Οι Ελληνες πολιτικοί στην κόλαση των social media

Ηταν πριν από δύο χρόνια όταν στο timeline του Μάκη Βορίδη στο Twitter εμφανίστηκε ένα τουίτ που έγραφε: «Ποιος διαφωνεί με τον Βορίδη;». Εμοιαζε  άστοχο, εκτός αν ο τέως υπουργός είχε αποφασίσει ξαφνικά να μιλάει στο τρίτο πρόσωπο για τον εαυτό του. Προφανώς δεν ίσχυε κάτι τέτοιο: τέσσερα λεπτά αργότερα, το τουίτ σβήστηκε. Τι είχε συμβεί;

Οι Ελληνες πολιτικοί στην κόλαση των social media

Κάποιος που γνωρίζει τον κόσμο των social media και τις τακτικές των πολιτικών θα καταλάβαινε αμέσως. Ο διαχειριστής του «ακάουντ» του κ. Βορίδη πιθανότατα μπερδεύτηκε και πόσταρε στον αυθεντικό λογαριασμό τουίτ που προοριζόταν για κάποιον από τους ψεύτικους που συχνά διατηρούν με άλλα ονόματα οι πολιτικοί για να γράφουν κολακευτικά τουίτς για τον εαυτό τους...

Πώς διασώθηκε το τουίτ, παρότι σβήστηκε αμέσως; Μέσω του Politwoops, μιας πλατφόρμας που ξεκίνησε από την Ολλανδία και σύντομα επεκτάθηκε σε Ευρώπη και Αμερική, στην οποία οι διαχειριστές ανά χώρα εντόπιζαν και δημοσίευαν τα σβησμένα τουίτς πολιτικών, προκειμένου να εκθέτουν τις γκάφες τους - στην Ελλάδα ήρθε στις αρχές του 2013. Ηταν και εδώ πλέον ευρεία η χρήση των κοινωνικών δικτύων από τους πολιτικούς όλων των κομμάτων - εκτός από το ΚΚΕ, που δεν επιτρέπει στα στελέχη του να διατηρούν τέτοιους λογαριασμούς. Η πολιτική είχε ήδη μπει δυναμικά στο Twitter και στο Facebook, οι εκπρόσωποί της έβρισκαν εκεί ένα φθηνό βήμα προς τους ψηφοφόρους και οι πολίτες απολάμβαναν τη νεόκοπη «δημοκρατία των social media», όπου μπορούσαν να αποθεώνουν ή να βρίζουν άμεσα τον πολιτικό της επιλογής τους.

Ετσι, ελαφρώς καθυστερημένοι, όπως πάντα, αλλά πρόθυμοι να ακολουθήσουν τους ομολόγους τους στο εξωτερικό, οι Ελληνες πολιτικοί πρωταγωνιστούν στα κοινωνικά δίκτυα εδώ και μία επταετία περίπου. Και μη σας κάνει εντύπωση η πραγματικότητα που προδίδει το ηλεκτρονικό παραστράτημα του κ. Βορίδη. «Οταν η μάχη μεταφέρεται στο ίντερνετ, θα δημιουργηθούν και στρατεύματα, και τακτικές πολέμου», λέει στο «Κ» ο επικοινωνιολόγος Ευτύχης Βαρδουλάκης.

Πώς είναι, λοιπόν, η πολιτική τον καιρό των social media; Ποιοι είναι οι πρωταγωνιστές, ποιοι συνηθίζουν τις γκάφες, ποιοι το κάνουν καλύτερα και θα μείνουν έστω για λίγο στη διαδικτυακή ιστορία; Και, τελικά, πόσο αλλάζει την πολιτική συζήτηση η ύπαρξη των δικτύων και πόσο αυτά αντανακλούν την πολιτική πραγματικότητα;

