Σινέ «Νοσταλγία»: Ανέκδοτα περιστατικά του παλιού ελληνικού κινηματογράφου

Το Σινέ «Νοσταλγία» ήρθε στο Gazzetta Plus με σκοπό να σας ξεναγεί κάθε εβδομάδα στις πιο αγαπημένες στιγμές του ελληνικού κινηματογράφου! To ταξίδι στις πιο αγαπημένες ελληνικές ταινίες, που έχουν «ντύσει» όλες μας τις αναμνήσεις συνεχίζεται...                        

Σινέ «Νοσταλγία»: Ανέκδοτα περιστατικά του παλιού ελληνικού κινηματογράφου

ME THN EΥΓΕΝΙΚΗ ΧΟΡΗΓΙΑ ΤΗΣ Bergmann Kord

Το τέλος του Αυλωνίτη από την Finos Film και η προτροπή προς τον Βουτσά να γίνει... τραπεζικός υπάλληλος

Ήταν η τελευταία ταινία του Βασίλη Αυλωνίτη με την Finos Film κι αυτό και μόνο το γεγονός αρκεί ώστε να ανατρέξει κανείς στο ιστορικό της ταινίας «Ένα έξυπνο έξυπνο μούτρο», η οποία γυρίστηκε προς το τέλος του 1964 και έκανε πρεμιέρα στους κινηματογράφους στις 28 Φεβρουαρίου του 1965. Υπάρχει όμως κι άλλο ένα στοιχείο που αξίζει να αναφερθεί και το οποίο αφορά στον Γιάννη Δαλιανίδη, ο οποίος ενώ ήταν ο σκηνοθέτης της ταινίας, δεν την υπέγραψε ποτέ και στους τίτλους της εμφανίζεται ως σκηνοθέτης ένας από τους μοντέρ της Finos Film, ο Ανδρέας Ανδρεαδάκης. O λόγος; Καθαρά φορολογικός, αφού εκείνη τη σεζόν ο Δαλιανίδης είχε σκηνοθετήσει πολλές ταινίες και δεν ήθελε να εμφανιστεί σε μια ακόμα. Ναι, γίνονταν και τότε αυτά. Εκτός από τον Αυλωνίτη, στην ταινία πρωταγωνιστούσαν ο Κώστας Βουτσάς – σε μεγάλα κέφια -, αλλά και ο σπουδαίος Νίκος Ρίζος. Η ταινία βασίζεται στο θεατρικό έργο των Τσιφόρου-Βασιλειάδη "Ο Τηλέμαχος τρύπωσε", που είχε ανεβάσει στο θέατρο ο θίασος Αυλωνίτης - Βασιλειάδου - Ρίζος, ο οποίος συνεργάστηκε με τον δημοφιλέστατο πρωταγωνιστή εκείνης της εποχής, Κώστα Χατζηχρήστο. Όπως δε μας ενημερώνει η Finos Film, σε αυτή την κινηματογραφική μεταφορά, το ρόλο της Βασιλειάδου υποδύεται η Νανά Σκιαδά και το ρόλο του Χατζηχρήστου ο Κώστας Βουτσάς.

Όσο για την υπόθεση, αυτή αφορούσε δύο συνεταίρους μιας φαρμακοβιομηχανίας, τον Ιορδάνη (Νίκος Ρίζος) και τον Πότη (Βασίλης Αυλωνίτης), οι οποίοι είναι αρκετά «ζωηροί» ερωτικά. Ο Πότης είναι μέγας γυναικάς, γιατί αν και αρραβωνιασμένος με τη βασική χρηματοδότρια της επιχείρησης, Αμαλία, δεν διστάζει να την απατά με την καλλίγραμμη Νανά, την οποία και συντηρεί. Κάποια στιγμή, ένας φιλόδοξος νεαρός, ο Τηλέμαχος (Κώστας Βουτσάς), αντιλαμβάνεται την απιστία και απειλεί ότι θα τα αποκαλύψει όλα στην Αμαλία. Έτσι, προσλαμβάνεται στην εταιρεία και ξεκινάνε τα μπερδέματα. Η ταινία στην πρώτη προβολή της έκοψε 270.054 εισιτήρια και ήρθε 15η σε εισπράξεις ανάμεσα σε 93 ταινίες της σεζόν 1964-65.

