Ιστορίες του παλιού κινηματογράφου vol. 89 (pics & vids)

Το Σινέ «Νοσταλγία» ήρθε στο Gazzetta Plus με σκοπό να σας ξεναγεί κάθε εβδομάδα στις πιο αγαπημένες στιγμές του ελληνικού κινηματογράφου! To ταξίδι στις πιο αγαπημένες ελληνικές ταινίες, που έχουν «ντύσει» όλες μας τις αναμνήσεις συνεχίζεται..            

Ιστορίες του παλιού κινηματογράφου vol. 89 (pics & vids)

ME THN EΥΓΕΝΙΚΗ ΧΟΡΗΓΙΑ ΤΗΣ Bergmann Kord

«Η Προδοσία» και τα αντιπολεμικά μηνύματα που παρεξήγησαν οι γάλλοι κριτικοί στις Κάννες...

Δεν είναι καθόλου σπάνιο στην ιστορία του κινηματογράφου – όχι μόνο του ελληνικού, αλλά και του διεθνούς – κριτικοί και θεατές να αντιλαμβάνονται εντελώς διαφορετικά τα μηνύματα που περνάει μια ταινία, τουλάχιστον όπως τα είχαν σκεφθεί οι συντελεστές της. Το αποτέλεσμα είναι πολλές φορές να διαβάζουμε εντελώς αντίθετες κριτικές, που δημιουργούν την αίσθηση ότι πρόκειται για δύο διαφορετικές ταινίες και όχι για την ίδια. Αυτό συνέβει και στην περίπτωση της ελληνικής ταινίας με τίτλο «Προδοσία», η οποία γυρίστηκε το 1964 σε παραγωγή Κλέαρχου Κονιτσιώτη, από την Δαμασκηνός-Μιχαηλίδης και εντάσσεται στην κατηγορία των δραματικών πολεμικών ταινιών. Η ταινία ήταν σκηνοθεσιας Κώστα Μανουσάκη, σε σενάριο Άρη Αλεξάνδρου και πρωταγωνιστούσαν ο Πέτρος Φυσσούν και η Έλλη Φωτίου, ένα κινηματογραφικό ζευγάρι που είχε αναπτύξει μια εξαιρετική καλλιτεχνική χημεία και είχε πρωταγωνιστήσει σε σειρά ταινιών που οι περισσότερες από αυτές είχαν σημειώσει επιτυχία. 

Η ιδέα του Νότη Περιγιάλη

Το εξαιρετικά ενδιαφέρον στην ταινία «Προδοσία» είναι το γεγονός ότι ως ιδέα προέκυψε από τον εξαιρετικό ηθοποιό Νότη Περιγιάλη, ο οποίος παρόλα αυτά δεν θέλησε να συμμετάσχει σε αυτή ως ηθοποιός. Το θέμα της κινούνταν γύρω από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, την γερμανική κατοχή στην Ελλάδα και το μίσος του ναζισμού για τους Εβραίους. Σε αυτό το περιβάλλον κινούνταν μια ιστορία αγάπης δύο νέων που τους χώρισε ο πόλεμος, οι ιδεολογίες και τα στερεότυπα μιας εποχής που συγκλόνισε την ανθρωπότητα, με αρνητικό όμως τρόπο. Μιας εποχής, τις συνέπειες της οποίας η ανθρωπότητα μοιάζει να μην έχει ξεπεράσει ούτε σήμερα. H ταινία έκανε και διεθνή πορεία, προκαλώντας διαφορετικές κριτικές και αντιδράσεις. Άλλοι έλεγαν ότι είναι μια ταινία που υμνεί τον ναζισμό και άλλοι πίστευαν το εντελώς αντίθετο. Ασφαλώς δεν υπάρχει καμία αμφιβολία σήμερα ότι «Η Προδοσία» είναι μια βαθύτατα αντιπολεμική ταινία, η οποία καταδικάζει απερίφραστα και με τον πλέον κατηγορηματικό τρόπο την εγκληματική «ιδεολογία» του ναζισμού. Εκείνη την εποχή βέβαια, 20 μόλις χρόνια μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, πολλά πράγματα ακόμα δεν είχαν ξεκαθαρίσει και ίσως ήταν φυσικό να υπήρχε εκείνη η σύγχυση περί των μηνυμάτων της ταινίας. 

