Σινέ«Νοσταλγία»: Ανέκδοτα περιστατικά του παλιού ελληνικού κινηματογράφου

Το Σινέ «Νοσταλγία» ήρθε στο Gazzetta Plus με σκοπό να σας ξεναγεί κάθε εβδομάδα στις πιο αγαπημένες στιγμές του ελληνικού κινηματογράφου! To ταξίδι στις πιο αγαπημένες ελληνικές ταινίες, που έχουν «ντύσει» όλες μας τις αναμνήσεις συνεχίζεται...          

ME THN EΥΓΕΝΙΚΗ ΧΟΡΗΓΙΑ ΤΗΣ Bergmann Kord

Η πλαστική προσώπου της Γεωργίας Βασιλειάδου και η «μπηχτή» στον Νίκο Τσιφόρο

Η Γεωργία Βασιλειάδου, η πιο διάσημη «άσχημη» του ελληνικού κινηματογράφου γεννήθηκε στην Αθήνα την Πρωτοχρονιά του 1897 και το πραγματικό της όνομα ήταν Γεωργία Αθανασίου. Τα παιδικά της χρόνια ήταν πολύ δύσκολα, γεμάτα ανέχεια και κακουχίες. Η μητέρα της Φωτεινή, ήταν ηθοποιός, δούλευε συνεχώς, από το πρωί μέχρι το βράδυ και αναγκάζονταν να αφήνει πολλές ώρες μόνη της την Γεωργία. Μιλώντας για την σχέση με την μητέρα της, η Βασιλειάδου είχε πει σε μια από τις συνεντεύξεις της: «Όταν ήμουν μικρή, στην γειτονιά ήμουν γνωστή ως ''το παιδί που μεγαλώνει μόνο του''. Η μητέρα μου ήταν μια σκληρά εργαζομένη γυναίκα. Έφευγε το πρωί και γυρνούσε αργά το βράδυ. Υπήρχαν φορές που με έπαιρνε στα παρασκήνια των θεάτρων που δούλευε. Μάλιστα έδινε εντολές και στους συνεργάτες της, ηθοποιούς και τεχνικούς, να μιλάνε όμορφα για να μην μαθαίνω κακές λέξεις. Λάτρευε πολύ το θέατρο. Γελούσε έντονα, έκανε έξυπνα αστεία, της άρεσε ''ο κόσμος'' της. Έκανε πολύ παρέα με την Σοφία Βέμπο και τον Βασίλη Αυλωνίτη. Ήταν πάντα μια απλή γυναίκα που νοιάζονταν για όλους. Ήθελε να είναι κοντά στον κόσμο». Η Γεωργία Βασιλειάδου σπούδασε φωνητική μουσική στη Γεννάδιο Σχολή και ξεκίνησε την καριέρα της στο Λυρικό Θέατρο ως χορωδός στην όπερα του Βέρντι «Ο Ερνάνης». Στη συνέχεια ασχολήθηκε με το θέατρο και συνεργάστηκε με τους μεγαλύτερους θεατρικούς θιάσους της εποχής, όπως της Κυβέλης και της Μαρίκας Κοτοπούλη. Το 1936 αποφασίζει να αποσυρθεί από το θέατρο για να μεγαλώσει την κόρη της, αλλά το 1939 ο Αλέκος Σακελλάριος της δίνει έναν μικρό ρόλο στη μουσική κωμωδία «Κορίτσια της παντρειάς», που αποτέλεσε την αρχή μιας δεύτερης καριέρας για την ηθοποιό. Η «ασχήμια» ήταν το σήμα κατατεθέν της ίδιας στον ελληνικό κινηματογράφο και έχουν μείνει στην ιστορία δύο ενδιαφέροντα περιστατικά, που αναδεικνύουν την δύναμη αυτού της του χαρακτηριστικού: Κάποτε πήγε στον Φιλοποίμην Φίνο ντυμένη πολύ καλά, βαμμένη εξαιρετικά και πολύ ωραία χτενισμένα τα μαλλιά της. Μόλις την είδε ο Φίνος έμεινε εμβρόντητος και της είπε με τον γνωστό αυθορμητισμό του: «Tι είναι αυτά που έβαλες Γεωργία, θες να με καταστρέψεις;». Από τότε δεν ξαναεμφανίστηκε ποτέ περιποιημένη μπροστά του. Στο δεύτερο περιστατικό πρωταγωνιστούσε η ίδια με τον Νίκο Τσιφόρο, ο οποίος της είπε: «Βρε Γεωργία το σκέφτηκες ποτέ να κάνεις πλαστική προσώπου;». Και η Βασιλειάδου του απάντησε αφοπλιστικά: «Κι εσύ σκέφτηκες ότι τότε οι κωμωδίες σου θα πήγαιναν στράφι;». 

