ΔΕΙΤΕ ΤΑ LIVE

Ο Μαραντόνα στην Μπαρτσελόνα, η Χούντα, ένα πιστόλι και ένα τανκ

Ο Μαραντόνα στην Μπαρτσελόνα, η Χούντα, ένα πιστόλι και ένα τανκ

Το δικτατορικό καθεστώς στην Αργεντινή, οι απειλές και η «θωρακισμένη» φυγάδευση. Ο Γιώργος Καραμάνος καταγράφει μία διπλή ανέκδοτη αφήγηση για τη μεταγραφή του Ντιεγκίτο στην Μπάρτσα, που διήρκεσε επτά χρόνια.

Βρέθηκε στην ηγεσία της Μπαρτσελόνα για τρία χρόνια (2000-'03) και δεν τα πήγε τόσο καλά. Ωστόσο, υπηρετώντας στο πλευρό του θρυλικού Τζουζέπ Γιουίς Νούνιεθ, ο Τζουάν Γκασπάρ υπήρξε ο κορυφαίος αντιπρόεδρος στην ιστορία του club. Επί των ημερών των δύο αυτών ανδρών, συνέβησαν μυθικά πράγματα στον σύλλογο και ο Γκασπάρ κλήθηκε πρόσφατα να αφηγηθεί μία ανέκδοτη ιστορία: εκείνη με την υπογραφή του Ντιέγο Αρμάντο Μαραντόνα και τη φυγάδευσή τους με ένα τανκ του στρατού της Αργεντινής.

«Θυμάμαι ότι κουβαλούσαμε μαζί μας στην Αργεντινή ένα ολόκληρο θησαυροφυλάκιο. Πήγαμε στο ξενοδοχείο με μεγάλη συνοδεία στρατιωτικών οχημάτων. Εκεί υπέγραψε ο Μαραντόνα και εμείς έπρεπε να επιστρέψουμε. Υπήρχε όμως πρόβλημα. Εξαγριωμένοι οπαδοί της Μπόκα Τζούνιορς που δεν ήθελαν με τίποτα να χάσουν το μεγάλο αστέρι τους, είχαν συγκεντρωθεί κατά μήκος της διαδρομής προς το αεροδρόμιο. Γι' αυτό το λόγο μας έβαλαν σε ένα τανκ και μέχρι που καθίσαμε στις θέσεις μας στο αεροπλάνο, είχαμε στρατιώτες δίπλα μας».

Αυτό που θυμήθηκε ο Γκασπάρ, ήταν απλά το τέλος μίας τρομερά πολύπλοκης και πολύχρονης επιχείρησης. Ουσιαστικά η Μπαρτσελόνα είχε ασχοληθεί με τον Ντιεγκίτο από τον Γενάρη του 1975 κιόλας, όταν ακόμα εκείνος δεν ήταν ακόμα ούτε 16 ετών και έπαιζε στους Αρχεντίνος Τζούνιορς. Την ανάκυψη του ταλέντου του την είχε πιστωθεί ο θρυλικός ατζέντης, Τζουζέπ Μαρία Μινγκέγια. Ηταν ο ίδιος που χρόνια αργότερα θα σύστηνε στους Μπλαουγκράνα τον πιτσιρικά Λιονέλ Μέσι και που είχε κρατήσει την ιστορική χαρτοπετσέτα με την υπογραφή της απόκτησής του.

Επιστρέφοντας όμως στον Μαραντόνα, ο πατέρας του μετέπειτα προέδρου της Μπάρτσα, Σάντρο Ροσέλ, Ζάουμε, ανέλαβε να δει τι είδους παίκτης ήταν αυτός ο πιτσιρικάς. Θεώρησε όμως ότι ήταν πολύ μικρός για να καταλάβει ακριβώς και έτσι λήφθηκε η απόφαση να μην πληρωθούν οι μόλις 100.000 δολάρια. Δύο χρόνια αργότερα ωστόσο, το club το μετάνιωσε, καθώς οι ειδήσεις με τα καμώματά του νεαρού ταξίδευαν εντυπωσιακά από την Αργεντινή. Η Μπαρτσελόνα ξεκίνησε διαπραγματεύσεις. Μέχρι και το 1980 όμως οι δύο ομάδες δεν μπορούσαν να τα βρουν.

