Καταδικάστηκε σε 5 χρόνια φυλακή επειδή χτυπούσε τον άντρα της (pics)

Η πρώην σύντροφός του καταδικάστηκε σε 5 χρόνια φυλάκιση, την περασμένη Παρασκευή. Το θύμα της, ο 39χρονος σήμερα Maxime Gaget, σκλάβος, έγκλειστος, υπέστη βασανιστήρια στα χέρια της και ταπεινώσεις, για πάνω από ένα χρόνο. Το 2015 εξέδωσε την περιπέτειά του σε βιβλίο με τίτλο «Η σύντροφός μου, ο δεσμοφύλακάς μου».

Καταδικάστηκε σε 5 χρόνια φυλακή επειδή χτυπούσε τον άντρα της (pics)

Τον χτυπούσε και τον ταπείνωνε. Το δικαστήριο του Παρισιού καταδίκασε την περασμένη Παρασκευή, την Zakia Medkour, 45 ετών, σε πενταετή φυλάκιση, με το αιτολογικό της βίαιης μεταχείρισης του κατά 10 χρόνια νεότερού της συντρόφου Maxime Gaget.
Στο βιβλίο του ο νεαρός άντρας δεν αποκαλεί ποτέ την πρώην σύντροφό του με το όνομά της. Την αποκαλεί «δεσμοφύλακα», «βασανιστή», «αντίπαλο», ενώ για λόγους μυθιστορηματικούς την ονόμασε Νάντια.


Συναντήθηκαν το 2007, μέσω ίντερνετ, όταν εκείνος ήταν 29 ετών. Είχε περάσει μια ερωτική απογοήτευση και ήταν ανύπαντρος. Καλωσυνάτος, σταθερός, αρκετά πειθαρχημένος, θέλει να φτιάξει τη ζωή του. Η «Νάντια» ήταν αρκετά χυδαία, είχε κάπως χυδαίους τρόπους και μιλούσε λίγο σαν ψαράς στην αγορά. «Ηταν σαν τον  Mike Tyson με περούκα», λέει ο Maxime.


Παρά τα προβλήματα, νιώθει για εκείνη μια περίεργη έλξη, ανεξήγητη. «Τα ρούχα δεν κάνουν τον παπά», είπε στον εαυτό του. Η ιστορία έρωτα ξεκινάει, ο Maxime είναι ενθουσιασμένος και αποκτά το πτυχίο του στην πληροφορική. Η Νάντια τον πιέζει να μείνει μαζί της, με τα δύο παιδιά της.

Βρίσκει μια δουλειά και εγκαθίσταται στο σπίτι της, ένα διαμέρισμα 30 τετραγωνικών για όλους. Το πρώτο βράδυ που εγκαταστάθηκε στο σπίτι της, η Νάντια τον αγκαλιάζει σεξουαλικά, μπροστά στα παιδιά της και εκείνος σοκάρεται. «Σοκαρίστηκα τόσο που δεν μπόρεσα να κάνω τίποτα».

Ο χρόνος τρέχει, το ίδιο και οι ανάγκες, ο Maxime αναγκάζεται να θρέφει όλη την οικογένεια. Η Νάντια είναι ξέφρενη καταναλώτρια και πληρώνει τα πάντα με την δική του τραπεζική κάρτα. Οταν εκείνος παραπονείται του απαντά «Μα τι θα τα κάνεις;». Του παίρνει την ταυτότητα, του παίρνει το λάπτοπ και μένει στο σπίτι, άνεργη.


Μια ημέρα της 31ης Δεκεμβρίου 2007, μετά από κάμποσα ποτηράκια, η Νάντια εκνευρίζεται. Ορμάει στον Maxime, τον χαστουκίζει και σκίζει το πουκάμισό του. Ο Maxime δεν χτυπάει γυναίκες, παραμένει στωικός. Τα παιδιά παρακολουθούν τη σκηνή. Τα ίδια επαναλαμβάνονται στις 13 Ιανουαρίου αλλά και αργότερα, όταν η Νάντια γίνεται έξαλλη γιατί δεν της χάρισε το δαχτυλίδι που ήθελε για του Αγίου Βαλεντίνου.

