα: “Να μ' αγαπάς...”. Ήταν πρίγκιπας με τα όλα του ο Παύλος Σιδηρόπουλος.

Ξεκίνημα από τη Θεσσαλονίκη

Ο δισέγγονος του Αλέξη Ζορμπά και ανιψιός της Έλλης Αλεξίου (σ.σ πεζογράφος, παιδαγωγός) γεννήθηκε το 1948 στην Αθήνα και ως τα έξι του έζησε στη Θεσσαλονίκη. Ο πατέρας του είχε έρθει από τον Πόντο και κατέληξε στην πρωτεύουσα όπου άνοιξε εργοστάσιο παραγωγής χαρτιού για φωτογραφίες. Ξεκίνησε την καριέρα του το 1970 από τη Θεσσαλονίκη όπου σπούδαζε στο Μαθηματικό. Εκεί θα γνωρίσει τον Παντελή Δεληγιαννίδη (κιθαρίστα των “Olympians”) και θα φτιάξουν το ντουέτο “Δάμων και Φιντίας”. Κυκλοφορούν το “Το ξέσπασμα”, “Ο κόσμος τους” και συμμετέχουν με δύο κομμάτια στον δίσκο “Ζωντανοί στο κύτταρο”. Στο “Κύτταρο” γνωρίζονται με τα “Μπουρμπούλια” (σ.σ συγκρότημα που έγινε γνωστό συνοδεύοντας τον Δ. Σαββόπουλο). Το δίδυμο ενσωματώνεται και το νέο σχήμα (Σιδηρόπουλος φωνή, Δεληγιαννίδης κιθάρα, Τσιλογιάνης ντραμς, Ντάλας μπάσο) βγάζει το “Ο Ντάμης ο ληστής” λογοκριμένο σε “Ο Ντάμης ο σκληρός”. Αυτό κρατάει από το 1972 ως το 1974.

Εκείνη την περίοδο άρχισε τα πρώτα του πειράματα για να παντρέψει το ροκ με την ελληνική μουσική. Ο Πάνος Ηλιόπουλος γράφει στο σημείωμα του δίσκου “Τα μπλουζ του πρίγκιπα”:

“...όμως αν γυρίσουμε αρκετά χρόνια πίσω θα βρούμε τον Παύλο με τα Μπουρμπούλια να δουλεύουν πάνω σε ροκ με εθνικά στοιχεία. Τζαμαρίσματα -με την πλήρη έννοια του όρου- που έπαιρναν τη μορφή μιας πολύ μεγάλης ελληνικής μουσικής. Ήταν τότε που ο Νίκος στα τύμπανα και ο Βασίλης στο μπάσα κράταγαν ένα τέμπο που όμοιο του δεν ακούστηκε ποτέ ξανά από ελληνική μπάντα... Ήταν τότε που στην κιθάρα ήταν ο Παντελής... Ήταν τότε που η φωνή του Παύλου ροκάριζε πάνω στις μουσικές μνήμες της Θράκης, της Ηπείρου και της Σμύρνης... Ήταν τότε που ο Παύλος άρχιζε να φανερώνει όχι μόνο την αγάπη του για την ελληνική μουσική αλλά και την άποψη του. Μια άποψη σοβαρή που ποτέ δεν κατάφερε να παρουσιάσει -όπως αυτός οραματιζόταν- στο κοινό του”

Τα πάντα σταματάνε απότομα στις 6 Δεκεμβρίου 1990.

“Σπυριδούλα”, “Απροσάρμοστοι” και το ξαφνικό τέλος

Η συνέχεια δεν είναι αναμενόμενη μια και συνεργάζεται με τον Γιάννη Μαρκόπουλο στα έργα του “Οροπέδιο”, “Θεσσαλικός κύκλος”, “Ανεξάρτητα”, την περίοδο 1974-76. Αυτός είναι ο πρώτος κύκλος. Τέλη του 1986 δουλεύει ξανά με τον έλληνα συνθέτη στον δίσκο “Τολμηρή επικοινωνία”. Μεταξύ άλλων θα ερμηνεύσει τα “Ηλεκτρικός Θησέας”, “Μάθε το ζήτω”, κ.α.

