Σινέ «Νοσταλγία»: Ανέκδοτα περιστατικά του παλιού ελληνικού κινηματογράφου

Το Σινέ «Νοσταλγία» ήρθε στο Gazzetta Plus με σκοπό να σας ξεναγεί κάθε εβδομάδα στις πιο αγαπημένες στιγμές του ελληνικού κινηματογράφου! To ταξίδι στις πιο αγαπημένες ελληνικές ταινίες, που έχουν «ντύσει» όλες μας τις αναμνήσεις συνεχίζεται...            

ME THN EΥΓΕΝΙΚΗ ΧΟΡΗΓΙΑ ΤΗΣ Bergmann Kord

Η «Οδύσσεια ενός ξεριζωμένου»... σε 185 λεπτά

O Nίκος Ξανθόπουλος συνιστά από μόνος του ένα ξεχωριστό κεφάλαιο για τον ελληνικό κινηματογράφο. Πρωταγωνίστησε σε δεκάδες ταινίες, υποδυόμενος στις περισσότερες από αυτές, το αγνό παιδί του λαού, το οποίο αγωνίζονταν μέσα στη βιοπάλη, αντιμετώπιζε διαρκώς σοβαρά προβλήματα από την κακία του κόσμου, αλλά πάντα κατάφερνε να τα ξεπερνάει. Με αυτό το προσωνύμιο έμεινε και στη συνείδηση των Ελλήνων: «Το παιδί του λαού». Προσωνύμιο που τον ακολουθεί ακόμα και σήμερα, που ζει μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας. Μια από τις πλέον χαρακτηριστικές ταινίες που σημάδεψαν την πλούσια καριέρα του, ήταν και η «Οδύσσεια ενός ξεριζωμένου», ταινία που γυρίστηκε το 1969 και ήταν διάρκειας 185 λεπτών. Η παραγωγή ήταν της Κλακ Φιλμ, σε σκηνοθεσία του Απόστολου Τεγόπουλου και σενάριο του Πάνου Κοντέλη. Η ταινία θεωρήθηκε από τους κριτικούς ως «λαϊκή όπερα», αποτελώντας ουσιαστικά το δεύτερο μέρος μιας διλογίας ταινιών του Ξανθόπουλου, που είχε αρχίσει με την ταινία «Ξεριζωμένη γενιά». Στην «Οδύσσεια ενός ξεριζωμένου» ο Νίκος Ξανθόπουλος υποδύεται έναν λαϊκό τραγουδιστή, ο οποίος μαθαίνει ότι ο πατέρας του, που τον θεωρούσε πεθαμένο στην καταστροφή της Σμύρνης το 1922, τελικά ζει. Έτσι ξεκινά ένα οδοιπορικό στην Τουρκία, αποφασισμένος να τον βρει. Στην ταινία πρωταγωνιστούσαν ακόμα η Άντζελα Ζήλεια, η Μιράντα Κουνελάκη, η Κατερίνα Βασιλάκου, ο Λυκούργος Καλλέργης και πολλοί ακόμα σημαντικοί ηθοποιοί. Στην ταινία ακούγονται μεταξύ άλλων τα τραγούδια «Αραμπάς περνάει», «Είσαι το παιδί μου», «Μπεκλεντίμ ντε γκελμεντίν», «Σαμπαχτάν κάλκτιμ». Η «Οδύσσεια ενός ξεριζωμένου» κατατάσσεται σε μια ειδική ομάδα ταινιών, που δεν ήταν μεν μιούζικαλ, ωστόσο επειδή ακούγονταν σε αυτές περισσότερα από 4 τραγούδια, ονομάστηκαν «μουσικές ταινίες». Η ταινία προβλήθηκε τη σεζόν 1968-1969, έκοψε 395.589 εισιτήρια και ήρθε στην 12η θέση, ανάμεσα σε 108 ταινίες. Αξίζει να αναφερθεί ότι στο τέλος των τίτλων, η παραγωγός εταιρεία αναφέρει τα εξής: «Η "Κλακ Φιλμς" πιστή στην πορεία που χάραξε δίνει σήμερα μια ταινία-μνημείο στις παραδόσεις του ελληνικού λαού!». Η τελευταία δουλειά του Νίκου Ξανθόπουλου στην τηλεόραση ήταν το 1994 στην σειρά «Η κόψη του ξυραφιού». Σήμερα πλέον είναι 82 ετών, ζει στην Παιανία ως αγρότης, ενώ παράλληλα συγγράφει. Παράγει το δικό του κρασί και ασχολείται με τη γη. Μάλιστα, τον Μάρτιο του 2014 ανέβασε φωτογραφίες του στην σελίδα του στο Facebook, με την εξής λεζάντα: «Ποτέ δεν φανταζόμουνα ότι θα φτάσω ογδόντα χρονών. Για δες λέω Νικολάκι, τα κατάφερες .Είδες που φοβόσουνα όταν εννιά χρονών σε είχανε φυλακή οι Γερμανοί κι έτρεμες μήπως σε στείλουν να γίνεις σαπούνι; Ογδόντα χρόνια δεν είναι λίγα, μακάρι να τα φτάνανε κι άλλοι. Τώρα όπως είμαι απάνω απάνω στο τελευταίο σκαλοπάτι και κοιτάζω κάτω, λέω μην απογοητεύεσαι για την κατάσταση. Δεν πιστεύω να κάνεις καμιά κουτουράδα διάβολε, έχεις παιδιά, εγγόνια, σύνελθε. Ο πλούτος σου είναι τα παιδιά σου».

