Εκλογές στη Γερμανία: Η Μέρκελ και η απειλή της ακροδεξιάς

Στις κάλπες προσέρχονται σήμερα 61,8 εκατ. Γερμανοί για την εκλογική αναμέτρηση που πιθανότατα θα χαρίσει μία τέταρτη θητεία στην καγκελαρία στην Άνγκελα Μέρκελ και μία θέση στο κοινοβούλιο για πρώτη φορά εδώ και περισσότερα από 50 χρόνια στο ακροδεξιό κόμμα AfD.

Οι κάλπες άνοιξαν στις 08:00 (τοπική ώρα, 09:00 ώρα Ελλάδας) και κλείνουν στις 18:00, οπότε και θα ανακοινωθεί η πρώτη πρόβλεψη αποτελέσματος (exit poll).

Το συντηρητικό κόμμα της Άνγκελα Μερκελ, όπως τονίζει το Reuters, βρίσκεται σε καλό δρόμο -σύμφωνα και με τις τελευταίες δημοσκοπήσεις- να παραμείνει η μεγαλύτερη δύναμη στο κοινοβούλιο. Ωστόσο αυτή τη φορά η διαμόρφωση ενός κυβερνητικού σχεδιασμού αναμένεται δύσκολη. Με το ένα τρίτο σχεδόν των Γερμανών να μην έχουν αποφασίσει ακόμα τι θα ψηφίσουν, η Μέρκελ και ο βασικός ανταγωνιστής της Μάρτιν Σουλτς (SPD) απεύθυναν το Σάββατο έκκληση στους αναποφάσιστους να ψηφίσουν.

«Θέλουμε να ενισχύσουμε τα κίνητρά σας ώστε να φτάσουμε ακόμα σε πάρα πολλούς ανθρώπους», δήλωνε η 63χρονη καγκελάριος στο Βερολίνο, πριν μεταφερθεί προς τον βορρά και την εκλογική της περιφέρεια για τον τελικό γύρο της προεκλογικής της εκστρατείας. Το κόμμα της, οι Συντηρητικοί, στις περιφερειακές εκλογές που διεξήχθησαν πέρυσι, υπέστη πλήγμα από το ακροδεξιό κόμμα AfD το οποίο επωφελήθηκε από την απόφασή της καγκελαρίου το 2015 να ανοίξει τα σύνορα της χώρας και να δεχτεί πάνω από ένα εκατομμύριο μετανάστες.

Αυτές οι απώλειες ήταν που οδήγησαν την Μέρκελ, κόρη ενός πάστορα που μεγάλωσε στην κομμουνιστική Ανατολική Γερμανία, να σκεφτεί αν θα έπρεπε να διεκδικήσει μία ακόμα θητεία. Παρόλα αυτά, καταφέρνοντας να θέσει το μεταναστευτικό ζήτημα υπό έλεγχο, ανέκαμψε και έθεσε σε λειτουργία τον προεκλογικό της αγώνα παρουσιάζοντας τον εαυτό της ως άγκυρα σταθερότητας σε έναν αβέβαιο κόσμο.

Οπως σχολιάζει το Reuters, η Μέρκελ ξεκίνησε την προεκλογική της εκστρατεία με μία σειρά από νέες δεσμεύσεις: την αποφασιστικότητά της να ανασχεδιάσει την οικονομία για την ψηφιακή εποχή, να αντιμετωπίσει τις μελλοντικές μεταναστευτικές κρίσεις και να υπερασπιστεί μια δυτική τάξη που κλονίστηκε από την αμερικανική εκλογική νίκη του Ντόναλντ Τραμπ τον περασμένο Νοέμβριο.

«Νεκροθάφτες της δημοκρατίας»

Τόσο η Μέρκελ όσο και ο Σουλτς ανησυχούν ότι η χαμηλή προσέλευση θα μπορούσε να λειτουργήσει υπέρ των μικρότερων κομμάτων, ιδίως του AfD το οποίο αναμένεται να εισέλθει για πρώτη φορά στο γερμανικό κοινοβούλιο. Την Παρασκευή μάλιστα ο Σουλτς περιέγραψε το AfD ως τους «νεκροθάφτες της δημοκρατίας».

