Η μέρα που συνάντησα τον Καμύ...

O Aλμπέρ Καμύ γεννήθηκε σαν σήμερα το 1913 και η Χριστίνα Βραχάλη περιγράφει τη δική της συνάντηση με τον Γάλλο φιλόσοφο και νομπελίστα λογοτέχνη.

Η μέρα που συνάντησα τον Καμύ...

Αλμπέρ Καμύ (Albert Camus, 7 Νοεμβρίου 1913 – 4 Ιανουαρίου 1960)

Σαν σήμερα γεννήθηκε ο αγαπημένος μου. (Για λίγες ώρες θα είχαμε και την ίδια ημέρα γενέθλια).

Κάποτε, νομίζω πριν από δυο χρόνια, μου έκαναν μια ερώτηση, για την οποία ποτέ δεν είχα σκεφτεί την απάντηση. -Αν είχες την ευκαιρία να επιλέξεις έναν άνθρωπο τον οποίο θα ήθελες πολύ να συναντήσεις, χωρίς να σκεφτείς το πόσο εφικτό είναι, ποιος θα ήταν αυτός. Θυμάμαι πως απάντησα πως όλες μας οι συναντήσεις, είναι σπουδαίες, γιατί μας αλλάζουν. Δεν είχα στο νου μου κάποιον συγκεκριμένα. Μέχρι που συναντήθηκα, μ' έναν μαγικό τρόπο με κάποιον. Μέσω ενός βιβλίου. Τρελό ε; 

Συναντηθήκαμε στο Άμστερνταμ. Ήπιαμε μαζί σ' ένα μπαρ, που δεν ξέρω για ποιο λόγο, λεγόταν Μέξικο Σίτι. Δεν μιλούσαμε για αρκετή ώρα. Ή μάλλον μιλούσε μόνος του. Την ώρα που τσουγκρίζαμε τα ποτήρια μας μου είπε: "Αν έχεις μελετήσει επισταμένως τον άνθρωπο, επαγγελματικά ή από ενδιαφέρον, νιώθεις που και που νοσταλγία για τους πιθήκους. Δεν έχουν υστεροβουλίες αυτοί". Από εκείνη την στιγμή κι έπειτα άρχισα να τον ακούω. Παρ 'όλα αυτά παρέμενα δύσπιστη.  

Από το Άμστερνταμ, ταξίδεψα μαζί του στο Παρίσι. Κάναμε μαζί μια βόλτα στις όχθες του Σηκουάνα. Ένιωθα πως κάτι σημαντικό έχει συμβεί εκεί, όταν τον άκουσα να μου λέει, "Έχεις προσέξει πως μόνο ο θάνατος ξυπνά τα αισθήματά μας; Πόσο αγαπάμε τους φίλους που μόλις έφυγαν; Έτσι δεν είναι; Ξέρεις γιατί είμαστε πιο δίκαιοι και πιο γενναιόδωροι με τους νεκρούς; Η αιτία είναι απλή. Γιατί δεν έχουμε καμία υποχρέωση απέναντί τους. Έτσι είναι ο άνθρωπος, αγαπητή μου, διπρόσωπος. Δεν μπορεί να αγαπά, δίχως να αγαπά τον εαυτούλη του".

Ήταν δικηγόρος στο επάγγελμα. Οπότε και συνηθισμένος στο να ..αγορεύει. Παρέμενα αμίλητη και σκεπτική. Η αλήθεια είναι πως δεν μου αρέσουν τα πολλά λόγια, αλλά για κάποιο περίεργο λόγο, απολάμβανα να τον ακούω. Κατάλαβα πως μάλλον ήταν σπουδαίος στον τομέα του. Πως έχει αναλάβει πολύ μεγάλες υποθέσεις και πως έχει υπάρξει συνήγορος μεγαλοαπατεώνων, λαθρεμπόρων, δολοφόνων. Το μικρό μου μυαλό δεν το χωρούσε. Δεν τον ρώτησα τίποτα, κι ας με βασάνιζαν χίλιες δυο απορίες. Είχε όμως έναν μαγικό τρόπο να σου δίνει την απάντηση, χωρίς ν' ακούσει καν την ερώτηση. Σα να διάβαζε τη σκέψη σου. "Αν οι  νταβατζηδες και οι κλέφτες καταδικάζονταν παντού και πάντοτε, αγαπητή μου, οι τίμιοι άνθρωποι θα πίστευαν όλοι τους πως είναι πάντα αθώοι". 