Για τον Κώστα Βουτσά, η ταινία «Ένα έξυπνο έξυπνο μούτρο» είναι από τις πιο αγαπημένες του, όπως είχε πει κάποτε σε μια συνέντευξή του. Και η δήλωση αυτή αποκτά μεγαλύτερη αξία, αφού όλοι καταλαβαίνουμε πόσο δύσκολο είναι για έναν ηθοποιό να ξεχωρίζει δουλειές του. Η ατάκα του «Δεσποινίς Αμαλίαααα», που φωνάζει μιλώντας με την Αμαλία (Νανά Σκιαδά) έμεινε ιστορική. Για τον Κώστα Βουτσά πολλά θα μπορούσε να γράψει κανείς, όλοι γνωρίζουν από πρώτο χέρι το σπουδαίο ταλέντο του, ωστόσο δεν μπορεί να μην απορήσει εάν σκεφθεί ότι ο ηθοποιός αυτός όταν ήρθε στην Αθήνα για να περάσει από εξετάσεις και να αποκτήσει άδεια εξασκήσεως επαγγέλματος....απορρίφθηκε δύο φορές από την αρμόδια επιτροπή και πέρασε με την τρίτη. Μάλιστα, ο ίδιος είχε πει κάποτε ότι ένα από τα μέλη της επιτροπής αξιολόγησης του είχε πει ότι δεν έκανε για ηθοποιός και καλύτερα θα ήταν να ασχοληθεί με κάτι άλλο, π.χ. να γίνει τραπεζικός υπάλληλος. 

Μιλώντας για τον Βουτσά, θα είχε ενδιαφέρον να γνωρίζει κανείς ότι το πραγματικό όνομα της οικογένειάς του ήταν Σαββόπουλος. Το επώνυμο Βουτσάς τον πήρε από τον παππού του, ο οποίος ήταν βαρελοποιός και έφτιαχνε βαρέλια που τα έλεγαν «βουτσιά». Και κάπως έτσι καθιερώθηκε το επίθετο Βουτσάς. Μάλιστα στο ξεκίνημα της καριέρας του, του είχαν προτείνει να αλλάξει το επίθετό του σε Βέσελης, αλλά ο ίδιος αρνήθηκε. Μεγάλο ενδιαφέρον έχει και η πρώτη του επαφή με την υποκριτική. Σε μια προπόνηση που έκανε με τον ΒΑΟ στην Μηχανιώνα, στο πλαίσιο μιας κατασκηνωτικής περιόδου στην οποία συμμετείχε, άκουσε από απέναντι μια πρόβα ενός θεατρικού σκετς και σχολίασε αρνητικά ένα παιδάκι που προσπαθούσε να υποδυθεί τον μεθυσμένο, αλλά δεν το έκανε καλά. Τότε ο προπονητής του εκνευρίστηκε με το σχόλιο και του είπε να μην σχολιάζει αρνητικά και αν μπορεί, να κάνει αυτός τον μεθυσμένο, καλύτερα. Τότε ο Βουτσάς δεν δίστασε και το έκανε. Με μεγάλη επιτυχία μάλιστα, αφού τα γέλια των συναθλητών του ήταν έντονα. Ακόμα και του προπονητή του...

Ο κυκλοθυμικός χαρακτήρας του Εξαρχάκου και η αποκάλυψη δραματικής ερμηνείας του στην ταινία «Αυτοί που μίλησαν με τον θάνατο»

Αποτέλεσε μια σπουδαία ταινία όχι μόνο εξαιτίας του σεναρίου, της σκηνοθεσίας, της μουσικής και των σπουδαίων ηθοποιών που συμμετείχαν σε αυτή, αλλά κυρίως διότι «θυμίζει τόσο ρεαλιστικά σε όλους τους Έλληνες τα όσα έζησαν στην κατοχή», όπως έχει πει η Ροζίτα Σώκου. Μιλάμε φυσικά για την ταινία με τίτλο «Αυτοί που μίλησαν με τον θάνατο», παραγωγής Finos Film, σεναρίου και σκηνοθεσίας Γιάννη Δαλιανίδη. Για πολλούς μάλιστα, η ταινία αυτή αποτελεί την καλύτερη ταινία του μεγάλου αυτού έλληνα σκηνοθέτη. Το σενάριο, αλλά και η μαεστρική καθοδήγηση του Δαλιανίδη έδωσαν την ευκαιρία στους πρωταγωνιστές της ταινίας να αναδείξουν τον καλύτερό τους εαυτό.