Η αλήθεια που συντάραξε τον γερμανό αξιωματικό 

Η υπόθεση ήταν η εξής: Ο γερμανός αξιωματικός Καρλ Φον Στάιν (Πέτρος Φυσσούν) κατά τη διάρκεια της κατοχής μένει στο σπίτι ενός έλληνα καθηγητή, του Βίκτορα Καστριώτη (Μάνος Κατράκης), το οποίο έχουν επιτάξει οι ναζί. Ο γερμανός αξιωματικός ερωτεύεται την ανιψιά του καθηγητή, την Λίζα (Έλλη Φωτίου), η οποία στην πραγματικότητα είναι Εβραία που βρήκε καταφύγιο στο σπίτι του καθηγητή. Το ζευγάρι είναι έτοιμο να παντρευτεί, όταν ο Γερμανός μαθαίνει την καταγωγή της κοπέλας και την παραδίδει στην Γκεστάπο, ενώ ζητάει να μετατεθεί στο ανατολικό μέτωπο. Μετά την κατάρρευση του μετώπου όμως, επιστρέφει στο Βερολίνο όπου μαθαίνει την τύχη των εβραίων αιχμαλώτων. Διαπιστώνοντας ότι η κοπέλα είναι νεκρή, βάζει τέλος και στη δική του ζωή. Η ταινία ξεκινά από την αυτοκτονία του Γερμανού αξιωματικού, ενώ την ιστορία αυτού διηγείται στην αστυνομία που διερευνά τις συνθήκες της αυτοκτονίας του, ο Δρ. Ράιχαρτ Στόκμαν, ο οποίος γνώριζε τον Καρλ Φον Στάιν από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Μάλιστα, η αυτοκτονία του γερμανού αξιωματικού έχει και στοιχεία τραγικής ειρωνείας, δεδομένου ότι ο θάνατος τον βρίσκει στο σκοπευτήριο της Καισαριανής, όπου περιφέρεται σα να θέλει να σκοτωθεί εκεί. Στο ίδιο σημείο που κάποτε ο ίδιος εκτελούσε Έλληνες, σκοτώνεται τελικά από Έλληνες στρατιώτες, οι οποίοι έκαναν ασκήσεις βολής και δεν είχαν αντιληφθεί την παρουσία του στο σημείο εκείνο. Ουσιαστικά επρόκειτο για αυτοκτονία, δεδομένου ότι η παρουσία ανθρώπων στο πεδίο βολής απαγορεύεται, κάτι που ο ίδιος γνώριζε πολύ καλά...