Το ροκ, αρχές της Μεταπολίτευσης ήταν δύσκολο να βρει χώρο και ο Παύλος δεν ήθελε να σιωπήσει. Το 1977 μαζί με τους αδερφούς Σπυρόπουλους έφτιαξε το γκρουπ “Σπυριδούλα”. Με το σχήμα αυτό δημιούργησε τον σημαντικότερο δίσκο στην ιστορία του ελληνικού ροκ, το “Φλου”. Το σχήμα διαλύεται αφήνοντας πίσω του ένα ολοκληρωμένο ροκ ήχο και σειρά συναυλιών. Εκείνη την περίοδο θα δοκιμάσει τις δυνάμεις του και στον κινηματογράφο. Το 1979 θα πρωταγωνιστήσει στην ταινία του Ανδρέα Θωμόπουλου “Ο ασυμβίβαστος”. Ερμηνεύει τα τραγούδια του σάουντρακ. Το 1982 καταλήγει σε ένα σχήμα, που με λίγες αλλαγές παίζει μαζί του μέχρι το τέλος, τους “Απροσάρμοστους”. Ηχογραφούν σειρά σημαντικών άλμπουμ και με συνεχή παρουσία μέσω ζωντανών εμφανίσεων δημιουργούν τον μύθο ενός αληθινού ροκ συγκροτήματος στην Ελλάδα. Το 1982 κυκλοφορεί το “Εν Λευκώ” και τρία χρόνια μετά το “Zorba the freak” σε παραγωγή Δημήτρη Πουλικάκου. Το 1989 το κοινό ακούει το “Χωρίς μακιγιάζ”, δίσκος ηχογραφημένος ζωντανά στο “Μετρό”. Το καλοκαίρι του 1990 άρχισε να παραλύει το χέρι του. Πέφτει ψυχολογικά. Το φθινόπωρο το συγκρότημα εμφανίζεται στο “Αν”. Ο Σιδηρόπουλος στη σκηνή με δεμένο χέρι! Έχοντας νέα τραγούδια και μερικά παλιά ακυκλοφόρητα σε νέες ενορχηστρώσεις, άρχισαν να ηχογραφούν ενώ προγραμμάτιζαν σειρά εμφανίσεων για τον Δεκέμβριο. Τα πάντα σταματάνε απότομα στις 6 Δεκεμβρίου 1990. Βρισκόμενος στο σπίτι μιας γνωστής του στο Νέο Κόσμο, έπεσε σε κώμα και άφησε την τελευταία του πνοή κατά τη μεταφορά στον “Ευαγγελισμό” χάνοντας τη μάχη με την ηρωίνη.

Η "κα@#λα" η "ηρώ"

Αγκαλιά με την “παραμύθα”

Ο Παύλος ήξερε. Ο Παύλος δεν μπορούσε να κρυφτεί. Ο Παύλος δεν μπορούσε να πει ψέματα. “...εξάλλου, πρέζες υπάρχουν πολλές αλλά η ηρωίνη σκοτώνει” είχε δηλώσει. Ομολογία ενοχής, αδυναμίας, συμβιβασμού. Το γιατί ξεκίνησε τη χρήση ηρωίνης κανείς δεν μπορεί να το απαντήσει. Μόνο ο ίδιος, όπως και καθένας που πέφτει στην “παραμύθα”, θα μπορούσε να εξηγήσει αυτό που σε όλους τους απ' έξω δείχνει ανεξήγητο. Συνεπώς, εικασίες, αναπαραγωγή “σίγουρων” θεωριών-ερμηνειών και σοβαροφανείς ψυχαναλυτικές προσεγγίσεις καλό είναι να μείνουν έξω από την υπόθεση “Παύλος και ναρκωτικά”. Το ίδιο ισχύει και για κηρύγματα περί “καλού και κακού”, όπως και για δηλώσεις, εκφράσεις οίκτου και συμπάθειας σε αυτόν που χάνεται στη “ζεπρά”.

Το σίγουρο είναι ότι σωματικά τον κατέστρεψε, αλλά δεν μείωσε την καλλιτεχνική του αξία. Ούτε αλλοίωσε τον χαρακτήρα και την κοινωνική του συμπεριφορά. Σίγουρο είναι επίσης ότι χρειάστηκε θάρρος και νηφαλιότητα να βγει να μιλήσει για την “ντρόγκα”, για την “ηρώ”. Τον έβλαψε επαγγελματικά, αλλά μόνο βραχυπρόθεσμα. Σίγουρα έκανε καλό σε άλλους, διότι η διάσημη εικόνα του και η απλότητα του πέρασαν το κοινωνικό μήνυμα, χωρίς στόμφο, δασκαλίστικο ύφος και απειλές. Το σίγουρο είναι ότι την αγκαλιά της πρέζας δεν την απέφυγε, δεν τη φοβήθηκε (κακώς) και πήγε μαζί της μέχρι τέλους. Έτσι ήταν ο Παύλος. “Αθώος στην ψυχή, ψυχούλα” όπως έχει δηλώσει ο Δημήτρης Πουλικάκος. Εμπιστευόταν τους πάντες. Μόνο που η εμπιστοσύνη και η αθωότητα δεν σώζουν σε αυτόν τον κωλόκοσμο. Ούτε οι χάρες, αυτές σε σκοτώνουν πιο γρήγορα και από σφαίρα. Και ο Παύλος έκανε πολλές και σε πολλούς, ακόμη και στην “κα@#%λα” την “ηρώ”...