Δημοσκόπηση της INSA που δημοσίευσε η εφημερίδα Bild το Σάββατο έδειξε συρρικνωτική υποστήριξη για τους συντηρητικούς της Μέρκελ, οι οποίοι έπεσαν δύο εκατοστιαίες μονάδες στο 34%, και πτώση και για το SPD κατά μία μονάδα,στο 21% , αποτέλεσμα το οποίο εντάσσει και τα δύο κόμματα σε ένα δύσκολο «μεγάλο συνασπισμό».

Αντίθετα, το αντιμεταναστευτικό AfD σημείωσε άνοδο κατά δύο μονάδες φτάνοντας στο 13%, αποτέλεσμα το οποίο όπως έδειξε η δημοσκόπηση θα το έκανε το τρίτο μεγαλύτερο κόμμα.

Πάντως, αν η Μέρκελ καταφέρει να κερδίσει μια τέταρτη θητεία θα γίνει η τρίτη καγκελάριος της χώρας που κερδίζει τέσσερις εθνικές εκλογές μετά τον μέντορά της Χέλμουτ Κολ που επανένωσε την Γερμανία και τον Κόνραντ Αντενάουερ που οδήγησε τη Γερμανία στην αναγέννηση μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Από την άλλη, η αναμενόμενη είσοδος του AfD στο εθνικό κοινοβούλιο θα αποτελέσει την αρχή μιας νέας εποχής στη γερμανική πολιτική που θα φέρει μία πιο έντονη συζήτηση και μία απόκλιση από τη σταθερά βασισμένη στην κοινή προσέγγιση που χαρακτήρισε την μεταπολεμική περίοδο της χώρας.

Η δημιουργίας ενός συνασπισμού μετά τις εκλογές θα είναι μια επίπονη διαδικασία που θα μπορούσε να διαρκέσει μήνες, καθώς όλοι οι δυνητικοί εταίροι δεν είναι σίγουροι εάν θέλουν πραγματικά να μοιραστούν την εξουσία με τη Μέρκελ. Επίσης, όλα τα μεγάλα κόμματα αρνούνται να συνεργαστούν με την AfD.

Έτσι, τα αποτελέσματα που θα προκύψουν από τις κάλπες πιθανότατα θα ωθήσουν την Μέρκελ είτε να ανανεώσει τον μεγάλο συνασπισμό με το SPD είτε να επιλέξει μια τριμερή συμμαχία με τους Ελεύθερους Δημοκράτες (FDP) και τους Πράσινους.

Οι πιθανοί συνασπισμοί και τι θα σημαίνουν για την Ελλάδα

Πολυσυζητημένος είναι ο λεγόμενος συνδυασμός Τζαμάικα (από τα χρώματα της σημαίας της, το μαύρο, το πράσινο και το κίτρινο τα οποία αντιστοιχούν στο CDU, τους Πράσινους και το FDP). Τέτοιoς συνασπισμός δεν έχει υπάρξει σε ομοσπονδιακό επίπεδο και είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς πως θα συνδυαστούν οι απόψεις τους για την Ελλάδα. Και τούτο διότι οι μεν Φιλελεύθεροι είναι υπέρ της σκληρής στάσης που φτάνει μέχρι τις συμβουλές να βγει από την ευρωζώνη για το καλό της, οι δε Χριστιανοδημοκράτες δεν συζητούν πλέον το θέμα καθόλου όπως φυσικά και οι Πράσινοι.

