Σινέ «Νοσταλγία»: Ανέκδοτα περιστατικά του παλιού ελληνικού κινηματογράφου

Το Σινέ «Νοσταλγία» ήρθε στο Gazzetta Plus με σκοπό να σας ξεναγεί κάθε εβδομάδα στις πιο αγαπημένες στιγμές του ελληνικού κινηματογράφου! To ταξίδι στις πιο αγαπημένες ελληνικές ταινίες, που έχουν «ντύσει» όλες μας τις αναμνήσεις συνεχίζεται...              

Σινέ «Νοσταλγία»: Ανέκδοτα περιστατικά του παλιού ελληνικού κινηματογράφου

ME THN EΥΓΕΝΙΚΗ ΧΟΡΗΓΙΑ ΤΗΣ Bergmann Kord

Γιώργος Τζαβέλλας, ο σκηνοθέτης-μύθος που δεν αναγνωρίστηκε ποτέ...

Το 1949 η ταινία «Μεθύστακας» του Γιώργου Τζαβέλλα σημειώνει μεγάλη επιτυχία στην Ελλάδα, ενώ στις αίθουσες του εξωτερικού που εμφανίζεται προκαλεί αίσθηση. Κάτι η αξεπέραστη και μυθική ερμηνεία του Ορέστη Μακρή στον ρόλο του μεθύστακα, όσο και η μαεστρική καθοδήγηση του Τζαβέλλα, δημιουργούν ένα μοναδικό αποτέλεσμα. Η ταινία θεωρείται σημείο-σταθμός στην ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου, αφού η διεθνή της επιτυχία δημιούργησε νέα επιχειρηματικά δεδομένα στον χώρο αυτό, προκαλώντας το ενδιαφέρον σημαντικών επενδυτών, αλλά και ανθρώπων της τέχνης. Την ταινία είχε χρηματοδοτήσει ο ίδιος ο Τζαβέλλας και η εισπρακτική της επιτυχία τον έκανε πλούσιο.  Ο ίδιος ποτέ δεν είχε την αναγνώριση που δικαιούταν, ακόμα και σήμερα λίγοι γνωρίζουν την τεράστια προσφορά του στην τέχνη. Γύρισε μόλις 12 ταινίες, ανάμεσα στις οποίες η «Κάλπικη λίρα», «Χειροκροτήματα», «Η Αγνή του λιμανιού», «Το σωφεράκι», «Ο γρουσούζης», «Ο ζηλιαρόγατος», «Μια ζωή την έχουμε», «Η δε γυνή να φοβήται τον άνδρα» κ.α. «Το μοναδικό ελάττωμα του Τζαβέλλα, αναμφισβήτητα του μεγαλύτερου έλληνα σκηνοθέτη του κινηματογράφου, ήταν ο μελό χαρακτήρας του που αποτυπωνόταν και στις ταινίες του» είχε πει ο Δημήτρης Χορν, δήλωση που αποτυπώνει ξεκάθαρα το στίγμα του Τζαβέλλα στον ελληνικό