Τότε έδωσαν τα χέρια για τον 20χρονο μάγο. Απέμαναν μόνο τα τυπικά, όταν χτύπησε το τηλέφωνο στα κεντρικά γραφεία των Καταλανών. Στην άλλη άκρη της γραμμής και του Ατλαντικού βρισκόταν ο Χούλιο Αλμπέρτο Γκροντόνα. Ο αμφιλεγόμενος πρόεδρος της Ποδοσφαιρικής Ομοσπονδίας της Αργεντινής εξηγούσε ότι υπήρχαν προβλήματα με τη μεταγραφή που ξεπερνούσαν τον ίδιο και την Αρχεντίνος Τζούνιορς. Ετσι η διοίκηση της Μπάρτσα αποφάσισε να στείλει στην Αργεντινή τον Μινγκέγια, ώστε να λύσει από κοντά όλα τα διαδικαστικά. Δεν θα ήταν όμως τόσο εύκολο...

Με το που κατέβηκε από το αεροπλάνο, τον περίμενε ένα στρατιωτικό τζιπ και τέσσερις οπλισμένοι στρατιώτες. Η χώρα διένυε το τέταρτο έτος της Χούντας και τα πάντα καθορίζονταν από το δικτατορικό καθεστώς. Πόσο μάλλον η μεταγραφή του Μαραντόνα. Ο Μινγκέγια έχει με τη σειρά του αφηγηθεί παλιότερα αυτή την πιο τρελή διαπραγμάτευση της μεγάλης καριέρας του στον χώρο:

«Οι στρατιώτες με συνόδευσαν βιαστικά σε έναν σκοτεινό μακρύ διάδρομο. Στο τέλος του υπήρχε ένα μικρό φως. Ανοιξε μία πόρτα και στο δωμάτιο με περίμενε ο συνταγματάρχης Λακόστε, ο οποίος ήταν υπουργός Δημόσιας Τάξης της Χούντας και εκείνος που είχε διοργανώσει δύο χρόνια νωρίτερα το νικηφόρο για την Αργεντινή Παγκόσμιο Κύπελλο. Εκεί, σε ένα σκηνικό από ταινία τρόμου, μου είπε απλά και κοφτά: “Ακόμα δεν μπορείτε να πάρετε τον Μαραντόνα, Το Καθεστώς θεωρεί ότι πρέπει να μείνει στη χώρα έως και το Μουντιάλ του 1982. Και τώρα μπορείτε να φύγετε”».

Μετά από αυτή τη συνάντηση, ο εκπρόσωπος της Μπαρτσελόνα είχε ακόμα μία με τον πρόεδρο των Αρχεντίνος Τζούνιορς. Και σε αυτή την περίπτωση ο Μινγκέγια είναι άκρως παραστατικός για το τρελό εκείνο ραντεβού: «Ο πρόεδρος της ομάδας κάθισε στο τραπέζι και έβγαλε ένα πιστόλι. Το ακούμπησε μπροστά μου και είπε: “Είναι βαρύ, με συγχωρείτε. Ελπίζω να μην σαν ενοχλεί”. Πριν προλάβω να μιλήσω, μου εξήγησε επίσης κοφτά σε ένα κλίμα ξεκάθαρο που δεν χώραγε αμφισβήτηση ότι είχαν αποφασίσει να τον δώσουν στην Μπόκα Τζούνιορς».

Θα έπρεπε να περάσει ακόμα 1,5 χρόνος, ώστε να γίνει πράξη η πιο ακριβή μεταγραφή της τότε εποχής (7,6 εκατ. ευρώ). Μόλις εννέα ημέρες πριν το Μουντιάλ της Ισπανίας, ο Γκασπάρ θα έμπαινε σε εκείνο το τανκ με την υπογραφή του Ντιεγκίτο, ο οποίος στο πρώτο ματς της διοργάνωσης θα έπαιζε στο “Καμπ Νόου” κόντρα στο Βέλγιο. Στα δύο χρόνια που θα έμενε στη Βαρκελώνη, θα αρρώσταινε από ηπατίτιδα, θα του έσπαγε τον αστράγαλο ο “χασάπης του Μπιλμπάο”, Αντονι Γκοϊκοετσέα, θα μάθαινε την κοκαΐνη, θα ανάγκαζε το κοινό του “Σαντιάγο Μπερναμπέου” να τον χειροκροτήσει όρθιο και θα προετοίμαζε τον κόσμο του ποδοσφαίρου για όσα θα ακολουθούσαν με τη φανέλα της Νάπολι...

Follow me: @jorgekaraman