Πάντως, ο Ελμαρ Μπροκ, πολύπειρος και αρχαιότερος χριστιανοδημοκράτης ευρωβουλευτής, απέκλεισε (σε συνέντευξή του στο ΑΠΕ-ΜΠΕ) κάθε συζήτηση γύρω από το θέμα αυτό, ενώ άλλοι συνάδελφοί τους λένε απλώς ότι οι Φιλελεύθεροι θα πειστούν να μην επιμείνουν. Ίσως και να έχουν δίκαιο διότι απλώς το FDP θέλει προεκλογικά να αλιεύσει ψήφους. Αλλά και στο θέμα της ελάφρυνσης του χρέους οι απόψεις των τριών αυτών εν δυνάμει εταίρων διίστανται, αφού οι Πράσινοι είναι υπέρ, οι Χριστιανοδημοκράτες και ο κ. Σόιμπλε παραπέμπουν την εξέτασή του για την, μετά τη λήξη του ελληνικού προγράμματος βοήθειας, εποχή.

Για τους Φιλελεύθερους ούτε λόγος να γίνεται φυσικά. Αντίβαρο θα αποτελούσε βέβαια η παρουσία των Πρασίνων στην κυβέρνηση και αυτό θα λειτουργούσε υπέρ της Ελλάδας. Αν αναλογιστεί όμως κανείς ότι οι διαφορές τους σε άλλα θέματα, όπως είναι το προσφυγικό και το κλίμα , είναι μεγάλες, η συνύπαρξή τους μοιάζει μάλλον δύσκολη. Φιλελεύθεροι και Πράσινοι συμφωνούν απολύτως σε ένα πράγμα, προεκλογικά τουλάχιστον: ότι δεν μπορούν να φανταστούν ένα συνασπισμό «Τζαμάικα». Οι αριθμοί που προκύπτουν από τις μέχρι τώρα δημοσκοπήσεις συνηγορούν πάντως υπέρ του τρικομματικού αυτού σεναρίου.

Λιγότερες δυσκολίες για τον σχηματισμό κυβέρνησης θα είχε το σχήμα Χριστιανοδημοκράτες-Φιλελεύθεροι καθότι είναι ιδεολογικά συγγενέστεροι. O Kρίστιαν Λίντνερ όμως, ο πρόεδρος του FDP, προτίθεται να διεκδικήσει για το κόμμα του το υπουργείο Οικονομικών προκειμένου να γίνουν οι αλλαγές που επαγγέλλεται. Κάτι τέτοιο όμως προϋποθέτει την -μάλλον απίθανη- απομάκρυνση του δημοφιλέστατου και ισχυρότατου κ. Σόιμπλε. Εκτός αν και η κ. Μέρκελ βρει την ευκαιρία να τον θυσιάσει. Ο κ. Σόιμπλε όμως δηλώνει -και είναι- νομιμόφρων παρά τις διαφωνίες που μπορεί να έχει κατά καιρούς με την καγκελάριο. Ένας υπουργός Οικονομικών από τις τάξεις των Φιλελευθέρων θα της είναι όμως (και) στα θέματα που απασχολούν την Ελλάδα; Εξάλλου ο νυν υπουργός Οικονομικών είναι ο καταλληλότερος για να κάνει τις όποιες υποχωρήσεις στον κ. Μακρόν, αφού οι Γερμανοί του έχουν εμπιστοσύνη.

Στην -πιθανότερη- περίπτωση που παραμείνει ο πρώτος, η Ελλάδα θα έχει να αντιμετωπίσει την άκαμπτη, αλλά γνωστή στάση του. Στην δεύτερη, η σκλήρυνσή της μάλλον θα πρέπει να θεωρείται πιθανή, αφού θα συνεπικουρείται και από τους -συντηρητικότερους της κ. Μέρκελ- Βαυαρούς Χριστιανοκοινωνιστές του CSU. Θα θελήσει όμως η καγκελάριος Μέρκελ να συνασπιστεί με ένα εταίρο ο οποίος φέρεται αποφασισμένος να επιβάλει σκληρές οικονομικές απόψεις και σε ευρωπαϊκό επίπεδο, αφού απορρίπτει τις προτάσεις Μακρόν; Για το σενάριο αυτό πάντως τα ποσοστά που προκύπτουν από τις δημοσκοπήσεις φαίνεται πως δεν αρκούν.