Εδώ δεν υπάρχει στιγμιαίο λάθος

Ενα καλό παράδειγμα για να απαντηθεί το τελευταίο ερώτημα είναι ο αριθμός των ακολούθων που έχουν ο Αδωνις Γεωργιάδης και ο Κυριάκος Μητσοτάκης στο Twitter. Ο πρώτος έχει 129.000 φόλοουερς και ο δεύτερος 64.800, δηλαδή σχεδόν τους μισούς. Και αυτό παρότι ήδη έχει αποδειχθεί ότι ο δεύτερος είναι πιο δημοφιλής, τουλάχιστον στους ψηφοφόρους της Νέας Δημοκρατίας, αφού τον εξέλεξαν πρόεδρο, και παρά το γεγονός ότι είναι κοινά παραδεκτό ότι κάνει την καλύτερη και επαγγελματικότερη χρήση των social media από τους περισσότερους συναδέλφους του. Αυτά όμως δεν παίζουν τον σημαντικότερο ρόλο στα κοινωνικά δίκτυα, και ειδικά στο Twitter, όπου η ιδιοσυγκρασία του κ. Γεωργιάδη, πιο άμεσου, πιο έντονου στις αντιδράσεις, που θέλει να βρίσκεται μόνιμα στη συζήτηση, ταιριάζει γάντι. «Ο Αδωνις είναι από τους λίγους που απαντούν στους χρήστες, οι περισσότεροι πολιτικοί αποφεύγουν τη διάδραση, γιατί και εκεί φέρονται με τους τρόπους που έχουν συνηθίσει», λέει η επικοινωνιολόγος Βίβιαν Ευθυμιοπούλου, γνώστρια των κοινωνικών δικτύων ως πολύ ενεργή χρήστρια και η ίδια. «Ο Αδωνις το κάνει, και αυτό είναι απόλυτα ταιριαστό με την εικόνα του - είναι ο άνθρωπος που θα πάρει τηλέφωνο και θα παρέμβει σε μια τηλεοπτική εκπομπή. Γενικά, τα κοινωνικά δίκτυα στην Ελλάδα, που είναι και αυτά με έναν τρόπο κανάλια ενημέρωσης και επικοινωνίας, αντικατοπτρίζουν και αναπαράγουν την υπάρχουσα κουλτούρα Τύπου».

Ταυτόχρονα, όμως, αποδεικνύονται συχνά πολύ πιο επικίνδυνα για τους πολιτικούς, οι οποίοι, άπειροι καθώς είναι στη χρήση τους, υποπίπτουν σε λάθη και εκτίθενται. Υπάρχει άλλωστε μια ερασιτεχνικότητα σε αυτόν τον τομέα, όχι μόνο λόγω της ιδιοσυγκρασίας του Ελληνα, που είναι πιο αυθόρμητος, αλλά και λόγω του ότι ακόμα δεν υπάρχουν πραγματικοί ειδικοί. Ακόμη και οι επαγγελματίες είναι άπειροι. Οι καλοί γνώστες και των social media και της πολιτικής είναι ελάχιστοι. «Είναι λογικό. Είναι φρέσκο αυτό το κοσκινάκι στην Ελλάδα. Ξεκίνησε το 2009, αλλά φούντωσε μετά το 2012», λέει ο κ. Βαρδουλάκης. «Το πρόβλημα με τα social media είναι ότι μπορείς να απομυθοποιηθείς πολύ εύκολα, γιατί υπάρχει το στοιχείο της οικειότητας. Γι’ αυτό κι εγώ στους πελάτες μου συστήνω διακριτική παρουσία. Για τους πολιτικούς που έχουν πρόβλημα αναγνωρισιμότητας, το να γίνονται μέρος του καβγά ίσως τους βγαίνει σε καλό, γιατί παίρνουν κάποια δημοσιότητα, αλλά τα φτασμένα πολιτικά πρόσωπα πρέπει να είναι προσεκτικά. Να τα χρησιμοποιούν για παρεμβάσεις, δηλώσεις, ενημέρωση και κάποιες φορές να τα διανθίζουν με προσωπικές πινελιές, γιατί το κοινό θέλει να βρει και κοινά στοιχεία μαζί τους, να νιώθει αμεσότητα, αλλιώς γίνονται βαρετοί. Τόσο, όμως, ώστε να μην εκτίθενται, γιατί αυτή η αμεσότητα μπορεί να τους καταστρέψει. Γι’ αυτό ο σύμβουλος είναι απαραίτητος, προκειμένου να φιλτράρει, να ελέγχει τα ποστ. Στα social media δεν υπάρχει στιγμιαίο λάθος, ό,τι πεις θα σε κυνηγάει μια ζωή».