Το επάγγελμά του, ήταν κι ένας τρόπος επιβεβαίωσης για εκείνον. Σ' αυτό μοιάζαμε. Και ποιος δεν ψάχνει αυτή την επιβεβαίωση άλλωστε. Στη δουλειά. Στον έρωτά. Στη φιλία. Η επιβεβαίωση που δεν είναι ποτέ οριστική. "Το πιο δύσκολο πράγμα στον κόσμο είναι να μην παίρνουν οι άνθρωποι, κάτι που δεν ποθούν". 

Μετά από λίγες ημέρες ξαναγυρίσαμε στο Άμστερνταμ. Στο γνωστό μπαρ. Στο Μέξικο Σίτι. Ακολουθούσα χωρίς να μπορώ να πω, όχι. Αλλά παρέμενα, -όπως πάντα- δύσπιστη. Νομίζω πως κι εκείνος απολάμβανε αυτή τη γοητεία. Τον τρόπο να ακούς να σου λένε 'ναι' χωρίς να έχεις κάνει καμία σαφή ερώτηση. 

Φαινόταν άνθρωπος σκληρός. Αλλά αλλαγμένος. Στο μυαλό μου, μόνο ένας άνθρωπος που έχει αγαπήσει και έχει αγαπηθεί, μπορεί να αλλάξει και να μαλακώσει. Παρ΄όλα αυτά έδειχνε πως είχε λύσει όλα τα προβλήματα της ζωής του. Πως ήταν ήσυχος με τη συνείδηση του. Τον έλεγες και λίγο μετριόφρων. Πως έχει ζήσει στην ακολασία. "Θα δεις, μου είπε, η πραγματική ακολασία απελευθερώνει γιατί δεν δημιουργεί καμία υποχρέωση. Γι αυτό και είναι η αγαπημένη ασχολία των ναρκίσσων" . Επιμένω μέσα μου. Κάτι τον έχει αλλάξει. 

Μα αλήθεια, σε ποιον Θεό πιστεύει; Τα φώτα στο μπαρ χαμηλώνουν. Παραγγέλνουμε κι άλλο ποτό. Γελάει. "Οι θρησκείες αρχίζουν να σφάλουν από τη στιγμή που ηθικολογούν κι εξαπολύουν εντολές. Ο Θεός δεν είναι απαραίτητος για να δημιουργεί την ενοχή, ούτε για να τιμωρεί. Οι συνάνθρωποι μας, με την δική μας βοήθεια, αρκούν γι' αυτό". Απογοητεύτηκα. Εγώ πιστεύω πολύ στους ανθρώπους. Σκέφτηκα δυνατά. Αλλά βαθιά μέσα μου με πονούσε η αλήθεια. 

Προσπαθούσα μάταια να καταλάβω τι είναι αυτό που τον έχει αλλάξει. Εκείνον. Κι εμένα. Που η εξυπνάδα μου στέκεται πάντα στη "σωστή " πλευρά της ζωής. Που με κάνει ικανοποιημένη από τον εαυτό μου, που χρησιμοποιώ την υποκρισία για να αρέσω στους άλλους. Πάντα όμως έρχεται εκείνη η νύχτα, που ακόμα και ο πιο συμφιλιωμένος με την "σωστή" ανθρώπινη συμπεριφορά του, έρχεται αντιμέτωπος με την .."Πτώση". 

Αυτή ήταν η "συνάντησή" μου με τον Αλμπέρ Καμύ. 

Best of internet