Όπως και για το σενάριο της συνεργασίας Χριστιανοδημοκρατών- Πρασίνων. Στην περίπτωση όμως αυτή, η νέα γερμανική κυβέρνηση, ιδίως ο κ. Σόιμπλε, πιεζόμενη από τους Πράσινους θα λειάνει τις θέσεις της απέναντι στην Ελλάδα. Όμως το βαυαρικό CSU δύσκολα θα δεχόταν να συγκυβερνήσει με τους Πράσινους έστω και αν συμπροεδρεύουν του κόμματος οι λεγόμενοι ρεαλιστές (η Κάτριν Γκέρινγκ-Εκαρντ και ο Τσεμ Εζντεμιρ). Ιδιαίτερα ευνοϊκή θα ήταν βέβαια για την Ελλάδα η ανάληψη του υπουργείου Οικονομικών από τους Πράσινους, οι οποίοι, όπως και το FDP, θα το βάλουν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων.

Απομένει ένα ακόμα σενάριο, αφού τόσο ο κοκκινο-κοκκινο-πράσινος συνασπισμός όπως και ο σχηματισμός κυβέρνησης υπό τους Σοσιαλδημοκράτες (SPD) με τους Φιλελεύθερους (FDP) και τους Πράσινους (Die Gruenen) αποκλείεται από τα μέχρι σήμερα δημοσκοπικά ευρήματα: το σενάριο της συνέχισης του σημερινού «μεγάλου συνασπισμού» μεταξύ Χριστιανοδημοκρατών-Σοσιαλδημοκρατών. Και ο πιο αδιάφορος Γερμανός πολίτης θα έχει διαπιστώσει ότι κανένα από τα δύο αυτά κόμματα, ούτε καν το SPD για ψηφοθηρικούς έστω λόγους, δεν τον αποκλείει. Δεν ήταν και τόσο άσχημος λένε μάλιστα κατ΄ιδίαν υψηλόβαθμα στελέχη και των δύο κομμάτων. Η περίπτωση αυτή μας είναι γνωστή. Η Ελλάδα θα έχει ένα ισχυρό συμπαραστάτη εντός της κυβέρνησης -αλλά και στην Ευρώπη- για την ελάφρυνση του χρέους και την χαλάρωση της πολιτικής λιτότητας και των περικοπών, ο οποίος θα αποτελεί αντίβαρο στον κ. Σόιμπλε, εάν φυσικά παραμείνει υπουργός Οικονομικών, αφού το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα είναι πολύ πιθανόν να διεκδικήσει το υπουργείο του. Αν τα πράγματα γίνουν έτσι η μεν κ. Μέρκελ θα έχει μια σοβαρή δικαιολογία να μετακινήσει τον κ. Σόιμπλε χωρίς να διακινδυνεύει και την ευρωπαϊκή της πολιτική, όπως θα συνέβαινε με το FDP, το δε SPD θα μπορέσει να επιβάλει ορισμένα μέτρα κοινωνικής δικαιοσύνης που επαγγέλλεται ώστε να μην καταποντιστεί πολιτικά. Το σενάριο αυτό μπορεί να είναι και η τελευταία επιλογή μετά από τις διαπραγματεύσεις μεταξύ των κομμάτων. Ή και η πρώτη, ιδίως εάν το ακροδεξιό AfD έχει υψηλό ποσοστό και ως τρίτο κόμμα είναι αξιωματική αντιπολίτευση, αφού η συνέχιση της συνεργασίας των νυν εταίρων θα είναι πλέον θέμα επιτακτικής δημοκρατικής ανάγκης και έτσι θα γίνει ευκολότερα αποδεκτή από τους σοσιαλδημοκράτες εντός και εκτός του κόμματος.

Η πίεση πάντως ενός -ενδεχομένως- ισxυρού AfD, έστω και από την αντιπολίτευση, ίσως να έχει καταλυτική σημασία ως προς την στάση που θα τηρήσουν οι συντηρητικοί κυβερνητικοί εταίροι στο θέμα της Ελλάδας, αφού θα πιέζουν από δεξιά την κ. Μέρκελ, το κόμμα της οποίας θα φοβάται διαρροές προς το AfD.