Όπως ο Χρόνης Εξαρχάκος, σε μια από τις κορυφαίες ερμηνείες του σε δραματικό ρόλο, ο Μάνος Κατράκης – τι θα μπορούσε να πει κανείς παραπάνω για τον αξεπέραστο και μυθικό Κατράκη -, ο Παντελής Ζερβός, στο ρόλο του χαροκαμένου πατέρα, η Ζωή Λάσκαρη, ο Γιάννης Φέρτης, ακόμα και ο Βαγγέλης Σειληνός, στον μοναδικό δραματικό ρόλο της καριέρας του. Η υπόθεση ήταν η εξής: Η Μάρθα, ο Κώστας, ο Γιάννης, ο Νέστορας και ο Πάνος είναι μια παρέα συμφοιτητών. Το πάρτυ που δίνει στο σπίτι της η Μάρθα, το διαδέχεται το επόμενο πρωινό η κήρυξη του ελληνο-ιταλικού πολέμου. Τα αγόρια θα φύγουν για το μέτωπο, ενώ η Μάρθα θα γίνει εθελόντρια νοσοκόμα. Θα μετατεθεί στη Θεσσαλονίκη, όπου θα βρεθεί και ο Κώστας μετά από τον τραυματισμό του.

Λίγους μήνες αργότερα θα βρεθούν όλοι στην Αθήνα συνεχίζοντας τις σπουδές τους, αλλά και οργανώνοντας μια αντιστασιακή ομάδα, στην οποία ο Κώστας δεν δέχεται να μπει γιατί ο πατέρας του ποτέ δεν έκρυψε τα φιλογερμανικά αισθήματά του. Όταν η οικογένειά του αρχίζει να αντιμετωπίζει πρόβλημα επιβίωσης, ο πατέρας του Κώστα πιάνει δουλειά σαν μεταφραστής στη γκεστάπο. Η ταινία έκανε πρεμιέρα στους κινηματογράφους στις 23 Μαρτίου του 1970 και έκοψε 277.395 εισιτήρια. Η μουσική ήταν του μετρ του είδους στις πολεμικές ταινίες, Κώστα Καπνίση. Εκτός από τους παραπάνω ηθοποιούς, στην ταινία πρωταγωνιστούσαν οι Νικηφόρος Νανέρης,  Άννα Παϊτατζή, Ελένη Ζαφειρίου, Λάμπρος Κοτσίρης, Νάσος Κατακουζηνός, Ντίνος Καρύδης, Νίκος Παπαχρήστος, Δήμητρα Σερεμέτη, Εύα Φρυδάκη, Θάνος Γραμμένος, Βασίλης Τσάγκλος, Νίκος Βερλέκης, Κόκα Στυλιανού, Παναγιώτης Μποτίνης κ.α.

Όπως είπαμε, για τον Χρόνη Εξαρχάκο, η ταινία αυτή αποτέλεσε μια ακόμα ισχυρή επιβεβαίωση ότι ο ηθοποίος αυτός μπορούσε να υποδυθεί δραματικούς ρόλους με την ίδια επιτυχία που υποδυόταν και κωμικούς. Με άλλα λόγια, ο Εξαρχάκος ήταν ένας ολοκληρωμένος ηθοποιός, ωστόσο στην συνείδηση των παραγωγών, η κωμωδία ήταν αυτή που του πήγαινε περισσότερο. Γι’ αυτό και δεν του πρότειναν ποτέ δραματικούς ρόλους. Ο Χρόνης Εξαρχάκος και στην προσωπική του ζωή ήταν ένας άνθρωπος που σκόρπιζε το γέλιο. Ωστόσο ήταν ιδιαίτερα μοναχικός, κυκλοθυμικός και πολύ εύκολα και απότομα μπορούσε να «το γυρίσει» και να εκνευριστεί έντονα. Όσοι τον ήξεραν καλά  - όπως ο Κώστας Βουτσάς – έλεγαν ότι ο κυκλοθυμικός χαρακτήρας του είχε καλλιεργηθεί εξαιτίας της καταπίεσης που δέχονταν από τη μητέρα του, με την οποία είχε πολύ στενές σχέσεις. Η τελευταία ήταν ανάπηρη και ο Εξαρχάκος έμενε μαζί της για να την φροντίζει. Αυτός ήταν και ο λόγος που ο ίδιος δεν παντρεύτηκε ποτέ και δεν έκανε οικογένεια. Πολλοί δε, λένε ότι και η ίδια τον αποθάρρυνε από το να παντρευτεί, ενώ ποτέ δεν ενέκρινε τις επιλογές του ίδιου στις σχέσεις που έκανε. Ίσως μάλιστα να την φοβόνταν κιόλας, όπως λένε. Ο Χρόνης Εξαρχάκος πέθανε από καρκίνο σε ηλικία μόλις 52 ετών, το 1984. Ένα χρόνο μετά τον θάνατό του, έφυγε από τη ζωή και η μητέρα του, από τον καημό της...