Ο Θανάσης, η σφαλιάρα και οι δικτάτορες

Δεν ήταν πολλές οι ταινίες που γύρισε ο Θανάσης Βέγγος με την Finos Film, ωστόσο κάθε μια από αυτές ξεχώριζε για κάποιο δικό της, ξεχωριστό λόγο. Όπως η ταινία «Ο Θανάσης στη Χώρα της Σφαλιάρας», η οποία έκανε πρεμιέρα στους κινηματογράφους στις 15 Μαρτίου του 1976, σε σκηνοθεσία Ντίνου Κατσουρίδη και Πάνου Γλυκοφρύδη. Η ταινία αυτή ξεχώρισε για δύο λόγους. Πρώτα από όλα διότι είναι από τις λίγες σπονδυλωτές ελληνικές ταινίες που γυρίστηκαν και κατά δεύτερο λόγο διότι είναι η προτελευταία ταινία που βγήκε από τα στούντιο της Finos Film. Ο Θανάσης Βέγγος για άλλη μια φορά πρωτοπορεί και ρισκάρει, ωστόσο το αποτέλεσμα τον δικαιώνει, μπορεί όχι άμεσα - η ταινία στην πρώτη προβολή της έκοψε 248.982 εισιτήρια-, ωστόσο διαχρονικά αποδείχθηκε πόσο αριστοτεχνικά ήταν φτιαγμένη για να περάσει διακριτικά, αλλά ουσιαστικά και ξεκάθαρα τα μηνύματα που έπρεπε. Κεντρικό της πρόσωπο ο Θανάσης Βέγγος, ο οποίος ερμηνεύει και στα δύο μέρη της ταινίας έναν απλό άνθρωπο που προσπαθεί να επιβιώσει μέσα από την καταπίεση δικτατορικών καθεστώτων. Η Ελλάδα είχε μόλις βγει από μια στυγνή επταετή δικτατορία και οι πληγές δεν είχαν ακόμη επουλωθεί. Το αποτέλεσμα ήταν οι Έλληνες να είναι ιδιαίτερα ευαίσθητοι σε τέτοια μηνύματα και να τα ακούν με προσοχή, δέος, αλλά και φόβο. Το πρώτο μέρος της ταινίας είχε τίτλο «Με τι χαίρεται ο κόσμος» και αφορούσε στην δικτατορία του Μεταξά, το διάστημα 1936-1940. Η δεύτερη είχε τίτλο «Επτά χρόνια γύψος» και – φυσικά – αφορούσε στην δικτατορία των συνταγματαρχών, την περίοδο 1967-1974. Στο πρώτο μέρος, η μεταξική δικτατορία αποδίδεται με ένα τσίρκο, όπου ο κλόουν Θανάσης προσπαθεί να συγκαλύψει τη δράση ενός νεαρού συναδέλφου του που δρα εναντίον του καθεστώτος. Στο δεύτερο μέρος, ο Θανάσης εμφανίζεται να καταταλαιπωρείται εξαιτίας της αγνότητας και της αφέλειάς του, μέσα από καταστάσεις που αναδεικνύουν με εξαιρετικά εύστοχο τρόπο τον παραλογισμό της εξουσίας. Το σενάριο ήταν του Ντίνου Κατσουρίδη, του Λάκη Αντωνάκου και του Πάνου Γλυκοφρύδη. Η μουσική της ταινίας ήταν του Μίμη Πλέσσα, αλλά και του Μίκη Θεοδωράκη, σε χορογραφίες του Φώτη Μεταξόπουλου. Μαζί με τον Θανάση Βέγγο πρωταγωνιστούσε μια πλειάδα εξαιρετικών ηθοποιών, όπως οι Ηλίας Λογοθέτης, Αντώνης Παπαδόπουλος, Βαγγέλης Μανιάτης, Βαγγέλης Τραϊφόρος, Τάκης Χαλάς, Κώστας Δάρας, Νίκος Κικίλιας, Λάκης Γκέκας, Νίκος Δούκας κ.α.