Η Νάντια αποφασίζει λοιπόν να τον τιμωρήσει και του κόβει κάθε επαφή με τον έξω κόσμο. Δεν μπορεί να μιλήσει με τους γονείς του, του παρακολουθεί όλα τα μέηλ, στέλνει βρισιές στους φίλους του και στην οικογένειά του και καταστρέφει το κινητό του τηλέφωνο.

Ο Maxime μπαίνει στον δρόμο της μη επιστροφής. Η Νάντια σπάει τα γυαλιά του, τον αναγκάζει να πηγαίνει και να φέρνει τα παιδιά από το σχολείο. Του δίνει μόνο 4 ευρώ για να τρώει. Αλλά, οι καθυστερήσεις του, οι απουσίες του και το άσχημο παρουσιαστικό του στοιχίζουν τη δουλειά του. Τότε ξεκινάει ο εφιάλτης. Ασχολείται με τα παιδιά, τις δουλειές του σπιτιού, κάνει τα ψώνια. Ο Maxime είναι αναγκασμένος να κοιμάται σε ένα χαλάκι στο χολ και σκεπάζεται με το μπουφάν του. Δεν έχει δικαίωμα να πηγαίνει στο ντους και στην τουαλέτα. Εκείνη τον αναγκάζει να κάνει παγωμένα ή καυτά ντους. Καίει ένα μαχαίρι στην κουζίνα και του ξεκολλάει το δέρμα.


Μια άλλη μέρα τον χτυπάει με το σκουπόξυλο ή κάνει τραμπολίνο στην κοιλιά του. Τον ποτίζει χλωρίνη, εκείνη τον απειλεί με μαχαίρι 20 εκατοστών. Τα παιδιά παρακολουθούν τα πάντα και εκλιπαρούν τη μητέρα τους να σταματήσει.
Γιατί ο Maxime δεν έφυγε; Δεν έχουν παιδιά, δεν είναι παντρεμένοι, δεν είναι ερωτευμένοι. Θα αρκούσε να δηλώσει ότι έχασε τα χαρτιά του ή να τηλεφωνήσει στους γονείς του για να έρθουν να τον πάρουν. Εξάλλου, όλα αυτά έγιναν το 2015, στη Γαλλία, χώρα της ελευθερίας. Μπορεί ένας άνθρωπος να είναι σκλάβος ενός άλλου, στην καρδιά του Παρισιού, αθέατος από όλους, και χωρίς διέξοδο;

Ωστόσο, ο Maxime μένει, είναι νεκρός από τον φόβο. «Εμεινα γιατί φοβόμουν ότι θα χτυπούσε τα παιδιά αντί για μένα», γράφει. «Μια φορά χτύπησε την κόρη της και το παιδί είχε χάσει την όραση για είκοσι λεπτά, αναγκάστηκα να καθαρίσω τα αίματα στο πάτωμα».
«Η σύντροφός μου με είχε απειλήσει ότι είχε σχέσεις με την αστυνομία και ότι αν μιλούσα σε κανέναν θα με κατηγορούσε για παιδοφιλία».

Τον Ιανουάριο του 2009 ο Maxime φτάνει στο νοσοκομείο με το πρόσωπο τραυματισμένο, μέσα στα αίματα, Τον εγχειρίζουν και νιώθει ανακούφιση στο νοσοκομείο. Προσπαθεί να μιλήσει έμμεσα στη νοσοκόμα, αλλά δεν βγαίνει τίποτα. «Αν μια γυναίκα που την χτυπάνε μιλήσει, θα προκαλέσει συμπάθεια. Εγώ πώς να το πω;».


