ΔΕΙΤΕ ΤΑ LIVE

Παυλίδης στο gazzetta.gr: «Θέλει γερό στομάχι να αφήσεις τα πάντα και να φύγεις!»

Παυλίδης στο gazzetta.gr: «Θέλει γερό στομάχι να αφήσεις τα πάντα και να φύγεις!»

Στα 16 άφησε τη Θεσσαλονίκη για το Μπόχουμ, στα 20 σκοράρει και μοιράζει ασίστ στην Ολλανδία, ενώ ετοιμάζεται για τελικό Κυπέλλου! Ο Βαγγέλης Παυλίδης μιλάει για όλα στο gazzetta.gr και τον Θάνο Σαρρή.

Η πορεία του είναι ασυνήθιστη για Έλληνα ποδοσφαιριστή. Έχοντας από μικρός όνειρο να παίξει στο εξωτερικό, κατάφερε να το κάνει χωρίς να περάσει από ελληνική ομάδα. Το ταλέντο του σε τοπική ακαδημία (Μπέμπηδες 2000) ήταν αρκετό για να πείσει την Μπόχουμ να του δώσει την ευκαιρία και από τότε δεν κοίταξε πίσω. Πλέον τα... σπάει στη Βίλεμ, όπου μαζί με τον Βρουσάι που πήγε μαζί του δανεικός (από τον Ολυμπιακό) και τον Ίσακ βγάζουν γούστα στην επίθεση, οδηγούν την ομάδα τους από νίκη σε νίκη και έχουν προκριθεί στον τελικό Κυπέλλου, όπου θα αντιμετωπίσουν τον Άγιαξ! O ταλαντούχος επιθετικός, που παίζει στη Βίλεμ δανεικός από την Μπόχουμ, μετρά ήδη τέσσερα γκολ και πέντε ασίστ στην Ολλανδία.

Για να φτάσει όμως στα 20 του να παίζει βασικός στο ολλανδικό πρωτάθλημα, ο Παυλίδης θυσίασε πολλά. Άφησε την οικογένειά του σε μια ηλικία που οι περισσότεροι ούτε καν το διανοούνται, για να βρεθεί ξένος ανάμεσα σε ξένους. Πέρασε στιγμές μοναξιάς και αμφιβολιών, δυσκολίες εντός και εκτός γηπέδων. Ήταν όμως απόλυτα αποφασισμένος να τα καταφέρει. Και όταν η θέληση πηγαίνει χέρι-χέρι με το ταλέντο, το όνειρο έρχεται πιο κοντά. 

Αφού αγωνίστηκε με τους μεγάλους της Μπόχουμ σε ηλικία 17 ετών, ο Παυλίδης πήγε δανεικός στην δεύτερη ομάδα της Ντόρτμουντ για δύο χρόνια και φέτος έχει οψιόν αγοράς στη Βίλεμ, η οποία όπως φαίνεται χτύπησε... λαβράκι. Το gazzetta.gr μίλησε μαζί του για την πορεία μέχρι το τώρα, για τις δυσκολίες και για τον τρόπο που διαμορφώθηκε ο επιθετικός που τα σπάει στην Ολλανδία!

Πώς είναι για έναν 16χρονο, όταν μαθαίνει ότι τον θέλει γερμανική ομάδα;

«Και εγώ και η οικογένειά μου το ψάχναμε, γιατί ήθελα να φύγω στο εξωτερικό και μόλις το άκουσα χάρηκα πάρα πολύ και ανυπομονούσα να φύγω».

Γιατί σε τόσο μικρή ηλικία ήσουν αποφασισμένος να πας εξωτερικό;

«Δεν ξέρω, δεν είχα δουλέψει σε ελληνική ομάδα τύπου ΠΑΕ για να ξέρω πώς είναι. Απλά ήθελα να πάω να δω την εμπειρία. Να δω πώς είναι εκεί και να προσπαθήσω να καταφέρω κάτι στο εξωτερικό».

