ΔΕΙΤΕ ΤΑ LIVE

Μπέρι: Μια ιστορία αγάπης, αφοσίωσης και ελπίδας

Μπέρι: Μια ιστορία αγάπης, αφοσίωσης και ελπίδας

Ενα ποδοσφαιρικό κλαμπ 134 ετών έπαψε να υπάρχει εδώ και μήνες αλλά πέντε υπάλληλοι του το... φροντίζουν καθημερινά. Λόγω αγάπης, αφοσίωσης και ελπίδας.

Ο Μάικλ Κέρτις συνεχίζει να έρχεται στο Gigg Lane κάθε μέρα, από τη Δευτέρα ως την Παρασκευή. Μπαίνει στις 07:30, όπως συνήθιζε πάντα, και κάνει τη μικρή διαδρομή ως το κτίριο, περνώντας από ένα σημείο όπου υπάρχουν κασκόλ, σημαίες και φανέλες διάφορων ομάδων, από τις ημέρες που η Μπάρι έδινε μάχη για τη ζωή της. 

Μισή ώρα αργότερα περίπου, αρχίζουν να καταφτάνουν και οι άλλοι. Η μητέρα του, Τζόαν, είναι εδώ από τις 08:00, στο ποδοσφαιρικό κλαμπ στο οποίο αγωνίστηκε ο πατέρας της, και όπου δούλευε η ίδια για σχεδόν μισό αιώνα. Η αδερφή του Μάικλ, Λιν Κεντ, έρχεται τις περισσότερες μέρες, επίσης. Αν εξαιρέσουμε τη θέση του προπονητή, οι Τζόαν και Λιν έχουν εργαστεί σε σχεδόν όλες τις άλλες θέσεις του κλαμπ: Marketing, διαχείρηση, πωλήσεις εισιτηρίων διαρκείας. 

Στις 09:00, ο Γκόρντον Σόρφλιτ, ο κάποτε media manager της Μπέρι, φτάνει και μαζί του έρχεται και ο Μάρτιν Κίρκμπι, ο υπεύθυνος του μπαρ. Είναι τρεις μήνες από όταν η Μπέρι, ανίκανη να ανταποκριθεί στις οικονομικές υποχρεώσεις της ή να βρει ένα νέο ιδιοκτήτη, αποβλήθηκε από την Football League. Είμαστε μόλις δύο εβδομάδες πριν διαλυθεί εντελώς, πριν το κλαμπ που υπάρχει από το 1885, σταματήσει οριστικά να υπάρχει. Είναι ένας "αργός θάνατος", λέει ο Κέρτις, και άπαντες περιμένουν την ολοκλήρωση του. Μόνο τότε θα μπορέσει να αρχίσει η δουλειά για να δημιουργηθεί ένα νέο κλαμπ στη θέση του. 

Για την ώρα, αυτοί οι πέντε -μαζί με δύο μέλη του επιτελείου στο Carrington, το προπονητικό κέντρο που το κλαμπ νοικιάζει από τη Μάντσεστερ Σίτι για μια βρετανική λίρα τον χρόνο- είναι ό,τι απέμεινε, τα τελευταία υπολείμματα ενός κλαμπ που έκλεισε τις πόρτες του, για τελευταία φορά, τον Αύγουστο. Το τέλος μιας ιστορίας 134 χρόνων. 

Περνούν τα πρωινά τους κάνοντας δουλειές που ξέρουν καλά. Η Τζοάν έχει κρατήσει την λοτταρία για τους οπαδούς, μετρώντας τα λεφτά σε μια μηχανή που χρησιμοποιούσε από τη δεκαετία του '70. Ολο και λιγότερος κόσμος παίζει, όπως λέει. Οι περισσότεροι φοβούνται ότι τα λεφτά θα καταλήξουν στον Ντέιλ. «Και κανείς δε θέλει να δώσει έστω ένα σεντ σε αυτόν», λέει ο Κέρτις, ο γιος της. 

