Δύο δεκαετίες, τρεις σκηνές, εξήντα εραστές και μία λυσσάρα γάτα

Ο σταυρός είναι αλλιώς

Ο Νίκος Παπαδογιάννης γιόρτασε μαζί με εκλεκτούς φίλους τα 20ά γενέθλια ενός μαγαζιού το οποίο τιμά εδώ και 20 χρόνια.

Θα πρέπει να ήταν 1996 ή 1997 όταν με πρωτοπήγαν στον «Σταυρό του Νότου». Όπως αποδεικνύεται από τους φετινούς εορτασμούς για τα 20χρονα, το μαγαζί ήταν τότε καινούριο, άσχετα αν εγώ είχα μαύρα μεσάνυχτα για όσα γίνονταν μετά τα μεσάνυχτα στην πόλη.

Δεν ήταν τότε η σημερινή ταπεινή υπερπαραγωγή με τις τρεις σκηνές. Είχε μόνο μία αίθουσα, τη μεγάλη, αυτή που αργότερα έμελλε να χαρακτηριστεί «κεντρική», στην πρώτο όροφο. Και άγγιζε μία φλέβα που προφανώς είχε μείνει ανεκμετάλλευτη. Το συγκρότημά του «Σταυρού» έπαιζε σχεδόν κάθε βράδυ, τις δημοφιλέστερες ροκιές της εποχής και όσων προηγήθηκαν.

Θυμάμαι να κάθομαι με την παρέα μου στον εξώστη και να βλέπω κάτω μία μικρή θάλασσα από νεαρόκοσμο. Ζωντανή ροκ μουσική με τραγούδια που όλοι αγαπούσαν, φτηνή μπύρα, άφθονο φλερτ και χορός. Τι άλλο μπορούσε να ζητήσει κανείς;

Ο θεσμός της house band έμεινε αναλλοίωτος με το πέρασμα των χρόνων, αλλά πέρασε σε δεύτερο πλάνο, αφού ο «Σταυρός» έγινε γρήγορα σημείο αναφοράς για το ελληνικό έντεχνο τραγούδι, με ζωντανές παραστάσεις που γεμίζουν τις τρεις σκηνές του, ακόμα και τις καθημερινές, ακόμα και τις μέρες της ύφεσης.

Η πινακοθήκη με τις παλαιές αφίσες ζαλίζει, αφού αποτελεί πολύχρωμο «who is who» της έντεχνης και ροκ σκηνής δύο δεκαετιών. Δεν νομίζω ότι υπάρχει σημαντικός -ή φέρελπις- καλλιτέχνης που να μη πέρασε δύο και τρεις και τέσσερις και δεκατέσσερις σεζόν την κόκκινη πόρτα της οδού Θαρύπου.

Οι περισσότεροι θριάμβευσαν, άλλοι απέκτησαν τροφή για σκέψη, σχεδόν όλοι τελείωσαν τη βραδιά με νυχτερινά ποτά στο θρυλικό μπαρ της Γωγώς, ακριβώς απέναντι, σητν καταπράσινη πλατεία.

Εκεί πέρασα ένα βράδυ συζητώντας μέχρι πρωίας με τον Αλκίνοο, εκεί τα ήπιαμε με τον Μιλτιάδη, εκεί γιορτάσαμε με τον Κούτρα την επιστροφή του στα δρώμενα, εκεί γνώρισα για λίγο τον Θανασάρα, εκεί μιλήσαμε για μπάσκετ με τον κύριο και την κυρία Μικρούτσικου.

Εκεί γέμισα τα χέρια μου με γρατζουνιές προσπαθώντας να συμφιλιωθώ με την ατίθαση γάτα του μαγαζιού, την Τούλα. Κάτω από τα κάδρα με τη δυναστεία των Μαυρομιχάληδων, ανάμεσα στους οποίους δεσπόζει η μορφή του («μαύρου Μιχάλη») Μάικλ Τζάκσον…

Ο ίδιος ο «Σταυρός» θα γινόταν πολύ καλύτερος εάν απαγόρευε το κάπνισμα και τα γηπεδικά συνθήματα των φανατικών οπαδών του Μάλαμα, αλλά δεν παύει να είναι σημείο αναφοράς για το «σκεπτόμενο» ελληνικό τραγούδι και αποκούμπι για τη στρατιά των μουσικών που αναζητούν χώρο για να απλώσουν την πραμάτειά τους.

Σέβεται τους καλλιτέχνες που προσκαλεί (σχεδόν αποκλειστικά Έλληνες), σέβεται και το κοινό που καταφτάνει μαζικά για να τους απολαύσει.

Το αποτέλεσμα αυτής της αγαπησιάρικης σχέσης ήταν το ηχηρά και μελωδικά επιτυχημένο τριήμερο φεστιβάλ που διοργανώθηκε στην Τεχνόπολη, με εθελοντική δωρεάν συμμετοχή περίπου 60 καλλιτεχνών που έκαναν τα πρώτα και τα επόμενα και τα μεθεπόμενα βήματά τους από το παλκοσένικο του «Σταυρού»: Β.Παπακωνσταντίνου, Α.Ιωαννίδης, Μ.Πασχαλίδης, Γ.Χαρούλης, Γ.Κούτρας, Φ.Δεληβοριάς, Ο.Περίδης, Χρ.Θηβαίος, Γ.Ζουγανέλης, Ν.Μποφίλιου, Γ.Κότσιρας, Ν.Πορτοκάλογλου, Μπ.Στόκας, Κ.Μαραβέγιας, Γ.Νέγκα, Υπόγεια Ρεύματα και άλλοι ων ουκ έστιν αριθμός.

Κάποιοι φευγάτοι κοιτούσαν από ψηλά και τσιμογελούσαν, άλλοι παρακολουθούσαν από την πλατεία και ονειρεύονταν να ακολουθήσουν κάποτε τα ίδια χνάρια. Πολλοί από το κοινό ήσαν αγέννητοι όταν πρωτάνοιξε τις πόρτες του ο «Σταυρός».

Εγώ, όμως, ήμουν εκεί και κατέθεσα τον οβολό μου από τον πρώτο καιρό. Και ξανά και ξανά και ξανά και ξανά. Αποφάσισα, λοιπόν, να χαρίσω στον εαυτό μου το δώρο που πίστευα ότι δικαιούμαι.

Αργά το βράδυ της Τρίτης, έφτασα με επιδέξιες ντρίμπλες στο πλάι της σκηνής, ακούμπησα το ποτό μου στο σανίδι και απόλαυσα ανενόχλητος το δεκαπεντάλεπτο ρεσιτάλ του Βασίλη («Φοβάμαι», «Να Κοιμηθούμε Αγκαλιά», «Πριν Το Τέλος»), με εκείνη τη θεία φωνή που μοιάζει να βγαίνει αβίαστα από το λαρύγγι αυτού του μικροκαμωμένου μελαγχολικού 66άρη.

Από απόσταση 10 μέτρων, πίσω από την πλάτη του αοιδού και λίγο δεξιά. Η υπερβολική δόση συναισθήματος που με κυρίευσε με έκανε να τρομάξω λίγο, αλλά ο παλαιός είναι αλλιώς και ξέρει να ξεπερνάει τις κακοτοπιές.  

Best of internet