Αμφιλεγόμενες και αντικρουόμενες κριτικές 

Η ταινία, όπως ήδη αναφέρθηκε, έκανε και διεθνή πορεία (με τους ξένους τίτλους «Treachery» και «Treason»), αποσπώντας μάλιστα σημαντικές διακρίσεις. Πρώτα από όλα, απέσπασε 3 βραβεία στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης του 1964. Το πρώτο αφορούσε σε βραβείο φωτογραφίας του Νίκου Γαρδέλη, στο βραβείο πρώτου ανδρικού ρόλου που απέσπασε ο Πέτρος Φυσσούν, αλλά και στο βραβείο κριτικών καλύτερης ταινίας μεγάλου μήκους. Η ταινία «Προδοσία» προβλήθηκε στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Μόσχας το 1965, αποσπώντας ειδικό βραβείο επιτροπής ειρήνης, ενώ αποτέλεσε επίσημη συμμετοχή της Ελλάδας στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου των Καννών, την ίδια χρονιά. Εκεί ήταν που οι γάλλοι κριτικοί την κατέκριναν και την χαρακτήρισαν ως ταινία που αποτελούσε ύμνο στον ναζισμό! Ίσως οι κριτικοί αυτοί να αντιμετώπισαν πολύ απλοϊκά και να παρεξήγησαν το γεγονός ότι το 20% της ταινίας καλύπτεται με ναζιστικούς πολεμικούς σχηματισμούς, κινηματογραφημένους από τεχνίτες του είδους. Αυτές οι σκηνές προέρχονται από ντοκιμαντέρ του Γ’ Ράιχ και μάλλον ήταν εκείνες που ενόχλησαν τους γάλλους κριτικούς. Κι όμως, αυτό ακριβώς το στοιχείο, ενταγμένο μαεστρικά στην υπόθεση της ταινίας, είναι εκείνο που αποδομεί βήμα-βήμα τον ναζισμό. Χαρακτηριστικό παράδειγμα οι στιγμές που καταγράφονται σκηνές παρέλασης της γερμανικής ναζιστικής νεολαίας μπροστά στον Χίτλερ, και η κάμερα της ταινίας «παίζοντας» με τα νοήματα δείχνει αντί για τους γερμανούς στρατιώτες, δρόμους στολισμένους με ανθισμένες αμυγδαλιές, εικόνες που παραπέμπουν σε μια ειρηνική και ανθρώπινη ζωή. Ή η στιγμή που η Λίζα ακούγοντας τον Καρλ Φον Στάιν να της περιγράφει τις σκηνές των παρελάσεων, του λέει χαρακτηριστικά «θα πρέπει να σε εντυπωσίασαν, αφού ολα αυτά ήταν σαν μια καλή θεατρική παράσταση». Την ίδια στιγμή, στη Θεσσαλονίκη, οι κριτικοί της ταινίας την εκθείασαν, εκτιμώντας την έντονη αντιπολεμική της πρόθεση. Κατά τη γνώμη μας, πρόκειται για μια ιδιαίτερα ατμοσφαιρική ταινία, απολύτως ρεαλιστική, χωρίς σεναριακές υπερβολές, χωρίς σκηνοθετικά λάθη και με μια εξαιρετική φωτογραφία του Νίκου Γαρδέλη. Όλοι ανεξαιρέτως οι ηθοποιοί κινούνται σε υψηλά ερμηνευτικά πρότυπα, με τον Πέτρο Φυσσούν να προσφέρει μια εξαιρετική ερμηνεία, σίγουρα μια από τις καλύτερες της καριέρας του. Ο ρόλος του γερμανού αξιωματικού δείχνει να του αρμόζει ιδανικά, ενώ η σύμπραξή του με τον Μάνο Κατράκη, προσφέρει ένα μοναδικό αποτέλεσμα, που ανεπιφύλακτα μπορεί να το ονομάσει κανείς υψηλή τέχνη. Απο κοντά και η ερμηνεία της Έλλης Φωτίου, η οποία δείχνει μια εξαιρετική υποκριτική ωριμότητα σε σχέση με την μέχρι τότε εμπειρία της, και συνθέτει έναν ρόλο που μένει ανεξήτιλος στον θεατή. Δείχνει δε ερμηνευτικά να στέκεται με άνεση στα υψηλά standards που θέτουν οι ηθοποιοί-μύθοι όπως ο Κατράκης, ο Μυράτ, ακόμα και ο Φυσσούν. 

Η σπάνια εμφάνιση της Ζωρζ Σαρρή

 

Η ταινία έκανε πρεμιέρα στους κινηματογράφους Αθήνας-Πειραιά τη Δευτέρα 23 Νοεμβρίου 1964, έκοψε 439.753 εισιτήρια και βρέθηκε στην 6η θέση από πλευράς εισπράξεων από τις 93 ταινίες της σεζόν εκείνης. Στην ταινία πρωταγωνιστούσαν ακόμα οι Δημήτρης Μυράτ (άλλη μια εξαιρετική ερμηνεία, από έναν σπουδαίο ηθοποιό), Ζωρζ Σαρρή (σε μια από τις σπανιότατες εμφανίσεις της στον ελληνικό κινηματογράφο), Δημήτρης Νικολαϊδης (η φωνή του δεν ακούγεται στην ταινία, αφού λόγω φθοράς έχει ντουμπλαριστεί με άλλου ηθοποιού), Ντόρα Βολανάκη, Γιώργος Μπάρτης, Δημήτρης Ψαράκης, Παναγιώτης Τράικος, Γιώργος Οικονόμου, Βαγγέλης Καζάν, Ιωάννα Καρρέρ, Σπύρος Μαλούσης, Χρήστος Νάκος, Γιώργος Δασκαλόπουλος. 

Περιμένουμε σχόλια, απόψεις και παρατηρήσεις στο mail μας.

Best of internet