Οι ευθύνες του Σόρφλιτ, πλέον, επεκτείνονται σε "ελάχιστα και τυπικά πράγματα". Τα μπαρ στο γήπεδο έχουν όλα αδειάσει, είναι κλειστά, οπότε ο ρόλος του Κίρκμπι πλέον είναι "να καθαρίζω λίγο, να κρατάω τον χώρο καθαρό και ασφαλή". Ανυσυχεί ότι κάποιοι θα πηδήξουν τους τοίχους και θα μπουν στο γήπεδο για να παίξουν. «Ξέρουμε ότι αν ένας ή δύο μπουν, μπορεί η κατάσταση να ξεφύγει», είπε. Τα σαββατοκύριακα, μερικοί από αυτούς θα περάσουν από εκεί προκειμένου να επιβεβαιώσουν ότι κανείς δεν έχει μπει. 

Δεν υπάρχουν πολλά περισσότερα για να κάνει κανείς τους. Το τηλέφωνο και το ίντερνετ έχουν κοπεί εδώ και μήνες. Εχουν ακόμη ρεύμα, αλλά προσπαθούν να μην το χρησιμοποιούν, γνωρίζοντας ότι ο λογαριασμός δεν έχει εξοφληθεί. Η μόνη θερμότητα έρχεται από ένα φορητό δοχείο αερίου, το οποίο έφερε ένας οπαδός κάποιες εβδομάδες πριν. Τοποθετήθηκε δίπλα από την Τζόαν. «Μου είπε να τον ενημερώσω όταν τελειώσει το αέριο για να το αντικαταχτήσει», λέει. 

 

Ο Κέρτις είναι η εξαίρεση. Ηταν ο επιστάτης εδώ και 26 χρόνια. «Ηταν; Δεν μου αρέσει ο παρελθοντικός χρόνος», είπε. Κανείς δεν έχει παίξει στο Gigg Lane από τις 24 Ιουλίου, όταν η Μπλάκμπερν ήρθε για ένα φιλικό ενόψει μιας σεζόν ππου για την Μπέρι δεν άρχισε ποτέ. Δεν είναι ξεκάθαρο ακόμη αν θα παίξει ξανά οποιοσδήποτε εκεί. Παρ' όλα αυτά, μία φορά την εβδομάδα -εξαρτάται και από τον καιρό- ο Κέρτις μπαίνει στον αγωνιστικό χώρο και κουρεύει τον χλοοτάπητα, φροντίζοντας ο αγωνιστικός χώρος να είναι όπως πρέπει. Είναι, λέει, ένα καλό τερέν και είναι υπερήφανος για αυτό.

Οπως και οι άλλοι, ο Κέρτις δεν πληρώνεται. Δεν έχει πληρωθεί εδώ και μήνες. Η ελπίδα είναι ότι η διαδικασία εκκαθάρισης/πτώχευσης του κλαμπ θα μπορούσε να προκαλέσει το λεγόμενο πακέτο απολύσεων, τον βρετανικό όρο για την αποζημίωση αποχώρησης, η οποία μπορεί να αντιστοιχεί σε κάποιους από τους χαμένους μισθούς. Σε ό,τι αφορά τους φίλους του ή τους γείτονες του, θα πρέπει να είναι «ή βλάκας ή τρελός» για να συνεχίζει να δουλεύει. Η οικογένεια του, τουλάχιστον, καταλαβαίνει: Η μητέρα του και η αδερφή του είναι εδώ μαζί του, στο κάτω-κάτω. Γνώρισε τη σύζυγο του στο κλαμπ, επίσης. 

Η πλήξη, επίσης, είναι ένας παράγοντας. Ο Σόρφλιτ προσπάθησε να βρει δουλειά αλλά, στα 56 του χρόνια, διαπίστωσε ότι θεωρείται πολύ μεγάλος για τις θέσεις που ήθελε. Ετσι, συνειδητοποίησε πόσο απότομο και δύσκολη αλλαγή ήταν το να σταματήσει μια δουλειά που τον απασχολούσε για όλη την εβδομάδα. «Μισώ τα Σάββατα πλέον», είπε. «Βασικά δεν μπορώ να παρακολουθήσω ποδόσφαιρο πια. Δεν κοιτάω καν τα αποτελέσματα».

