«Κόβει» το Βερολίνο κάθε συζήτηση περί μη συμμετοχής του ΔΝΤ στο πρόγραμμα

Ο Γερμανός κυβερνητικός εκπρόσωπος σχολίασε: «Η συμμετοχή του ΔΝΤ δεν είναι μόνο πρακτική που έχει αποδώσει, αλλά είναι θεμελιωμένη και στα σχετικά νομικά κείμενα» - Η εκπρόσωπος Σόιμπλε υπενθυμίζει ότι, με βάση τη συμφωνία του Eurogroup της 14ης Αυγούστου, η παρουσία του Ταμείου είναι «επιτακτική» - Deutsche Welle: Δεν αποκλείεται να επαναφέρει ο Σόιμπλε τη συζήτηση περί Grexit.  

«Κόβει» το Βερολίνο κάθε συζήτηση περί μη συμμετοχής του ΔΝΤ στο πρόγραμμα

Συνέχεια στην αντιπαράθεσή του με την Αθήνα για τη συμμετοχή του ΔΝΤ στο ελληνικό πρόγραμμα δίνει σήμερα το Βερολίνο, με δηλώσεις των εκπροσώπων της καγκελαρίας και του Βόλφγκανγκ Σόιμπλε. 

Συγκεκριμένα, ο Γερμανός κυβερνητικός εκπρόσωπος, Στέφεν Ζάιμπερτ, σε ερώτηση σχετικά με το αν το Βερολίνο θεωρεί τη συμμετοχή του Ταμείου στο τρίτο ελληνικό πρόγραμμα απολύτως απαραίτητη, απάντησε: «Η συμμετοχή του ΔΝΤ στο πρόγραμμα βοήθειας για την Ελλάδα δεν είναι μόνο πρακτική που έχει αποδώσει, αλλά είναι θεμελιωμένη και στα σχετικά νομικά κείμενα για το πρόγραμμα του ESM και στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως στη δήλωση του Eurogroup τον Αύγουστο, η οποία στηρίχθηκε και από το ΔΝΤ και από την Ελλάδα».

Από την πλευρά του γερμανικού υπουργείου Οικονομικών, η εκπρόσωπος, Φριντερίκε Φον Τισενχάουζεν, σε ερώτηση σχετικά με το αν οι χθεσινές δηλώσεις του Βόλφγκανγκ Σόιμπλε αποτελούσαν απειλή προς την ελληνική πλευρά, περιορίστηκε να επαναλάβει ότι «η θέση της κυβέρνησης είναι όπως έχει καταγραφεί στη δήλωση του Eurogroup στις 14 Αυγούστου -επιθυμούμε τη συμμετοχή του ΔΝΤ στο τρέχον πρόγραμμα».

Επισήμανε, δε, ότι στο σχετικό κείμενο αναφέρεται ο όρος "indispensable" (επιτακτική). «Άρα όλα είναι σαφή» σχολίασε με νόημα.

Σε ό,τι αφορά τις συνέπειες που θα είχε ενδεχόμενη απόφαση του ΔΝΤ να μην συμμετάσχει στο πρόγραμμα, η εκπρόσωπος του Βόλφγκανγκ Σόιμπλε παρέπεμψε στο χρονοδιάγραμμα και δήλωσε: «Βρισκόμαστε τώρα στην πρώτη δόση του προγράμματος βοήθειας. Πρέπει να δεχτούμε ότι δεν θα ολοκληρωθούν όλα αυτό το χρόνο, ώστε να ξεκινήσει η επίσημη διαδικασία αξιολόγησης, αλλά θα πάμε στον επόμενο χρόνο. Το ίδιο το ΔΝΤ έχει καταστήσει απολύτως σαφές ότι θα ανακοινώσει τότε, με αυτή την αξιολόγηση, την απόφασή του. Δεν θέλω να μπω σε εικασίες τώρα, ας περιμένουμε».

Αξίζει να σημειωθεί ότι, σύμφωνα με την Deutsche Welle, το Βερολίνο θεωρεί απαραίτητη τη συμμετοχή του Ταμείου όχι μόνο για αμιγώς οικονομικούς λόγους, αλλά επίσης -και για ορισμένους είναι ίσως ο σημαντικότερος λόγος- για την τεχνογνωσία του, για τις πιέσεις που ασκεί και την εμμονή του στην υλοποίηση των μεταρρυθμίσεων, σε αντίθεση, για παράδειγμα, με την Κομισιόν, που θεωρείται ο πιο «ελαστικός» και ευπροσάρμοστος κρίκος των Θεσμών.

Η Deutsche Welle παρατηρεί, επίσης, ότι, μετά την εμφανή προσπάθεια της Αθήνας να εκμεταλλευτεί το προσφυγικό, για να αποσπάσει «εκπτώσεις» στο πεδίο των μεταρρυθμίσεων, ήρθε η σειρά του Βερολίνου να αξιοποιήσει και πάλι το χαρτί της οικονομίας, προκειμένου να πιέσει την Ελλάδα να αναλάβει πιο ενεργό και αποτελεσματικό ρόλο στην αναχαίτιση των προσφυγικών ροών. 