Γι’ αυτό και όσα τέτοια λάθη γίνονται συνήθως αποδίδονται στην «ομάδα» του πολιτικού και όχι στον ίδιο, περίπου όπως παλιότερα αποδίδονταν σε «λάθος της γραμματέως». Επίσης, η διαγραφή των ποστ είναι μια συνήθης τακτική -το έκανε πρόσφατα και ο λογαριασμός του πρωθυπουργού μετά τα άστοχα τουίτς περί «νευρικών Τούρκων πιλότων»-, παρόλο που ακόμη και ένα άμεσα σβησμένο τουίτ μένει ανεξίτηλα χαραγμένο σε πολλές γωνιές του ίντερνετ, όπως στο Politwoops που προαναφέρθηκε. Ετσι κι αλλιώς, το άγρυπνο μάτι εκατομμυρίων χρηστών δεν αφήνει τίποτα να περάσει απαρατήρητο.

Τελικά, αυτή η αμεσότητα, η προσβασιμότητα, αλλά και η υπερέκθεση, έκαναν καλό στην πολιτική συζήτηση; «Δεν μπορούμε να απαντήσουμε με ένα ναι ή ένα όχι», λέει ο κ. Βαρδουλάκης. «Το σίγουρο είναι πως πλέον τα κοινωνικά δίκτυα είναι μέρος της συζήτησης. Και αυτό έχει και τα καλά και τα κακά του. Από τη μια αυξάνει την πολιτικοποίηση του κόσμου, τον βάζει στην κουβέντα, από την άλλη ευνοεί το λαϊκισμό και τους αφορισμούς. Στο Twitter, που είναι και περιορισμένοι οι χαρακτήρες, η πολιτική συζήτηση μετατρέπεται σε διαγωνισμό ατάκας. Δίνει όμως τη δυνατότητα σε πολιτικούς που είναι αποκλεισμένοι από τα παραδοσιακά μέσα να βρουν ένα βήμα, να αποκτήσουν δημόσια φωνή».

«Είναι ένα φθηνό μέσο για να γίνει κάποιος γνωστός και όχι απαραίτητα μέσω της πρόκλησης», συμπληρώνει η κ. Ευθυμιοπούλου. «Οι δυνατότητες που σου δίνει είναι άπειρες. Εξαρτάται βέβαια και από το κόμμα όπου ανήκεις. Η Ν.Δ., π.χ., που έχει κυρίως ψηφοφόρους άνω των 60 ετών, δεν έχει πρόσβαση στο κοινό της μέσω social media. Εκεί φτιάχνονται προφίλ και γίνεται παιχνίδι κυρίως για τους δημοσιογράφους. Γι’ αυτούς γίνεται όλο το σόου, που ξέρουν τα social media και παίρνουν αίσθηση από αυτά. Εκεί τους επηρεάζεις χωρίς να το καταλαβαίνουν. Σε γενικές γραμμές, πάντως, στο Twitter ρίχνουμε συνθήματα, αλλά στο Facebook γίνεται δουλίτσα. Εκεί παίζεται το παιχνίδι». 

Οι πρωταθλητές στην Ελλάδα και στον κόσμο

Κορυφαίο παράδειγμα, αλλά και απαρχή της αυτοκρατορίας των social media στην πολιτική, θεωρείται η καμπάνια του Μπαράκ Ομπάμα το 2008 - όταν ένας άγνωστος γερουσιαστής βγήκε πρόεδρος χάρη στην πρότυπη εκστρατεία που έκανε η ομάδα του μέσω διαδικτύου. «Αυτό άλλαξε την ιστορία των εκστρατειών», λέει ο κ. Βαρδουλάκης.