Δεν είναι μόνος σε αυτό. Πολλοί από τους οπαδούς του κλαμπ έχουν πέσει σε κατάθλιψη λόγω των άδειων σαββατοκύριακων. Για να καλύψει το κενό, ένα γκρουπ οπαδών άρχισε να επισκέπτεται τις τρεις παμπ γύρω από το γήπεδο, παρακολουθώντας σε κασέτες παλαιότερους αγώνες της Μπέρι, κάνοντας ό,τι μπορούν από την πλευρά τους για να καλύψουν το έλλειμμα στο εισόδημα των παμπ. Είναι μια ζεστή χειρονομία, αλλά είναι μια σταγόνα στον ωκεανό. «Πολλές παμπ και καφετέριες έπρεπε να μειώσουν το προσωπικό τους», λέει ο Κίρκμπι. «Λένε ότι μία από τις παμπ ίσως αναγκαστεί να κλείσει επειδή δεν έχουν πλέον τα λεφτά που είχαν τις ημέρες των αγώνων».

Αλλά είναι αυτοί που αφιέρωσαν τη ζωής του στη Μπέρι -ως οπαδοί και υπάλληλοι- που νιώθουν περισσότερο την απουσία της. Αυτή είναι, λέει ο Κέρτις, η άλλη δύναμη που τους σπρώχνει στο να μαζεύονται ακόμη εκεί. «Το κάνουμε για την αγάπη προς το κλαμπ», λέει. «Είναι θέμα πίστης, αφοσίωσης». Ξέρει, φυσικά, ότι το κλαμπ χάθηκε... «Είναι νεκρό», λέει. «Δε θα επιστρέψει. Δεν υπάρχει τηλέφωνο, δεν υπάρχει θέρμανση, δεν υπάρχει ίντερνετ. Αλλά θέλουμε να βάλουμε μια γραμμή κάτω από όλα αυτά, όχι να συνεχίζει να αιωρείται, να κρέμεται...».

Αυτό που ελπίζει, αυτό που όλοι ελπίζουν, είναι ότι κάποια στιγμή μια νέα ζωή θα προκύψει από την παλιά. Υπάρχει συζήτηση στην πόλη για μια νέα ομάδα, η οποία θα έρθει στη ζωή όταν τελειώσει οριστικά αυτή της Μπέρι. Μπορεί να αγωνιστεί στο Gigg Lane ή μπορεί και όχι. Μπορεί να είναι στις χαμηλότερες κατηγορίες του αγγλικού ποδοσφαίρου ή μπορεί να πάει και πιο ψηλά. «Ξέρουν ότι δε θέλουν κάποιες εκατοντάδες οπαδών να πάνε να βλέπουν την Μπέρι να παίζει σε χωριά», είπε ο Σόρφλιτ. «Το κόστος της αστυνόμευσης είναι πολύ μεγάλο».

Δε θα είναι ένα επαγγελματικό κλαμπ, τουλάχιστον όχι στην αρχή. Δε θα προσφέρει σε κανέναν από αυτούς πλήρη απασχόληση. Μπορεί, επίσης, να μην κερδίσει καν όλους τους οπαδούς που τώρα περνούν δύσκολα τα Σάββατα τους. «Οι συνήθειες των ανθρώπων αλλάζουν», λέει ο Κίρκμπι. «Και από τη στιγμή που αλλάζουν, είναι δύσκολο να επιστρέψουν στις παλιές».

Θα ήταν όμως κάτι: Ενα ποδοσφαιρικό κλαμπ στο Μπέρι ξανά. Είναι αυτή η προοπτική, εν μέρει, που τους κάνει να συνεχίζουν να δουλεύουν. «Δε θέλω να το αφήσω να χαθεί», λέει ο Κέρτις στον αγωνιστικό χώρο. «Γιατί θα κόστιζε πολλά για να το αντικαταστήσουμε». Ετσι, έρχεται μαζί με την αδερφή του, τη μητέρα του και δύο από τους παλιούς συναδέλφους του, κάθε πρωί, όπως συνήθιζε. Και μία φορά την εβδομάδα, κουρεύει το γκαζόν. Γιατί ποτέ δεν ξέρεις... «Αν μου έλεγες ότι πρέπει να παίξουμε ένα ματς αύριο», λέει, «ο αγωνιστικός χώρος θα ήταν έτοιμος».

ΠΗΓΗ: The New York Times