ΑΛΛΑ ΛΕΝΕ ΚΙ ΑΛΛΑ ΚΑΝΟΥΝ...

Μελέτη της ΕΚΤ: Γιατί αποτυγχάνει η δημοσιονομική προσαρμογή με αύξηση φόρων

Με βάση την έρευνα το πρώτο ελληνικό μνημόνιο περιελάμβανε μέτρα μείωσης των δαπανών που αντιστοιχούσαν στο 7% του ΑΕΠ και μέτρα αύξησης της φορολογίας που αντιστοιχούσαν στο 4% του ΑΕΠ. Στα τέλη του 2014 το ελληνικό δημόσιο χρέος είχε αυξηθεί στο 180% του ΑΕΠ από 127% του ΑΕΠ στα τέλη του 2009.  

Μελέτη της ΕΚΤ: Γιατί αποτυγχάνει η δημοσιονομική προσαρμογή με αύξηση φόρων

Η δημοσιονομική προσαρμογή όταν γίνεται κυρίως μέσω της αύξησης της φορολογίας και όχι μέσω της μείωσης των δαπανών αποτυγχάνει σημαντική και διαρκή μείωση του δημοσίου χρέους και καταλήγει να είναι «αυτοαναιρούμενη», σύμφωνα με μελέτη που εξέδωσε η ΕΚΤ.

Αντιθέτως, προγράμματα που βασίζονται πρωτίστως στη μείωση των δαπανών του κράτους οδηγούν σε μεγαλύτερη μείωση του δημοσίου χρέους και, μάλιστα, κατά τους ερευνητές, το χρέος παραμένει σε χαμηλότερα επίπεδα, χωρίς να αυξάνεται και πάλι μόλις σταματήσει η δημοσιονομική προσαρμογή. 

Στόχος των ερευνητών, τα ευρήματα των οποίων δεν δεσμεύουν την ΕΚΤ, είναι να μελετήσουν ποιο είδος λιτότητας οδηγεί σε καλύτερα και πιο μόνιμα αποτελέσματα, δεδομένης της κριτικής που έχει ασκηθεί τα τελευταία χρόνια κατά των προγραμμάτων οικονομικής διάσωσης που εφαρμόσθηκαν στην Ευρωζώνη.

«Το βασικό εύρημα της ανάλυσής μας είναι ότι μετά τη δημοσιονομική προσαρμογή αρχικά αυξάνεται η αναλογία δημοσίου χρέους προς ΑΕΠ, για μια περίοδο μέχρι τέσσερα τρίμηνα, και στη συνέχεια αρχίζει να μειώνεται. Το μέγεθος και η διάρκεια της αρχικής αύξησης του χρέους εξαρτώνται από τη σύνθεση (των μέτρων) λιτότητας.

Στην περίπτωση των προγραμμάτων λιτότητας που βασίζονται στην (αύξηση) εσόδων, η αύξηση της αναλογίας χρέους προς ΑΕΠ τείνει να είναι μεγαλύτερη και να διαρκεί περισσότερο απ’ ό,τι στην περίπτωση προγραμμάτων λιτότητας που έχουν βασιστεί (στη μείωση) δαπανών», υποστηρίζουν οι δύο ερευνητές που υπογράφουν την έρευνα Maria Gracia Attinasi, μέλος της διεύθυνσης Δημοσιονομικής Πολιτικής της ΕΚΤ, και Luca Metelli, της Τράπεζας της Ιταλίας.

Σύμφωνα με τους ίδιους, το είδος των μέτρων λιτότητας που θα εφαρμοστούν καθορίζει και το πόσο μακροπρόθεσμα είναι τα αποτελέσματα που θα επιτευχθούν. «Προγράμματα λιτότητας που έχουν βασιστεί (στη μείωση των) δαπανών τείνουν να έχουν ως αποτέλεσμα διαρκή μείωση της αναλογίας χρέους προς ΑΕΠ σε σχέση με τα επίπεδα πριν από το σοκ (σ.σ. πρόγραμμα λιτότητας), ενώ προγράμματα λιτότητας που έχουν βασιστεί (στην αύξηση των) εσόδων δεν επιτυγχάνουν διαρκή βελτίωση στην προοπτική βιωσιμότητας, διότι η αναλογία χρέους προς ΑΕΠ τείνει να επιστρέψει στο επίπεδο που είχε πριν από το σοκ».

Με βάση την έρευνα το πρώτο ελληνικό μνημόνιο περιελάμβανε μέτρα μείωσης των δαπανών που αντιστοιχούσαν στο 7% του ΑΕΠ και μέτρα αύξησης της φορολογίας που αντιστοιχούσαν στο 4% του ΑΕΠ. Στα τέλη του 2014 το ελληνικό δημόσιο χρέος είχε αυξηθεί στο 180% του ΑΕΠ από 127% του ΑΕΠ στα τέλη του 2009.

Οι ερευνητές μελέτησαν στοιχεία για 11 οικονομίες της Ευρωζώνης, μεταξύ των οποίων και της ελληνικής, της πορτογαλικής και της ιρλανδικής, που εφάρμοσαν προγράμματα λιτότητας τα τελευταία χρόνια, μεταξύ των ετών 2000 και 2012.

Πηγή: protothema.gr

Best of internet