Πας λοιπόν 16 χρονών, μόνος σου, πρώτη φορά μακριά από την οικογένειά σου και το σπίτι σου. Πώς ήταν τον πρώτο καιρό;

«Στην αρχή ήταν δύσκολα. Πήγαινα και στο ελληνικό σχολείο που ήταν μακριά από το σπίτι μου και έπρεπε να παίρνω τρία τρένα και να κάνω μιάμιση ώρα να πάω και άλλη τόση να γυρίσω. Έκανα όμως αυτό που ήθελα. Δεν με πίεσαν να το κάνω, ήταν δική μου επιλογή οπότε αυτό σκεφτόμουν».

Το ελληνικό σχολείο σε βοήθησε να προσαρμοστείς;

«Ναι, φυσικά. Ήταν από τους πιο σημαντικούς παράγοντες. Έκανα πιο γρήγορα φίλους, υπήρχε και ένα παιδί που γνώριζα από πιο παλιά και ενσωματώθηκα απευθείας, δεν είχα πρόβλημα σε αυτό».

Πώς ήταν η καθημερινότητα; Πώς τα έβγαζες πέρα;

«Έμενα σε γερμανική οικογένεια, με έναν συμπαίκτη μου και με βοήθησαν πολύ, μου τα είχαν όλα έτοιμα. Ήταν πολύ καλοί άνθρωποι, δεν υπήρχε κανένα θέμα μαζί τους, περνούσα κι εγώ καλά και με βοήθησαν να μάθω πιο γρήγορα τη γλώσσα».

Είσαι στη Μπόχουμ, μια από τις αρχαιότερες γερμανικές ομάδες, με παράδοση και 17 χρονών σου δίνουν την ευκαιρία να παίξεις. Πώς το βλέπεις ως Έλληνας, όπου θεωρούμε παίκτες 22 χρονών ακόμα ταλέντα και σπάνια τους δίνουν οι ομάδες χρόνο συμμετοχής;

«Δεν ξέρω από πρώτο χέρι πώς είναι στην Ελλάδα, ακούω μόνο από τα παιδιά τι γίνεται και βλέπω τώρα στον Παναθηναϊκό να αγωνίζονται παιδιά σε πιο μικρή ηλικία. Για μένα ήταν κάτι απίστευτο. Πραγματικά... δεν υπήρχε αυτή η εμπειρία, είμαι πολύ χαρούμενος που μου δόθηκε η ευκαιρία σε τόσο μικρή ηλικία να παίξω στην β' κατηγορία της Γερμανίας και προσπάθησα να είμαι όσο το δυνατόν πιο ήρεμος γινόταν».

Πώς είναι το ποδοσφαιρικό περιβάλλον; Σε βοήθησε η ομάδα ώστε να είσαι έτοιμος;

«Ίσως στη Γερμανία το να είσαι μικρός είναι λίγο περίεργο. Εδώ στην Ολλανδία που βρίσκομαι για ένα τρίμηνο, σου δίνουν την αίσθηση ότι δεν σε βλέπουν σαν μικρό. Στη Γερμανία το κάνουν, αλλά σε βοηθούν πάρα πολύ οι πιο έμπειροι, σε προστατεύουν ουσιαστικά».

Γιατί αποφάσισες να πας δανεικός στη δεύτερη ομάδα της Ντόρτμουντ;

«Ήθελα να παίξω στην Μπορούσια γιατί ήθελα παιχνίδια. Εκείνη τη στιγμή γνώριζα τον προπονητή και παρότι είχα πρόταση και από άλλες ομάδες, επέλεξα να πάω σε μία που με ήξερε ο προπονητής και τον ήξερα. Ήμουν πολύ ευχαριστημένος για το διάστημα που έμεινα εκεί».

Νομίζω ότι από την θητεία σου στην Ντόρτμουντ έχει μείνει  εκείνο το ψαλίδι...

«Εκείνη τη στιγμή ούτε κατάλαβα πώς έγινε. Μου ήρθε η μπάλα έτσι, δεν μπορούσα να κάνω κάτι άλλο και λέω "δεν το κάνεις". Το έκανα, λοιπόν και βγήκε!».

Εκεί έμενες μόνος σου;

«Ναι και για ένα διάστημα με τον αδερφό μου...».