Γιάννης Γκιωνάκης: Ο ρόλος του τρελο-Μπρίλη, η στροφή στην επιθεώρηση και η σκιά της υπόθεσης Κοζανιτά

«Τα στερνά τιμούν τα πρώτα» λέει η λαϊκή σοφία και σίγουρα κανείς δεν μπορεί να διαφωνήσει. Στην περίπτωση του Γιάννη Γκιωνάκη, τα στερνά δεν ήταν σίγουρα αυτά που του άξιζαν και άφησαν πάνω του ένα στίγμα, το οποίο κηλίδωσε την πολύ μεγάλη προσφορά του στο ελληνικό θέατρο και στον κινηματογράφο. Φυσικά αναφερόμαστε στην υπόθεση που είχε συνταράξει το πανελλήνιο το 1984, όταν ο Γκιωνάκης πυροβόλησε την σύντροφό του Αφροδίτη Κοζανιτά, όταν η ίδια του ζήτησε να χωρίσουν. Ωστόσο στο δικαστήριο, η ίδια ουσιαστικά αθώωσε τον δημοφιλή ηθοποιό, όταν είπε στους δικαστές το εξής: «Σας διαβεβαιώνω, ότι δεν ήρθε με πρόθεση να με δολοφονήσει. Αν ήθελε να με σκοτώσει, θα τα είχε καταφέρει. Σίγουρα είχε ελαττώματα, αλλά δεν ήταν εγκληματική φυσιογνωμία». Έτσι, η ποινή του Γκιωνάκη ήταν τελικά 15 μήνες φυλάκιση, η οποία ήταν εξαγοράσιμη. Ωστόσο εκείνο που δεν είναι ιδιαίτερα γνωστό είναι το γεγονός ότι η Αφροδίτη Κοζανιτά είναι μητέρα του γνωστού συνθέτη και στιχουργού Φοίβου. Μάλιστα ο ίδιος ποτέ δεν έχει σχολιάσει ούτε τη σχέση της μητέρας του με τον Γκιωνάκη, ούτε – πολύ περισσότερο – το περιστατικό του πυροβολισμού. Από την άλλη, η Πωλίνα Γκιωνάκη, κόρη του ηθοποιού και επίσης ηθοποιός, είχε πει ότι εάν προέκυπτε συνεργασία της με τον Φοίβο δεν θα την αρνιόταν, αφού δεν έχει τίποτα να χωρίσει μαζί του, αφού «τα παιδιά δεν θα πρέπει να πληρώνουν τα λάθη των γονιών τους». Ο Γκιωνάκης από μικρός ήθελε να γίνει γιατρός – ήταν και ο πατέρας του -, αλλά το 1943 άλλαξε την απόφασή του όταν παρακολουθεί εντελώς τυχαία την παράσταση «Αγριόπαπια» του Ερρίκου Ίψεν και τον μαγεύει το επάγγελμα του ηθοποιού. Την θεατρική του καριέρα την ξεκινά το 1944 στον «Τελευταίο Ασπροκόρακα» και ακολουθούν τα κλασικά «Ο Βυθός» του Γκόρκι και «Ο Βυσσινόκηπος» του Τσέχοφ, πάντα στο θέατρο του Καρόλου Κουν. Ωστόσο η καριέρα του απογειώνεται όταν αποφασίζει να στραφεί στην επιθεώρηση, επηρεασμένος από τα έργα του Δημήτρη Ψαθά, του Αλέκου Σακελλάριου και του Χρήστου Γιαννακόπουλου. Στον κινηματογράφο έκανε το ντεμπούτο του το 1946, στην ταινία του Σακελλάριου «Παπούτσι από τον τόπο σου». Αλησμόνητη και μοναδική έμεινε η ερμηνεία του στην ταινία «Τα κίτρινα γάντια», ως τρελο-Μπρίλης. Η σκηνή με τον Νίκο Σταυρίδη όταν ο τελευταίος του ζητά πορτοκαλάδα και ο Γκιωνάκης του απαντά με έναν μοναδικό χιουμοριστικό τρόπο που προκαλεί δάκρυα γέλιων, έμεινε στην ιστορία του ελληνικού σινεμά.