Δεν αποκλείεται, μάλιστα, να επανέλθει οσονούπω ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών και στη συζήτηση περί Grexit.

 

Επικίνδυνη κόντρα ή μπλόφα η κρίση με το Βερολίνο;

Σε κάθε περίπτωση, η επιλογή της κυβέρνησης τις τελευταίες ημέρες να επιδιώξει τη μη συμμετοχή του Ταμείου στο τρίτο Μνημόνιο, παρά την αντίθετη άποψη της Γερμανίας, αλλά και με τη διοίκηση του ίδιου του ΔΝΤ να αφήνει τις δικές του αποφάσεις για αργότερα, προκαλεί τεράστια ερωτηματικά για τη στρατηγική και τις κινήσεις της Αθήνας. 

Με δεδομένο μάλιστα ότι το Μαξίμου διαμηνύει ότι είναι έτοιμο να συγκρουστεί με τους εταίρους και για το ασφαλιστικό, αφήνοντας να εννοηθεί ότι μπορεί να προβεί και σε μονομερή κατάθεση του σχετικού νομοσχεδίου, διαμορφώνεται ένα «πολεμικό» κλίμα με τους δανειστές, που είναι άγνωστο εάν αποσκοπεί σε μία ουσιαστική και ρεαλιστική αλλαγή των όρων που είχαν συμφωνηθεί από το καλοκαίρι, ή είναι απλώς επικοινωνιακές κροτίδες και αποπροσανατολιστικοί πολιτικοί ελιγμοί, εν είδει μπλόφας, για να περάσουν τα μέτρα, χωρίς ιδιαίτερο πολιτικό κόστος για την κυβέρνηση.

Όπως και να 'χει, πάντως, το πρώτο αποτέλεσμα είναι να έχει ενσκήψει και πάλι η αβεβαιότητα και το αίσθημα της αστάθειας πάνω από την ελληνική οικονομία, ενώ επανέκαμψαν, μετά την οργίλη αντίδραση του Βερολίνου, δια του κ. Σόιμπλε και οι απειλές για έξοδο από το ευρώ, με την κυβέρνηση να εμφανίζεται αυτή την ώρα μάλλον απαθής για τις επιπτώσεις, μία νέας αδιέξοδης κόντρας.

Αυτή δεν είναι η πρώτη φορά που υπάρχει σοβαρή κρίση ανάμεσα στην Αθήνα και το Βερολίνο για την συμμετοχή του ΔΝΤ στο λεγόμενο ελληνικό πρόγραμμα διάσωσης.

Είχε προηγηθεί η ανεπιτυχής προσπάθεια του Αντώνη Σαμαρά τον Σεπτέμβριο του 2014, να φύγει Ταμείο, που προσέκρουσε τότε στο «γερμανικό τείχος» και την ξερή άρνηση της ίδιας της Άνγκελας Μέρκελ. Είναι όμως η πρώτη φορά τώρα που φαίνεται ότι η ελληνική επιχείρηση έχει πολλά επιχειρήματα και κυρίως εξασφαλισμένα -τρόπον τινά- τα αναγκαία χρήματα για το υποστηρίξει: η κυβέρνηση θέλει να αξιοποιηθούν τα 19 δισ που «περίσσεψαν» από το δανειοδοτικό πρόγραμμα, εξαιτίας των χαμηλών αναγκών για την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών, ώστε να αντικατασταθεί το μέρος της συμμετοχής που θα είχε το ΔΝΤ στο τρίτο μνημόνιο και έτσι να μην χρειαστεί η παρουσία του.

Σημειωτέον ότι για τις τράπεζες είχε προσδιοριστεί ένα ποσό περί τα 25 δισ. ευρώ, από τα οποία όμως, εξαιτίας της μεγάλης συμμετοχής ιδιωτών στην ανακεφαλαιοποίηση, θα χρησιμοποιηθούν περί τα έξι δισ. ευρώ.

Με αυτό το διαπραγματευτικό όπλο η κυβέρνηση επιχειρεί μία μεγάλη ανατροπή, που θα αλλάξει τα δεδομένα στην εφαρμογή του μνημονίου. Ζητά να αναλάβει η Ευρώπη εξ ολοκλήρου όλο το πρόγραμμα -«ευρωπαϊκή λύση»- και το ΔΝΤ να παραμείνει όχι ως δανειοδότης, με ό,τι αυτό σημαίνει για τις απαιτήσεις που διατυπώνει, αλλά μόνο ως τεχνικός σύμβουλος, εφόσον οι Ευρωπαίοι επιθυμούν έστω μία κάποια παρουσία του.

Η κυβέρνηση θέλει να φύγει το ΔΝΤ και για πολιτικούς, επικοινωνιακούς λόγους -είναι προφανή τα πολιτικά κέρδη από μία τέτοια εξέλιξη- αλλά και για ουσιαστικούς, καθώς το Ταμείο είναι εκείνο που επιμένει συνήθως σε ακραίες εκδοχές εφαρμογής των μέτρων και όπως είπε μάλιστα ο Αλέξης Τσίπρας, «έχει παράλογες απαιτήσεις».

Πηγή: protothema.gr

Best of internet