Η «κανατιά» στον Δ. Παπαμιχαήλ και η θεία...Αλίκη από το Σικάγο 

«Δεν νομίζετε ότι είμαι πολύ μικρή για να παίξω...τη θεία;». Ήταν η απάντηση της Αλίκης Βουγιουκλάκη στον Φίνο, όταν ο τελευταίος της πρότεινε να παίξει στην θρυλική πλέον ταινία «Η θεία από το Σικάγο», στην οποία πρωταγωνιστούσε η αξέχαστη Γεωργία Βασιλειάδου. Φυσικά ο Φίνος την ήθελε για να υποδυθεί μια από τις 4 ανηψιές της Βασιλειάδου και όχι για το ρόλο...της θείας, όπως θεώρησε η Αλίκη! Η απάντηση της Βουγιουκλάκη εξόργισε τόσο πολύ τον Φίνο, ώστε ο τελευταίος της είπε ότι δεν πρόκειται ποτέ να ξαναπαίξει σε ταινία του. Κάτι βέβαια που ποτέ δεν τήρησε. Η ταινία «Η θεία από το Σικάγο» γυρίστηκε το 1957 και εκτός από τη Βασιλειάδου, πρωταγωνιστούσε ο Ορέστης Μακρής, στο ρόλο του αυστηρού οικογενειάρχη Χαρίλαου, που είχε 4 κόρες και τις προστάτευε συχνά με όχι και τόσο...κομψά μέσα. Μάλιστα, ως στρατηγός ο ίδιος, τις μεγάλωσε με αυστηρή στρατιωτική πειθαρχία, κάτι που θέλησε να αλλάξει η θεία από το Σικάγο, ερχόμενη στην Ελλάδα. Και φυσικά οι καταστάσεις που ακολούθησαν δημιουργούσαν σκηνές απείρου κάλους, με απίστευτους διαλόγους μεταξύ Μακρή και Βασιλειάδου, οι οποίοι η αλήθεια είναι πως είχαν μια ιδανική χημεία. Η ταινία αποτελούσε μια εξαιρετικά ρεαλιστική απεικόνιση των ηθών της ελληνικής κοινωνίας του 1950, η οποία όμως είχε αρχίσει να δέχεται «πιέσεις» από τα ήθη της αμερικανικής κοινωνίας, όπως αυτά αποτυπώνονταν μέσα από τις αμερικανικές ταινίες που εκείνη την εποχή προβάλλονταν κατά κόρον στους ελληνικούς κινηματογράφους. Το εξαιρετικό «τέχνασμα» που ανακάλυψε η θεία Βασιλειάδου για να παντρεύει τις ανηψιές της, να πετάει δηλαδή από το μπαλκόνι κανάτια σε υποψήφιους γαμπρούς που περνούσαν από το δρόμο – μετά φυσικά από μια πρώτη «επιλογή» από τις ανηψιές–, άφησε ιστορία. Μάλιστα λέγεται ότι τα κανάτια τα πέταγε στο δρόμο ο Αλέκος Σακελλάριος, σκηνοθέτης της ταινίας, ώστε να μην κινδυνέψει πραγματικά κανείς. Ωστόσο, στα γυρίσματα παραλίγο να γίνονταν η ζημιά, αφού ένα κανάτι...πήρε λάθος δρόμο και παραλίγο να προσγειωθεί στο κεφάλι του Δημήτρη Παπαμιχαήλ, ο οποίος έπαιζε στην ταινία, υποδυόμενος έναν από τους υποψήφιους γαμπρούς. 