αν ζούσε σήμερα θα ήταν ο ίδιος

“Ο Παύλος εμπιστευόταν τους πάντες, ακόμη και τον εχθρό του”

Η απόσταση και η ηρεμία που προσφέρει ο χρόνος δεν βοηθά να κατανοήσεις τον Παύλο Σιδηρόπουλο. Ναι, ήταν αυτός ο όμορφος νεαρός που έβλεπες και στα Εξάρχεια. Ναι, ήταν ευαίσθητος και ταλαντούχος. Ναι, αδίκησε τον εαυτό του όταν “σούταρε” ναρκωτικά. Ναι, αγαπούσε πάρα πολύ τη μάνα του. Ναι, τον αγαπούσαν οι γυναίκες. Όλα αυτά όμως είναι κομμάτια που δεν δένουν και δεν συνθέτουν μια καθαρή εικόνα για τον Π.Σ. Όταν όμως μεσολαβούν οι Δημήτρης Πουλικάκος, Θέκλα Τσελεπή, τότε όλα εξηγούνται και όλα φαίνονται. Οι δυο τους, τον Απρίλιο του 2011, μίλησαν για τον Παύλο στον Αντώνη Μποσκοϊτη και το περιοδικό “Οδός Πανός” (τχ. 152-153). Σταχυολογούμε τα σημεία εκείνα που ενώνουν τις στιγμές που όλοι κάπως γνωρίζουμε για τον Παύλο.

Αμφότεροι συμφωνούν ότι αν ζούσε σήμερα θα ήταν ο ίδιος. Η Θέκλα Τσελεπή πιστεύει πως “στην ταλαιπωρία θα ήταν ακόμη, πιστεύω, γιατί κι αυτός δεν ήταν παιδί να αναρριχηθεί”. Στην ερώτηση πώς θα επιζούσε μέσα στο σημερινό, αφιλόξενο, δύσκολο, περιβάλλον, ο Δημήτρης Πουλικάκος αναφέρει πως “ο Παυλάκης ήταν αφελής. Μπορεί να ήταν έξυπνος σε άλλα, αλλά σε γενικές γραμμές ήταν αφελής, αθώος, σαν ένα παιδάκι. Μια εντελώς παιδική αθωότητα: ό,τι του έλεγες το πίστευε!”. Μάλιστα, με αφορμή την ιστορία του άλμπουμ “Zorba the Freak”, ο Πουλικάκος σημειώνει μεταξύ άλλων. “Ο Παύλος εμπιστευόταν τους πάντες, ακόμη και τον εχθρό του”. Ο “Μήτσος” γνώρισε τον Σιδηρόπουλο την περίοδο 1969-70, όταν έφτιαχνε τον “Εξαδάχτυλο”, και ήταν απ' αυτούς που του έλεγε “να απαγκιστρωθεί απ' αυτή την οικογενειακή θαλπωρή και ασφάλεια. [...] Είμαι σίγουρος πως αν δεν πέθαινε πρώτη η μάνα του, τώρα θα ζούσε ο Παύλος”. Η Θέκλα Τσελεπή υποστηρίζει “πως ο Παύλος θα μπορούσε να εκφραστεί σε όλες τις εποχές” και ότι της λείπει, ενώ για τον Δημήτρη Πουλικάκο η απώλεια του δεν συνηθίζεται με τίποτα.