κινηματογράφο. Η πρώτη συνεργασία του Τζαβέλλα με τη Finos Film ήταν με το μελόδραμα «Πρόσωπα λησμονημένα» (1946), ταινία που προβλήθηκε την εποχή που ξεσπούσε ο εμφύλιος πόλεμος στην Ελλάδα και η προβολή της είχε προκαλέσει προβλήματα πολιτικού χαρακτήρα εξαιτίας των αριστερών ηθοποιών που αναγράφονταν στην αφίσα της. Η κορυφαία στιγμή στην καριέρα του Γιώργου Τζαβέλλα ωστόσο θα έρθει το 1955 με τη σπονδυλωτή «Κάλπικη λίρα», μια από τις σπουδαιότερες ταινίες του ελληνικού κινηματογράφου, η οποία εκτός από το ότι συμμετείχε στα φεστιβάλ Βενετίας, Κάρλοβι Βάρι και Μπάρι, προβλήθηκε σε περισσότερες από 30 χώρες ανά τον κόσμο Μάλιστα, 0 ιστορικός Ζορζ Σαντούλ την έχει συμπεριλάβει στις 1.000 καλύτερες ταινίες της Ιστορίας του παγκόσμιου σινεμά. Το 1958 ο Τζαβέλλας γυρίζει την ταινία «Μια ζωή την έχουμε», στην οποία ο ίδιος ήθελε πρωταγωνιστές τον Βασίλη Λογοθετίδη και την Αλίκη Βουγιουκλάκη. Ωστόσο ο Φίνος κατέληξε στον Δημήτρη Χορν και στην Υβόν Σανσόν. Η τελευταία αν και ήταν ελλληνικής καταγωγής δεν γνώριζε ελληνικά και ντουμπλαρίστηκε από την Θεανώ Ιωαννίδου. Η άφιξη της Σανσόν στην Ελλάδα απασχόλησε πολύ τον Τύπο της εποχής και αποτέλεσε κορυφαίο κοσμικό γεγονός. Μάλιστα ο Φίνος θέλοντας να επενδύσει περαιτέρω πάνω της ανακαίνισε τα στούντιό του και πλήρωσε τον ελληνικής καταγωγής διάσημο μόδιστρο Ζαν Ντενσέ για να της φτιάξει τα φορέματα. Ωστόσο η Σανσόν ήταν πολύ δύσκολος χαρακτήρας, προκάλεσε ουκ ολίγα προβλήματα στα γυρίσματα, δημιούργησε πολλές αντιπάθειες και στο τέλος η ταινία οδηγήθηκε στην αποτυχία, αν και αναγνωρίστηκε αρκετά χρόνια αργότερα. Η τελευταία ταινία του Τζαβέλλα γυρίστηκε το 1964 και ήταν το «Η δε γυνή να φοβήται τον άνδρα», με πρωταγωνιστές τον Γιώργο Κωνσταντίνου και την Μάρω Κοντού. Μάλιστα η ταινία κέρδισε το βραβείο σκηνοθεσίας στο φεστιβάλ του Σικάγο. 