Ποιοι έχουν δικαίωμα ψήφου

Στις φετινές εκλογές έχουν δικαίωμα ψήφου 400.000 λιγότεροι πολίτες από ό,τι το 2013, ενώ τρία εκατομμύρια Γερμανοί θα ψηφίσουν για πρώτη φορά. Από τα 18,6 εκατομμύρια άτομα με καταγωγή από το εξωτερικό, δικαίωμα ψήφου έχουν τα 6,1 εκατομμύρια, εκ των οποίων 1,5 εκατομμύριο Γερμανορώσοι και 1,3 εκατομμύριο Γερμανοτούρκοι. Οι Έλληνες κάτοχοι γερμανικής υπηκοότητας είναι περίπου 60.000, δεν είναι ωστόσο γνωστό πόσοι από αυτούς είναι άνω των 18 ώστε να έχουν δικαίωμα ψήφου.

Το κόστος των εκλογών

Σε ό,τι αφορά το κόστος των εκλογών, το υπουργείο Εσωτερικών υπολογίζει ότι μπορεί να φτάσει έως και τα 92 εκατομμύρια ευρώ. Από αυτά, τα 16 εκατομμύρια διατίθενται για έξοδα των εθελοντών εκλογικών βοηθών και των μελών των εκλογικών επιτροπών που λαμβάνουν 25 και 35 ευρώ αντίστοιχα.

Τα ίδια τα κόμματα δαπανούν κατά την διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας μεγάλα ποσά, που προέρχονται από το κράτος, συνδρομές μελών και απευθείας δωρεές. Το γεγονός ότι είναι υποχρεωμένα να δηλώνουν μόνο τις δωρεές άνω των 50.000 ευρώ έχει κατά καιρούς σχολιαστεί αρνητικά. Σε αυτές τις εκλογές πάντως, οι Χριστιανοδημοκράτες (CDU) ξόδεψαν 20 εκατομμύρια, οι Χριστιανοκοινωνιστές (CSU) εταίροι τους εννέα, οι Σοσιαλδημοκράτες (SPD) 24, η Αριστερά 6,5, οι Πράσινοι 5,5 και οι Φιλελεύθεροι (FDP) 5. Η Εναλλακτική για την Γερμανία δεν έχει ακόμη δηλώσει τα οικονομικά της στοιχεία, ωστόσο η προεκλογική της καμπάνια εκτιμάται ως ιδιαίτερα ακριβή, με την πηγή των εσόδων να παραμένει άδηλη.

Τα κόμματα

Τα κόμματα τα οποία συμμετέχουν στις σημερινές εκλογές είναι συνολικά 42 και οι υποψήφιοι 4.828. Από αυτούς μόλις οι 1.400 είναι γυναίκες, ενώ διαχρονικά οι γυναίκες, αν και είναι περισσότερες στο εκλογικό σώμα, έχουν υψηλότερα ποσοστά αποχής. Προκειμένου αυτή η στάση να αλλάξει, 23 γυναικεία περιοδικά οργάνωσαν καμπάνια στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, με τον τίτλο #GERWOMANY, μέσω της οποίας προσπάθησαν να πείσουν τις γυναίκες να ψηφίσουν και να μην επιτρέψουν στις λαϊκιστικές δυνάμεις να ενισχυθούν.

Το Γερμανικό Ομοσπονδιακό Κοινοβούλιο απαρτίζεται από το λιγότερο 598 βουλευτές. Λόγω όμως ενός περίπλοκου - και ιδιαίτερα αντιπροσωπευτικού - συστήματος, ο αριθμός τους μπορεί να αυξηθεί αρκετά. Στην απερχόμενη Βουλή συμμετείχαν 630 βουλευτές, ενώ οι σημερινές εκλογές εκτιμάται ότι θα αναδείξουν ακόμη περισσότερους, καθώς το όριο του 5% για την είσοδο στην Μπούντεσταγκ αναμένεται να περάσουν περισσότερα κόμματα.

Πηγή: iefimerida.gr 

Best of internet