Ο Θόδωρος, το δίκανο, η εξορία του Φωτόπουλου και το ταψί με το φαγητό που έπεσε στο χώμα

Αν αναζητούσε κάποιος μια από τις πλέον χαρακτηριστικές ελληνικές ταινίες ηθογραφίας, ταινίες δηλαδή που αποτύπωναν εύγλωττα τα ήθη, τα έθιμα και τις αξίες της μεταπολεμικής Ελλάδας, σίγουρα θα έπρεπε να σταθεί στην ταινία «Ο Θόδωρος και το δίκανο», του 1962, στην οποία πρωταγωνιστούσαν ο Μίμης Φωτόπουλος και η Σμαρούλα Γιούλη. Ο πρώτος, ως ο αυστηρός πατέρας –που όμως πέφτει ο ίδιος θύμα των απόψεών του – και η δεύτερη ως κόρη του, που βιώνει τους περιορισμούς και τα στερεότυπα της εποχής, που κυρίως αφορούσαν στο ρόλο της γυναίκας στην κοινωνία. Η ταινία ήταν παραγωγής Finos Film και αποτελεί κινηματογραφική μεταφορά του ομώνυμου θεατρικού έργου των Τσιφόρου-Βασιλειάδη, με το οποίο εγκαινιάστηκε το θέατρο Αμιράλ απο το θίασο Μίμη Φωτόπουλου - Σμαρούλας Γιούλη. Δύο πολύ ενδιαφέροντα tips αφορούν αυτή την ταινία.

Πρώτα από όλα ήταν η τελευταία ταινία που γύρισαν ο Μίμης Φωτόπουλος και η Σμαρούλα Γιούλη στην Finos Film. Και κατά δεύτερον – και πιο σημαντικό – ήταν το γεγονός ότι ο Μίμης Φωτόπουλος ήταν ο πρώτος Έλληνας ηθοποιός με τον οποίο ο Φίνος υπέγραψε συμβόλαιο αποκλειστικότητας στις αρχές της δεκαετίας του 1950. Ήταν μια κίνηση που σαφέστατα άλλαξε τα δεδομένα στον καλλιτεχνικό χώρο, μέχρι και σήμερα. Όσον αφορά στην υπόθεση, αυτή αφορά στην παρακολούθηση της ζωής μιας τυπικής ελληνικής οικογένειας της δεκαετίας του 60. Ο Θόδωρος είναι πατέρας παλαιών αρχών και δεν αφήνει τη κόρη του Χριστίνα να πηγαίνει σε πάρτυ και να διασκεδάζει. Επιπλέον, θέλει να επιλέξει ο ίδιος τον άντρα που θα παντρευτεί, απειλώντας συνέχεια ότι θα αρπάξει το δίκαννο και θα αρχίσει να πυροβολεί. Σίγουρος για τις πεποιθήσεις του, επιλέγει τον Μιχάλη, ο οποίος είναι ο ανηψιός του αφεντικού της εταιρείας που εργάζεται ο Θόδωρος σαν λογιστής. Ο Μιχάλης, όμως, αποδεικνύεται διαφορετικός από αυτό που φανταζόταν αρχικά ο Θόδωρος. Στην ταινία πρωταγωνιστούν ακόμα οι Χρήστος Τσαγανέας, Λαυρέντης Διανέλλος, Νίτσα Τσαγανέα, Κώστας Βουτσάς κ.α. Η σκηνοθεσία ήταν του Ντίνου Δημόπουλου και το σενάριο του Νίκου Τσιφόρου.