Η πρώτη ταινία του Φίνου, ο ζηλιάρης σκηνοθέτης και το φιλί του Χόρν 

Η πρώτη ταινία της Finos Film ήταν «Η φωνή της καρδιάς», η οποία γυρίστηκε και προβλήθηκε το 1943, εν μέσω γερμανικής κατοχής. Μάλιστα ήταν η πρώτη ελληνική ταινία που γυρίστηκε μετά τη γερμανική εισβολή στην Ελλάδα, το 1941. Σε αυτή πρωταγωνιστούν σπουδαίοι ηθοποιοί, όπως ο Αιμίλιος Βεάκης, ο Δημήτρης Χορν, η Καίτη Πάνου, η Σμαρούλα Γιούλη, ο Λάμπρος Κωνσταντάρας, ο Αλέκος Λειβαδίτης, η Νίτσα Τσαγανέα, ο Παντελής Ζερβός και άλλοι πολλοί και εκλεκτοί. Μάλιστα για τους Χoρν, Πάνου, Γιούλη και Κωνσταντάρα, η ταινία αυτή συνιστά από τις πρώτες κινηματογραφικές εμφανίσεις τους. Η υπόθεση θέλει τον κυρ-Σπύρο (Αιμίλιος Βεάκης») να έχει μόλις βγει από τη φυλακή, όπου εξέτισε την ποινή του για τη δολοφονία του εραστή της γυναίκας του. Προσπαθώντας να επιβιώσει, πιάνει δουλειά σε ένα ταβερνάκι, όπου συχνάζει μια κοπέλα, η οποία είναι η χαμένη του κόρη (Καίτη Πάνου). Αν και δεν την αναγνωρίζει, δημιουργείται μια στοργική σχέση και ο κυρ-Σπύρος προσπαθεί να τη βοηθήσει να παντρευτεί το νέο που αγαπάει, τον οποίο όμως δεν θέλει η μητέρα της. Όπως πληροφορούμαστε από την Finos Film, η ταινία προβαλλόταν με μεγάλη επιτυχία επί τρεις συνεχείς εβδομάδες σε τρεις κινηματογράφους του κέντρου των Αθηνών και η κοσμοσυρροή έξω από τους κινηματογράφους Ρεξ και Έσπερος ενόχλησε ιδιαίτερα τους Γερμανούς κατακτητές. Η πρώτη προβολή της έγινε στις 29 Μαρτίου του 1943 και έκοψε στην Αθήνα 102. 237 εισιτήρια. Όπως αναφέρει δε η εταιρεία, στα παρασκήνια των γυρισμάτων αναφέρεται η παρ' ολίγον αποχώρηση του πρωτοεμφανιζόμενου ποιητή, χρονογράφου και συνθέτη του ελαφρού τραγουδιού, Χρήστου Χαιρόπουλου, όταν έμαθε πως στην ταινία θα ακουγόταν ένα ρεμπέτικο τραγούδι. Υπήρχαν όμως κι άλλα ενδιαφέροντα tips για την ταινία. Όπως το πρόβλημα που προέκυψε σε μια ερωτική σκηνή, καθώς ο σκηνοθέτης Δημήτρης Ιωαννόπουλος, ερωτευμένος με την πρωταγωνίστρια Καίτη Πάνου, δεν επέτρεψε στον Δημήτρη Χορν να την φιλήσει στο στόμα όπως απαιτούσε το σενάριο. Τέλος, η φωνή του Αιμίλιου Βεάκη στην ταινία ανήκει στον Τζαβάλα Καρούσο. Συμπαραγωγός με την Finos Film ήταν ο Γ. Καβουκίδης, σε σενάριο και σκηνοθεσία του Δημήτρη Ιωαννόπουλου. Η μουσική ήταν του Χρήστου Χαιρόπουλου. 

Η τελευταία ταινία του Ντίνου Ηλιόπουλου στην Finos Film και η αμοιβή των 90.000 δρχ.