Ο οποίος ήταν στη Σάλκε. Πώς ήταν να παίζετε δύο αδέρφια σε ομάδες με τόσο μεγάλη αντιπαλότητα;

«Σε όποιον το λέγαμε μας έλεγε "δεν το πιστεύουμε!". Ήταν λίγο περίεργο!».

Πάντως η έννοια της αντιπαλότητας εκεί πρέπει να είναι διαφορετική από ό,τι την αντιλαμβανόμαστε εδώ...

«Ναι, το βλέπουν πιο πολύ για χαβαλέ, δεν το παίρνουν τόσο στα σοβαρά. Βεβαίως και υπάρχει αντιπαλότητα, όμως κάθονται και βλέπουν μαζί τα ματς. Δεν υπάρχουν θέματα όπως στην Ελλάδα»

Είχες πάει να δεις την πρώτη ομάδα; Πώς ήταν στην έδρα της Ντόρτμουντ;

«Είχα πάει σε διάφορα παιχνίδια, όπως με τη Μονακό στο Champions League. Πραγματικά δεν υπάρχει η ατμόσφαιρα στο γήπεδο της Ντόρτμουντ, είναι κάτι το απίστευτο».

Πώς περνούσε η καθημερινότητά σας εκεί;

«Προσπαθούσα και εγώ και ο αδερφός μου να μαγειρεύουμε. Κάποιες φορές πετύχαινε, κάποιες άλλες όχι. Δεν πολυβλεπόμασταν, γιατί όταν ο Βασίλης ήταν στο σχολείο, εγώ ήμουν σπίτι και όταν γυρνούσε ο Βασίλης έφευγα για προπόνηση. Βλεπόμασταν μόνο αργά το βράδυ που γυρνούσε. Αλλά ήταν καλά. Στο φαγητό δεν έχουμε ποτέ πρόβλημα και ο καιρός περνούσε ωραία γιατί είχες τουλάχιστον παρέα στο σπίτι και δεν ήσουν μόνος σου».

Στη Βίλεμ ξεκίνησες πολύ θετικά. Πώς το βλέπεις εσύ που παίζεις για πρώτη φορά στο πρωτάθλημα της Ολλανδίας;

«Ναι, για πρώτη μου χρονιά εδώ νομίζω έχουμε κάνει καλό ξεκίνημα σε ένα πολύ καλό πρωτάθλημα και εγώ και ο Μάριος (σ.σ Βρουσάι)».

Πήγατε και στον τελικό Κυπέλλου...

«Φανταστικό συναίσθημα. Μας περίμεναν πριν το ματς στο κέντρο της πόλης με πυρσούς και τέτοια για να μας εμψυχώσουν και όταν περάσαμε στα πέναλτι μπήκαν όλοι μέσα και έγινε πανικός!»

Το ολλανδικό πρωτάθλημα ταιριάζει σε επιθετικογενείς παίκτες όπως εσύ;

«Νομίζω ότι ταιριάζει στους Έλληνες επιθετικογενείς, γιατί έχουν ανοιχτές άμυνες. Προσπαθούν όλοι να παίξουν ποδόσφαιρο και είναι πιο ανοιχτό το παιχνίδι, ενώ ο ρυθμός ταιριάζει πιο πολύ σε εμάς από στη Γερμανία που είναι πιο δυνατός, αλλά πιστεύω ότι εδώ είναι πιο τεχνικό από ό,τι στη Γερμανία. Εκεί υπάρχουν πολλά τρεξίματα, είναι πιο δυνατό, θέλει πιο πολλή δύναμη. Δεν ζητάνε τόσο το κουβάλημα της μπάλας, ενώ είναι ψηλά και τακτικά το παιχνίδι τους. Πολλές απαιτήσεις».

Ποιο πρωτάθλημα είναι το κορυφαίο για σένα;

«Υπάρχουν πολλά και ωραία πρωταθλήματα και το ισπανικό και το αγγλικό που το θεωρώ top. Όμως είναι πιο δύσκολα»

Ποια είναι η φυσική σου θέση;

«Η θέση μου πιστεύω είναι σέντερ φορ και δεκάρι, αλλά αυτή την περίοδο ο προπονητής με χρησιμοποιεί και ως αριστερό χαφ. Και παλιότερα είχα παίξει σε αυτή τη θέση, οπότε δεν έχω κάποιο πρόβλημα, ανταπεξέρχομαι».