Το ρεκόρ των 200 ελληνικών ταινιών του Περικλή Χριστοφορίδη και η συμπάθεια του Φίνου

Μελετώντας ο σύγχρονος ιστορικός της τέχνης την ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου, μέσα σε όλες τις πληροφορίες που αναζητά σίγουρα θα μπορούσε να αναζητήσει και την απάντηση στο ερώτημα «ποιος είναι ο έλληνας ηθοποιός με τις περισσότερες συμμετοχές σε ελληνικές ταινίες;». Η απάντηση είναι «ο Περικλής Χριστοφορίδης», ο οποίος εμφανίστηκε σε 200 ταινίες, δημιουργώντας την πλέον οικεία φυσιογνωμία στην ιστορία του ελληνικού σινεμά. Ήταν ίσως ο πιο διάσημος ηθοποιός δεύτερων ρόλων, αφού ποτέ του δεν ήταν πρωταγωνιστής. Για την ιστορία, δεύτερος ηθοποιός σε συμμετοχές σε ελληνικές ταινίες ήταν ο Λαυρέντης Διανέλλος, ο οποίος συμμετείχε σε 195. Ο Περικλής Χριστοφορίδης γεννήθηκε το 1907 στην Τραπεζούντα, ωστόσο οι διώξεις των Τούρκων ανάγκασαν την οικογένειά του να έρθει στην Αθήνα. Ο ίδιος ήταν άριστος μαθητής και ήταν συμμαθητής με τον Δημήτρη Ψαθά. Η οικογένειά του ήταν επίσης ηθοποιοί, ενώ την πρώτη του εμφάνιση στον κινηματογράφο την έκανε το 1929 στην βουβή ταινία με τίτλο «η μπόρα», του Παύλου Νιρβάνα. Η τελευταία του δε εμφάνιση στον κινηματογράφο έγινε το 1979, στην ταινία του Γιώργου Πανουσόπουλου με τίτλο «Ταξίδι του μέλιτος». Αποτελούσε αγαπημένο συνεργάτη του Φίνου, συμμετείχε σε 35 ταινίες της Finos Film, ενώ σε κάποιες από αυτές είχε και τον ρόλο του φροντιστή. Μάλιστα ο Φίνος ποτέ δεν του κράτησε κακία που κάποιες φορές είχε συνεργαστεί και με άλλες κινηματογραφικές εταιρείες. Ήταν ιδιαίτερα αγαπητός σε όλους, «ο Περικλής ήταν έντιμος άνθρωπος, πολύ καλός επαγγελματίας και συνεπής στις υποχρεώσεις του» είχε πει σχετικά, σε συνέντευξή του ο ηθοποιός Νίκος Ξανθόπουλος. Ο Περικλής Χριστοφορίδης πέθανε στις 30 Σεπτεμβρίου του 1983. 

Όταν «Το Δόλωμα» έγινε.... «ακατάλληλο δια ανηλίκους»

Θα μπορούσατε ποτέ να πιστέψετε ότι μια από τις πιο επιτυχημένες και δημοφιλείς ταινίες της χρυσής εποχής του ελληνικού κινηματογράφου, θα μπορούσε να ξεκινήσει την πρώτη προβολή της ως...ακατάλληλη; Μάλλον όχι. Κι όμως συνέβη κι αυτό και αφορούσε στην ταινία «Το Δόλωμα», στην οποία πρωταγωνιστούσε η Αλίκη Βουγιουκλάκη, μαζί με τους Αλέκο Αλεξανδράκη και Ντίνο Ηλιόπουλο. Προφανώς και η ταινία δεν είχε ακατάλληλες σκηνές, ωστόσο το σενάριό της ίσως να θεωρούνταν λίγο...προχωρημένο για τα ήθη της εποχής εκείνης. Εμπνευστής του ο Αλέκος Σακελλάριος, ο οποίος είχε επίσης σκηνοθετήσει την ταινία. Η ταινία ξεχώρισε όχι μόνο για τις εξαιρετικές ερμηνείες των πρωταγωνιστών της, όσο και εξαιτίας της καταπληκτικής φωτογραφίας που είχε, αφού γυρίστηκε εξ΄ολοκλήρου στη Ρόδο, με την κάμερα να «ταξιδεύει» σε υπέροχα τοπία του μαγευτικού αυτού νησιού. Πολλοί είπαν ότι στην ταινία αυτή, η Βουγιουκλάκη προσπάθησε να μοιάσει με την Μέρλιν Μονρόε, ειδικά στις σκηνές του καμπαρέ, όταν χόρευε γύρω από ένα στύλο, στα πρότυπα αντίστοιχου χορού της Μονρόε στην ταινία «Μερικοί το προτιμούν καυτό». Το Δόλωμα ήταν η τελευταία ταινία της Βουγιουκλάκη με την Φίνος Φιλμ, που αφορούσε όμως στην πρώτη περίοδο της συνεργασίας τους. Τέσσερα χρόνια αργότερα, το 1969, επανήλθε στην εταιρεία και γύρισε αρκετές ακόμα εξαιρετικές ταινίες.