Παρά το εξαιρετικό καστ, η ταινία δεν πήγε καλά στην πρώτη προβολή της, στις 15 Οκτωβρίου 1962, αφού έκοψε μόλις 31.317 εισιτήρια. Στο τραγούδι ακούγονται οι αδελφές Μπρόγιερ, αλλά και η Τζένη Βάνου. Η μουσική ήταν του Γεράσιμου Λαβράνου. Η συγκεκριμένη ταινία ήταν μόλις μία απο τις πολλές σπουδαίες ταινίες στις οποίες πρωταγωνίστησε ο Μίμης Φωτόπουλος και οι οποίες ήταν 101 τον αριθμό. Πρώτη του ταινία ήταν η «Μαντάμ Σουσού» το 1948, ενώ σε δύο από τις οποίες είχε γράψει και το σενάριο, στις ταινίες «Προπαντός ψυχραιμία» (1951) και «Μια νταντά και τέζα όλοι» (1971). Από τις κορυφαίες ερμηνείες του θεωρούνται οι ρόλοι που υποδύθηκε στις ταινίες «Ο γρουσούζης» (1952), «Το Σωφεράκι» (1953), «Η Ωραία των Αθηνών» (1954) «Κάλπικη λίρα» (1955), «Λατέρνα, φτώχεια και φιλότιμο» (1955), «Ο Πατούχας» (1972) κ.ά. Εκτός από τη μεγάλη οθόνη, εμφανίστηκε και στη μικρή, στην τηλεοπτική σειρά «Ο θείος μας ο Μίμης», που προβλήθηκε από την ΕΡΤ2 το 1984.

Όσον αφορά στο θέατρο, η τελευταία του εμφάνιση έγινε το 1984, στην επιθεώρηση «Μια στο Καστρί και μια στο πέταλο». Ο Μίμης Φωτόπουλος κατά τη διάρκεια της κατοχής ήταν ενεργό μέλος του ΕΑΜ, ενώ ποτέ του δεν έκρυψε τις αριστερές πεποιθήσεις του. Και ήταν αυτό ακριβώς που του στοίχισε την εξορία στην Αφρική κατά τη διάρκεια του εμφυλίου. Η σύλληψή του ήταν πολύ χαρακτηριστική του κλίματος της εποχής εκείνης. Ήταν παραμονή πρωτοχρονιάς του 1945 όταν ο Φωτόπουλος επισκέφθηκε κάποια στέκια καλλιτεχνών στο Κολωνάκι αναζητώντας δουλειά. Εκεί ακριβώς συνελήφθει, αφού τον είχε προδώσει κάποιος γνωστός του.

Ο ίδιος έχει περιγράψει τη στιγμή της σύλληψης στο βιβλίο του «Το ποτάμι της ζωής μου»: «Ξαφνικά, ένα βάναυσο χέρι μου χτύπησε τον ώμο. Γυρίζω και βλέπω έναν ταξιθέτη. Ήτανε το πασίγνωστο τομάρι του θεάτρου, ο Αποστόλης. Σε λίγο, να ‘μαι στα βάθη ενός κρατητηρίου. Βρισκόμουν βέβαια σε ένα αστυνομικό τμήμα, που στεγαζόταν σε κάποια πολυκατοικία κοντά στην οδό Αμερικής. Στην αρχή ήμουν ο μόνος ένοικος. Μα μέσα σε δύο ώρες, αυτό το μπουντρούμι είχε γεμίσει με τόσο κόσμο που δεν είχαμε αέρα να αναπνεύσουμε». Λίγες μέρες αργότερα, οι άνθρωποι αυτοί φορτώθηκαν σε ένα καράβι και έφυγαν για την Αφρική. Λέει ξανά ο Φωτόπουλος: «Μας βάλανε στα έγκατα του καραβιού και μας κλείσανε πίσω από καγκελωτές σιδερένιες πόρτες, με σκοπούς μπροστά να μας φυλάνε. Ότι σαλπάραμε το καταλάβαμε από το τράνταγμα της προπέλας, καθώς έσκιζε τα νερά του Σαρωνικού. Για που τραβάγαμε; Σίγουρα πάντως όχι για την Αίγινα». Ο Φωτόπουλος παρέμεινε στην εξορία της Αφρικής μερικούς μήνες, χωρίς καμία επικοινωνία με τους δικούς του, οι οποίοι από ένα σημείο και μετά είχαν πιστέψει ότι δεν θα τον ξαναδούν ποτέ. Ωστόσο, τον Μάρτιο του 1945 επιστρέφει σπίτι του. Η πρώτη που τον είδε να έρχεται ήταν η ξαδέλφη του, η οποία ξαφνιάστηκε τόσο πολύ, που της έπεσε το ταψί με το φαγητό από τα χέρια, στο χώμα...

Περιμένουμε σχόλια, απόψεις και παρατηρήσεις στο mail μας

Best of internet