Βγαίνοντας από το νοσοκομείο, ο Maxime επιστρέφει στην Νάντια, σαν σκλάβος. Η μόνη του στιγμή ικανοποίησης είναι όταν η μητέρα της Νάντια του φέρνει κονσέρβες για να φάει. Τα παιδιά είναι μαζί του, κάποια βιβλία του προσφέρουν μερικές στιγμές ξενοιασιάς. Ο Maxime ζει μέσα στο κεφάλι του, δεν μπορεί και δεν θέλει να μιλήσει σε κανέναν. Μερικές φορές η Νάντια καλεί άλλους άντρες για φαγητό και τον παρουσιάζει ως «έναν φίλο της οικογένειας που περνάει μια δύσκολη στιγμή».

Οι γείτονες δεν ασχολούνται μαζί του, οι μαγαζάτορες στη γειτονιά δεν θέτουν ερωτήσεις. Μετά από έναν ολόκληρο χρόνο, ο Maxime δεν ξέρει πια ποιός είναι. «Θυμόμουν το όνομά μου, το επίθετό μου, την ημερομηνία γέννησης. Αλλά τίποτα άλλο. Ενα ζόμπι θα ήταν πιο ζωνταντό από μένα. Σκέφτηκα να αυτοκτονήσω».

Η απελευθέρωσή του ήρθε, απρόσμενα, από την οικογένεια της Νάντια. Αφού εκείνη τον χτύπησε μια μέρα, τα δίδυμα παιδιά της του είπαν: «Ο θείος μου θέλει να σε φωτογραφήσει και να το στείλει στην οικογένειά σου». Την άλλη μέρα ο Maxime βγαίνει για τα καθημερινά ψώνια και ο θείος τον φωτογραφίζει βιαστικά στο δρόμο.

Ο θείος δεν έστειλε τη φωτογραφία, αλλά τηλεφώνησε απευθείας στους γονείς του. Η οικογένεια του Maxime έφτιαξαν αμέσως μια ομάδα «κομάντο» για να έρθουν στο Παρίσι να τον αναζητήσουν, με τη βοήθεια της αστυνομίας. Την άλλη μέρα το πρωί δύο αστυνομικοί παρουσιάζονται στο διαμέρισμα και τον βρίσκουν.

Ο Maxime επέστρεψε στην οικογένειά του στην πόλη Ανγκουλέμ, τον Μάρτιο του 2009 και μπήκε κατευθείαν στο νοσοκομείο. Τον εγχείρισαν στη μύτη, στα αυτιά, στο μάτι. Ορισμένα σημάδια δεν έφυγαν ποτέ από πάνω του, στο φρύδι του έχει ακόμη σημάδια.

«Αυτή τη στιγμή που μιλάμε, άνδρες υφίστανται μαρτύρια, τους χτυπούν. Περίπου ένας άνδρας πεθαίνει κάθε 13 ημέρες από χτυπήματα της συντρόφου ή συζύγου του», δηλώνει ο Maxime, ο οποίος επικαλείται του Εθνικού Παρατηρητηρίου Εγκληματικότητας. Ο Maxime υπέβαλε μήνυση κατά της συντρόφου του, και κέρδισε.

Πεντέμιση χρόνια αργότερα, ο Maxime εξέδωσε το βιβλίο του και διάβασε πολύ. Κατανόησε ότι δεν ήταν μια μεμονωμένη περίπτωση, αλλά ένα ταμπού. Εδώ και έξι χρόνια δεν εργάζεται και ζει στους γονείς του. Είχε στο μεταξύ δύο ιστορίες αγάπης, αλλά δεν κατέληξαν πουθενά.
Ο Maxime γνωρίζει, μετά την δημοσίευση του βιβλίου, ότι θα του προσάψουν πως «δεν είναι ένας πραγματικός άνδρας» και θα ακούσει ότι ένας πραγματικός άνδρας ξέρει να υπερασπιστεί τον εαυτό του. «Εχω μια διαφορετική άποψη για την αρρενωπότητα. Ενας άνδρας δεν είναι ένα σύνολο τεστοστερόνης. Είναι ένα ανθρώπινο ον, μπορεί να κάνει λάθη, να έχει αδυναμίες, φόβους, αμφιβολίες. Οπως και μια γυναίκα», γράφει.

Πηγή: iefimerida.gr

Best of internet