Το «Κλωτσοσκούφι» που γυρίστηκε δυο φορές

Tα δύσκολα χρόνια της μεταπολεμικής Ελλάδας, η φτώχεια, η ανεργία και η μετανάστευση αποτέλεσαν τη μαγιά μιας ακόμα εξαιρετικής ταινίας του δίδυμου Αλέκος Σακελλάριος-Χρήστος Γιαννακόπουλος, στην οποία πρωταγωνιστούσε η Αλίκη Βουγιουκλάκη, σε παραγωγή Finos Film. «Το κλωτσοσκούφι» έκανε πρεμιέρα στους κινηματογράφους Αθήνας και Πειραιά στις 21 Μαρτίου του 1960 και αμέσως προκάλεσε αίσθηση, ακριβώς λόγω της εξαιρετικής ερμηνείας τόσο της Αλίκης, όσο και των υπόλοιπων πρωταγωνιστών της, του Αλέκου Αλεξανδράκη και των Στέφανου Ληναίου, Μαρίκας Κρεββατά, Θανάση Βέγγου, Τζόλυς Γαρμπή, Σταύρου Ξενίδη, Τασσώς Καββαδία, Περικλή Χριστοφορίδη και πολλών άλλων. Τα 202.542 εισιτήρια που έκοψε «Το κλωτσοσκούφι» στην πρώτη προβολή του δεν ήταν καθόλου τυχαία. Η ταινία ήταν από εκείνες που «σημάδεψαν» την πορεία της Αλίκης Βουγιουκλάκη, όπως η ίδια ανέφερε πολλές φορές αργότερα, σε σχετικές ερωτήσεις των δημοσιογράφων. Αυτό ωστόσο που δεν είναι γνωστό είναι το γεγονός ότι η ταινία αυτή γυρίστηκε σχεδόν… δύο φορές. Κι αυτό διότι αρχικός συμπρωταγωνιστής της Αλίκης Βουγιουκλάκη ήταν ο Μιχάλης Νικολινάκος, με τον οποίο είχε γυριστεί ένα μεγάλο μέρος της ταινίας. Παρ' όλα αυτά, ο Φιλοποίμην Φίνος παρατήρησε στη δοκιμαστική προβολή, ότι οι δύο πρωταγωνιστές δεν ταίριαζαν μεταξύ τους και έτσι αποφάσισε να ξαναγυρίσει την ταινία από την αρχή, με τον Αλέκο Αλεξανδράκη ως παρτενέρ της Αλίκης. Ωστόσο, ο Αλεξανδράκης ήταν η δεύτερη επιλογή του Φίνου, αφού ο τελευταίος πρότεινε αρχικά το ρόλο στον Δημήτρη Παπαμιχαήλ, ο οποίος ωστόσο δεν μπορούσε να ανταποκριθεί λόγω υποχρεώσεων που είχε στο θέατρο. Σε κάθε περίπτωση, τέτοιου είδους αλλαγή δεν είχε ξανασυμβεί στα χρονικά του ελληνικού κινηματογράφου. Το κόστος ήταν πολύ μεγάλο, αλλά το αποτέλεσμα φαίνεται ότι δικαίωσε τον Φίνο. 

Περιμένουμε σχόλια, απόψεις και παρατηρήσεις στο mail μας

Best of internet