Η Εθνική πότε μπήκε στη ζωή σου;

«Από νωρίς, γιατί και στην Κ-17 ήμουν και στην Κ-19 και τώρα κλήθηκα στην Κ-21. Είναι ένα κομμάτι ξεχωριστό από τις ομάδες που αγωνίζομαι. Είναι χαρά να αγωνίζεσαι για την πατρίδα και το βλέπω μόνο έτσι. Μόνο τιμή είναι να εκπροσωπείς τη χώρα σου».

Ως ένα παιδί που έχει γαλουχηθεί στο εξωτερικό, θα συμβούλευες κι άλλους Έλληνες παίκτες να ακολουθήσουν το δρόμο σου;

«Δεν μπορεί να το συμβουλέψεις αυτό. Σε κάποιους μπορεί να ταιριάξει, σε άλλους όχι. Είναι και θέμα χαρακτήρα, δεν έχει να κάνει μόνο με το αγωνιστικό κομμάτι. Θέλει γερό στομάχι να αφήσεις τα πάντα στην πατρίδα σου και να φύγεις, ακόμα και η γλώσσα σου λείπει. Εμένα μου βγήκε σε καλό μέχρι στιγμής, είναι ανάλογα με τον κάθε χαρακτήρα. Άλλος μπορεί να θέλει να μείνει στην Ελλάδα μέχρι τα 20 του και να φύγει μετά, για άλλον ίσως είναι καλύτερο να φύγει σε νεαρή ηλικία».

Ποια ήταν η μεγαλύτερη δυσκολία που συνάντησες;

«Η γλώσσα πιστεύω και τα τρεξίματα, ο ρυθμός του παιχνιδιού που είναι υψηλός».

Τι σου έχει μείνει από τον πρώτο καιρό;

«Η πιο μεγάλη μου εμπειρία ήταν στην αρχή, όταν ήμουν 18 χρονών, είχα παίξει στο γήπεδο της Στουτγκάρδης. Ήταν κάτι το απίστευτο για εμένα να παίζω μπροστά σε 45.000 κόσμο και δεν το περίμενα. Μου έχει μείνει».

Σε ρωτούν οι Γερμανοί για τις άσχημες εικόνες του ελληνικού ποδοσφαίρου;

«Με ρώτησαν όταν μπήκε ο κύριος Ιβάν Σαββίδης στο γήπεδο με όπλο και είπα ότι αυτό θα μπορούσε να συμβεί και σε άλλους παράγοντες. Τον κοιτούσαν και έλεγαν ότι είναι κάτι το τρομερό. Τους εξήγησα ότι δεν είναι κάτι που συμβαίνει κάθε εβδομάδα στο ελληνικό ποδόσφαιρο. Μπορεί κι άλλοι παράγοντες να οπλοφορούν, δεν το γνωρίζω, αλλά η δύναμη της εικόνας με το όπλο είναι λογικό να σοκάρει».

 

Υπήρξαν στιγμές που σκέφτηκες να γυρίσεις πίσω;

«Υπήρξε μια περίοδος. Δεν το σκέφτηκα με την έννοια "άντε να φύγω", απλά λόγω τραυματισμού που είχα στη μέση και είχα μείνει καιρό έξω σκεφτόμουν "τι κάνω εδώ, τι πρέπει να κάνω" και τέτοια πράγματα».

Και πώς διώχνεις αυτές τις σκέψεις;

«Σε βοηθούν οι κοντινοί σου άνθρωποι, η οικογένειά σου. Και προσπαθείς να μείνεις ήρεμος, είναι πολύ βασικό γιατί όλοι οι άνθρωποι έχουν δυσκολίες».

Εσύ πάντως είχες τη στήριξη της οικογένειας από την πρώτη στιγμή...

«Ναι και είναι πολύ σημαντικό. Ο πρώτος παράγοντας θα έλεγα. Αν δε σε στηρίξουν οι κοντινοί σου άνθρωποι, ποιος θα το κάνει;»