Τα τραγούδια του καταγράφονται στη συλλογική μνήμη

Κράτησε τον underground χαρακτήρα του

Ο Σιδηρόπουλος κατάφερε κάτι μοναδικό: κατέκτησε τον mainstream καλλιτεχνικό χώρο κρατώντας τον underground χαρακτήρα του. Με άλλα λόγια, δεν τον άλλαξε ο χρόνος, η φήμη, η δημοσιότητα και ο μύθος της “αγίας μορφής των Εξαρχείων”. Πώς καταλήγουμε σε αυτό; Μα από τη στιχουργική του και τον τρόπο που αντιμετωπίζεται ακόμη και σήμερα από ραδιοφωνικούς παραγωγούς και το σύνολο των ΜΜΕ. Ο ίδιος έχει γράψει και ερμηνεύσει στο κομμάτι “Ένα αναμνησιακό τραγουδάκι” “Ο Παύλος που ροκάριζε με κουλτουρέ διαθέσεις/στα ίσα με λαϊκό ρεπερτόριο”. Φανερός ο σαρκασμός και ο αυτοσαρκασμός του και η έμμεση αναφορά του στη δυσανεξία που προκαλούσε σε όλους τους δήθεν. Για την στιχουργία είχε δηλώσει πως “Είναι καθημερινή ζωή αυτό το πράγμα. Δεν με εξέφραζε εμένα ο Θεοδωράκης και οι άλλοι. Δεν μου αρκούσαν αυτά. Ήθελα πιο άνετο, πιο βρώμικο, πιο εκφραστικό στίχο. Να μην είναι τόσο κραυγαλέα επαναστατικός, ώστε στο τέλος να καταλήγει να μην είναι επαναστατικός”.

Αυτό το “άνετο”, “βρώμικο”, “πιο εκφραστικό” ακόμη και τώρα δεν είναι αποδεκτό. Γιατί; Διότι ξεβολεύει, ενοχλεί και αναδεικνύει πρόσωπα και καταστάσεις που δεν είναι “ωραία” και “αποδεκτά”. Τα τραγούδια όμως του Παύλου είναι απ' αυτά που δεν νοιάζονται για συμβάσεις, κανόνες και προσαρμογές. Αμετακίνητα πάνε από στόμα σε στόμα και καταγράφονται-εγγράφονται στη συλλογική μνήμη μιας γενιάς που παραδίδει στην επόμενη. Όπως σημειώνει ο Σπύρος Αραβανής, στο τεύχος 152-153 του περιοδικού “Οδός Πανός”, η στιχουργική του είναι “ένα μείγμα ποίησης, κοινωνιολογίας, ιστορίας, πασπαλισμένο με τα χώματα των δρόμων όπου έζησε και των καπνών που τον κύκλωσαν στα υπόγεια στέκια. Ποτέ κανείς δεν έγραψε σαν και αυτόν σε εγχώριο έδαφος. Ποτέ. Κανείς. Γιατί ποτέ κανείς δεν κατάφερε να περάσει στους στίχους του την ατόφια ζωή και την ατόφια ποίηση μαζί. Όχι αόριστα. Συγκεκριμένα. Όχι (περι)γραφικά. Χειροπιαστά. Όχι μέσα από τα δόντια του. Αλλά απ' έξω”.

Έπαιξε τα ρέστα του πολύ νωρίς

Απέναντι στα στρας και τις σκόνες

Ο Παύλος θα μπορούσε να είναι “Ο Μπάμπης ο φλου”, αλλά δεν έζησε στο περίπου. Ήξερε τι ήθελε και πώς το ήθελε. Να ροκάρει και να κάνει το ροκ μέσο έκφρασης, καλλιτεχνικής και κοινωνικής/πολιτικής. Μακριά από την προπαγάνδα φυσικά και την ξεπουλημένη τέχνη που γέμιζε (και γεμίζει) την εκάστοτε κομματική γραμμή. Ο Παύλος έκατσε δίπλα στην πείνα και έγινε ο δεύτερος μάρτυρας των τεράτων που δικάστηκαν και καταδικάστηκαν γιατί γεννήθηκαν έτσι. Ο γεννήτορας αλώνιζε και βυσσοδομούσε στο παρασκήνιο εναντίον των αντιδραστικών παιδιών. Σε μια εποχή, μέσα δεκαετίας '70, δεκαετία '80, που τα στρας, οι σκόνες και χρυσόσκονες μετρούσαν περισσότερο, ο Παύλος ήταν εκεί για να ροκάρει, να τα πει ρε παιδί μου και μόνο ο ήχος και η γλώσσα του ροκ ταίριαζε απέναντι στη βαρβαρότητα του πλαστικού και του νάιλον. Το ρεμπέτικο της Μεταπολίτευσης που πήρε τη σκυτάλη απ' αυτό που έφτιαξε σε μεγάλο βαθμό ο “Θείος Νώντας”, ο Μήτσος ο Πουλικάκος. Το μόνο πρόβλημα ήταν ότι ο Παύλος στον τζόγο της ζωής έπαιξε τα ρέστα του πολύ νωρίς και ό,τι είχε να δώσει μας το ευχήθηκε λέγοντας “Άντε... και καλή τύχη μάγκες”.

Πηγές

-Περιοδικό “Οδός Πανός”, τχ. 152-153

-Θρυλικές μορφές των Εξαρχείων, περιοδικό “ΖΕΝΙΘ”

-pavlos-sidiropoulos.gr