Στην Ελλάδα, εντυπωσιακή ήταν η χρήση που έκανε η περίφημη ομάδα social media του ΣΥΡΙΖΑ από το 2012 και μέχρι πέρυσι. Πολλοί αναφέρονται σε αυτούς ως τα τρολ του ΣΥΡΙΖΑ, όμως στην πραγματικότητα αυτό που έκαναν -σε εθελοντική βάση, χωρίς σχεδόν κανέναν έμμισθο- μέλη της νεολαίας του κόμματος, αλλά και άνθρωποι εκτός μηχανισμού που θέλησαν με έναν σχεδόν κινηματικό χαρακτήρα να συμμετέχουν, ήταν να χρησιμοποιήσουν τεχνικές αποδόμησης προκειμένου να κάνουν αντιπολίτευση. Κάτι ανάλογο, αλλά με το δικό της στυλ, κάνει και η Ομάδα Αλήθειας της Ν.Δ.

«Η ομάδα του Γιώργου Παπανδρέου ήταν επίσης πρωτοπόρος», λέει η κ. Ευθυμιοπούλου. «Ηταν οι πρώτοι που έφτιαξαν λογαριασμό στον πρωθυπουργό, εξέδωσαν εγχειρίδιο, δούλεψαν στα κοινωνικά δίκτυα, με τρόπο χαρακτηριστικό του στυλ αλλά και της ιδεολογίας του ίδιου του ΓΑΠ». Λέγεται πως υπήρχαν περισσότεροι από 50 έμμισθοι και 250 εθελοντές σε αυτή την ομάδα. Και η Ντόρα Μπακογιάννη, όμως, λέγεται πως είχε μόνιμα 10-12 άτομα γι’ αυτή τη δουλειά από το 2008 ακόμη, όταν οι υπόλοιποι ακόμα αγρόν ηγόραζαν.

«Αν, πάντως, έπρεπε να δώσω συμβουλές στους Ελληνες πολιτικούς, αυτές θα ήταν δύο», λέει η κ. Ευθυμιοπούλου. «Πρώτον να αφιερώνουν έστω και μία ώρα την εβδομάδα για να μιλάνε με τους χρήστες και δεύτερον να προσπαθήσουν να χρησιμοποιήσουν τα social media όχι μόνο ως κανάλια ενημέρωσης, αλλά και ως κανάλια δημιουργίας δικτύων υποστηρικτών. Να στήσουν ένα μηχανισμό που να δίνει επιχειρήματα, να παράγει υλικό καμπάνιας, προκειμένου να ψαρεύει υποστηρικτές. Εκεί βρίσκεται πλέον η ουσία».

Και αν έπρεπε να δοθεί μια συμβουλή στους υπολοίπους, κοινούς θνητούς που τσαλαβουτάνε καθημερινά στα κοινωνικά δίκτυα, αυτή θα ήταν να τα λαμβάνουν υπόψη τους, αλλά όχι απαραίτητα ως μια σμίκρυνση της πραγματικής κοινωνίας. «Το Μάιο του 2015, στις εκλογές της Βρετανίας, όπου κυριάρχησαν τελικώς οι συντηρητικοί, η εικόνα που έδινε το Twitter πριν ήταν ότι πάνε για συντριβή», λέει ο κ. Βαρδουλάκης. «Αντίστοιχα το 2012 στην Ελλάδα, αν κάποιος παρακολουθούσε το Twitter, θα ήταν σίγουρος ότι η Δράση θα έπαιρνε 15%. Τελικώς πήρε 1,9%. Τα δίκτυα είναι ένας μικρόκοσμος που δεν έχει απαραίτητα σχέση με την πραγματικότητα. Είναι αισθητήρας της κοινωνίας, αλλά όχι η ίδια η κοινωνία».

Πηγή: kathimerini.gr

Best of internet