O Ντίνος Ηλιόπουλος αναμφίβολα αποτελεί ένα από τα πιο βαριά «χαρτιά» του παλιού, καλού ελληνικού κινηματογράφου, έχοντας πρωταγωνιστήσει σε δεκάδες ταινίες, στις οποίες κατέθεσε σπουδαία δείγματα του ταλέντου του. Αν ωστόσο αναζητήσει κανείς μια ταινία στην οποία πραγματικά ο Ηλιόπουλος υπερβαίνει ακόμα και τον εαυτό του, τότε σίγουρα αυτή είναι η ταινία «Οι κυρίες της αυλής». Κι αυτό γιατί με τη βοήθεια και του σεναρίου, ο Ηλιόπουλος προκαλεί άφθονο γέλιο με τις μνημειώδης ατάκες του και τα ευφυολογήματά του, τα οποία μόνο το σπουδαίο ταλέντο του θα μπορούσε να αναδείξει. Όπως μας πληροφορεί η Finos Film, πρόκειται για κινηματογραφική μεταφορά του θεατρικού έργου του Άλφρεντ Ζερί «Το Έκτο Πάτωμα» και αποτελεί την τελευταία συμμετοχή του Ντίνου Ηλιόπουλου σε ταινία της εταιρείας, για την οποία λέγεται ότι είχε αμειφθεί με το ποσό των 90.000 δραχμών, ποσό που θεωρούνταν πολύ μεγάλο για εκείνη την εποχή. Η ταινία γυρίστηκε για τον κινηματογράφο μετά την μεγάλη θεατρική επιτυχία του Ντίνου Ηλιόπουλου, την περίοδο 1964-65 στο θέατρο Γκλόρια. Μάλιστα, ο τότε νεαρός Βασιλιάς Κωνσταντίνος είχε παρακολουθήσει την πρεμιέρα του θεατρικού έργου και είχε συγχαρεί τον ηθοποιό για την έξοχη ερμηνεία του. Αυτό ωστόσο που δεν γνωρίζει πολύς κόσμος που έχει δει την ταινία είναι πως το μωρό που εμφανίζεται σε αυτή ως παιδί του Ηλιόπουλου, είναι πράγματι δικό του παιδί, η Εβίτα, η οποία τότε ήταν μόλις δύο ετών. Μαζί με τον Ηλιόπουλο πρωταγωνιστούσαν οι Αλέκος Αλεξανδράκης, Νόρα Βαλσάμη, Διονύσης Παπαγιαννόπουλος, Φλωρέττα Ζάννα, Ελένη Προκοπίου, Μαίρη Λαλοπούλου, Κώστας Πρέκας, Αντιγόνη Κουκούλη, Κατερίνα Γιουλάκη, Τάσος Γιαννόπουλος, Μπάμπης Ανθόπουλος. Όσον αφορά στην υπόθεση του έργου, αυτή παρακολουθεί τη ζωή ενός φτωχού ζωγράφου, του Πίπη, ο οποίος ζει στην αυλή ενός παλιού σπιτιού και είναι μονίμως άφραγκος. Οι συγκάτοικοι της αυλής βοηθάνε τον Πίπη όσο μπορούν οικονομικά, αφού εκείνος τους προσφέρει άφθονο κέφι με τα σκαρφίσματά του. Γύρω από τον ίδιο πλέκονται ειδύλλια και χωρισμοί, προκαλώντας ευχάριστα, αλλά και δυσάρεστα μπερδέματα. Σκηνοθέτης ήταν ο Ντίνος Δημόπουλος, σε σενάριο Δημήτρη Γιαννουκάκη και μουσική Μίμη Πλέσσα. Η ταινία έκανε πρεμιέρα στους κινηματογράφους στις 9 Απριλίου του 1966 και πήρε την 10η θέση ανάμεσα στις 101 παραγωγές εκείνης της χρονιάς, κόβοντας 338.081 εισιτήρια. Ο Ντίνος Ηλιόπουλος έμεινε στην ιστορία ως ο έλληνας Φρέντ Αστέρ, αφού είχε εξαιρετικό ταλέντο στον χορό, πέρα από τις μοναδικές υποκριτικές του ικανότητες. Το 1963 αποφασίζει να αποκτήσει το δικό του θέατρο και αγόρασε τον θέατρο Γκλόρια. Ωστόσο η σχέση του με το χρήμα ήταν άθλια, έστω κι είχε και οικονομικές γνώσεις. Ανέβαζε «βαριές» ποιοτικές παραστάσεις, προσλάμβανε πολλούς ηθοποιούς, αλλά οι εισπράξεις δεν ήταν οι αναμενόμενες. Το όλο εγχείρημα στέφθηκε με αποτυχία, ο ίδιος χρεοκόπησε και έφυγε για τις ΗΠΑ προσπαθώνας να βρει χρήματα να ξεπληρώσει τις υποχρεώσεις του. Κάτι που κατάφερε. Ωστόσο, αν εξαιρέσει κανείς την υψηλή αμοιβή του στις «Κυρίες της αυλής», γενικότερα δεν ζητούσε πολλά χρήματα στις δουλειές του. Μιλώντας το 1993 στο περιοδικό «Ε» της Ελευθεροτυπίας είχε πει χαρακτηριστικά: «Αισθάνομαι ότι πάντα λείπει ένα μηδενικό από την αξία μου, στο τέλος του αριθμού της αμοιβής μου»...