Ο Γιώργος Γαβριηλίδης των 47 ταινιών και ο βαθύς έρωτας με την Μαρίκα Κρεβατά

Ο Γιώργος Γαβριηλίδης αποτελεί μια από τις πλέον οικείες φυσιογνωμίες ηθοποιών στον παλιό ελληνικό κινηματογράφο, όντας ένας από τους πιο σημαντικούς ηθοποιούς δεύτερων ρόλων. Άφησε παρακαταθήκη 47 ταινίες, όπου σε κάθε μια προσέφερε αβίαστα το ταλέντο του, ακόμα και εάν η συμμετοχή του σε αυτές δεν ήταν μεγάλη χρονικά. Ίσως αδικούσαμε κάποιες από τις ερμηνείες του προσπαθώντας να αναφέρουμε κάποιες σημαντικές ταινίες στις οποίες συμμετείχε, ωστόσο θα το τολμήσουμε, αφού αξίζει να τις θυμηθούμε: «Ο Ηλίας του 16ου» (1959), «Όταν λείπει η γάτα» (1962), «Ένας βλάκας με πατέντα» (1963), «Υπάρχει και φιλότιμο» (1965), «Μιας πεντάρας νιάτα» (1967), «Ο πεθερόπληκτος» (1968), «Η Παριζιάνα» (1969), «Δυο μοντέρνοι γλεντζέδες» (1971) και «Ο αισιόδοξος» (1973), η οποία ήταν και η τελευταία του ταινία. Το θεατρικό ντεμπούτο του Γαβριηλίδη θα γίνει το 1925, όταν 17 χρονών συμμετέχει στο έργο του Ξενόπουλου «Ο Ψυχοπατέρας». Ωστόσο ουσιαστικά η καριέρα του θα ξεκινήσει στις αρχές της δεκαετίας του 1930, όταν έπαιρνε μέρος σε ελαφρά μουσικοχορευτικά θεάματα, ανάλαφρες οπερέτες αλλά και στην προπολεμική επιθεώρηση. Η πρώτη του εμφάνιση στον κινηματογράφο θα γίνει το το 1936, όταν θα συμμετέχει με τον πατέρα του Περικλή στο ελληνοτουρκικό δράμα «Ο Κακός Δρόμος», σε σενάριο Γρηγόριου Ξενόπουλου. Ο Γιώργος Γαβριηλίδης όμως πρόλαβε και άφησε το στίγμα του και στην ελληνική τηλεόραση, όταν το 1972 συμμετείχε σε σήριαλ της ΕΙΡΤ και της ΥΕΝΕΔ, στις «Ιστορίες της νύχτας», στο «24ωρο ενός παλιατζή», αλλά και στον «Απίθανό ντετέκτιβ» του 1973. Παντρεύτηκε μετά από πολλά χρόνια δεσμού με την γνωστή ηθοποιό Μαρίκα Κρεβατά, έμειναν χρόνια μαζί, αλλά δεν απέκτησαν παιδιά. Οι δυο τους έκαναν πολλές κοινές εμφανίσεις στο θέατρο, ενώ συμμετείχαν μαζί σε 21 ελληνικές ταινίες, όπως στην ταινία «Η γυναίκα μου τρελλάθηκε» (1966), όπου μας χάρισαν έναν από τους θρυλικότερους καυγάδες του ελληνικού σινεμά. Γαβριηλίδης και Κρεβατά έμειναν μαζί μέχρι τον θάνατο του ηθοποιού, στις 23 Ιουλίου του 1982. Όπως αποκάλυψε μάλιστα η κόρη της Μαρίκας και γνωστή ηθοποιός Γκέλυ Μαυροπούλου (κόρη από τον πρώτο γάμο της ηθοποιού με τον επίσης γνωστό ηθοποιό Άγγελο Μαυρόπουλο), η Κρεβατά έπασχε το τελευταίο διάστημα της ζωής της από γεροντική άνοια, ωστόσο πάντα αναζητούσε τον αγαπημένο της Γιώργο. Η Μαρίκα Κρεβατά πέθανε τον Σεπτέμβριο του 1994. 

Περιμένουμε σχόλια, απόψεις και παρατηρήσεις στο mail μας

Best of internet