Η «τυχαία» σκηνοθετική πρεμιέρα του Σακελλάριου στον κινηματογράφο

Λένε ότι οι μεγάλες καριέρες κάποιες φορές ξεκινούν εντελώς τυχαία, από γεγονότα που προέκυψαν ξαφνικά, χωρίς να είναι προγραμματισμένα. Κάπως έτσι ξεκίνησε και η σκηνοθετική καριέρα του Αλέκου Σακελλάριου στον κινηματογράφο. Ο ίδιος από μικρό παιδί ήθελε να κάνει κινηματογράφο, αλλά δεν είχε βρεθεί η ευκαιρία, αφού συνήθως του ζητούσαν μόνο σενάρια, τα οποία πολλές φορές τα έγραφε με τον καλό του φίλο Χρήστο Γιαννακόπουλο. Το 1946 λοιπόν, ο Φίνος ζητά από τον Σακελλάριο να γράψει το σενάριο μιας ταινίας που είχε στο μυαλό του. Ο τελευταίος ετοιμάζει πράγματι το σενάριο σε 3-4 μέρες, αλλά κάνει μια συμφωνία με τον Φίνο: την ταινία να σκηνοθετήσει είτε ο Δημήτρης Ιωαννόπουλος, είτε ο Γιώργος Τζαβέλλας, τους οποίους θεωρούσε ως τους κορυφαίους σκηνοθέτες της γενιάς εκείνης. Μάλιστα, ο Ιωαννόπουλος είχε ήδη κάνει επιτυχία με την ταινία «Η φωνή της καρδιάς», ενώ ο Τζαβέλλας είχε συζητηθεί με την ταινία του «Χειροκροτήματα». Ο Φίνος δεν είχε λόγο να αρνηθεί τον όρο του Σακελλάριου και δέχθηκε. Ωστόσο, ξαφνικά ο Τζαβέλλας δήλωσε ότι δεν μπορεί να γυρίσει την ταινία, οπότε ο Φίνος προτείνει στον Σακελλάριο να τη σκηνοθετήσει ο ίδιος. Ο τελευταίος πανικοβάλλεται αφού δεν γνωρίζει από τεχνικούς όρους σκηνοθεσίας. Ωστόσο απο την άλλη, η σκηνοθεσία ήταν μια διαδικασία που τον εξίταρε. Ο Φίνος του είπε ότι θα τον βοηθήσει και ο ίδιος, αλλά ο Σακελλάριος εξακολουθεί να είναι ανασφαλείς. Τότε ζητάει από τον Φίνο να τον αφήσει να συννενοηθεί με τον οπερατέρ της ταινίας, τον Πρόδρομο Μεραβίδη, ώστε να φτιάξουν μαζί τη δική τους ορολογία συνεννόησης. «Επειδή εγώ δεν ξέρω από γκρο πλαν και δεύτερο πλάνο, θα λέω του Μεραβίδη “τραβάς ως τη γραβάτα”, “τραβάς ως τη ζώνη”, “τραβάς ως το γόνατο”» λέει του Φίνου, ο οποίος δέχεται. Έτσι γυρίστηκε η πρώτη ταινία σκηνοθεσίας του Σακελλάριου, το «Παπούτσι από τον τόπο σου», στην οποία κάνει και την πρώτη της κινηματογραφική εμφάνιση η Γεωργία Βασιλειάδου. Δυστυχώς η ταινία αυτή δεν υπάρχει πλέον σε κόπια, αφού είτε είναι κατεστραμμένη, είτε χαμένη. Δεν προβλήθηκε ποτέ απο την τηλεόραση, ενώ το 1967 ξαναγυρίστηκε από τον Γιάννη Δαλιανίδη, με τον τίτλο «Γαμπρός από το Λονδίνο» και πρωταγωνιστές τον Κώστα Βουτσά και την Νόρα Βαλσάμη. 

Περιμένουμε σχόλια, απόψεις και παρατηρήσεις στο mail μας

Best of internet