Τρία βιβλία, τρεις χώροι και ένα σαξόφωνο

Ο Αντώνης Πανούτσος παρακολουθεί τις παρουσιάσεις του «Το Μοτίβο του δολοφόνου», του «Φυγάδες» και του «Ο Φονέας και ο φονιάς», στις εκδόσεις Γαβριηλίδη, στον Ιανό και στο Φίλιον.  

Οι εκδόσεις Γαβριηλίδη βρίσκονται στην οδό Αγιά Φωτεινής. Την προέκταση της Καραγεώργη Σερβίας, κοντά στην διασταύρωση με την Αιόλου, κοντά στο σημείο που βρίσκονται  τα γουαναμπί Ψυρρή μπαρ. Και ναι. Οι εκδόσεις Γαβριηλίδη έχουν μπαρ. Στο ισόγειο καλαίσθητο χιπστερικό και κουλτουρέ., Και καλύτερο από την αίθουσα παρουσιάσεων βιβλίων του πρώτου ορόφου που όταν γεμίζει, ελλείψει ικανού εξαερισμού, μετατρέπεται σε χαμάμ. Και ο Γρηγόρης Αζαριάδης  στην παρουσίαση του βιβλίου του «Το μοτίβο του δολοφόνου» δεν είχε πρόβλημα να την γεμίσει. Τίγκα. Με αποτέλεσμα να κάτσω κάτω στο μπαρ. Χωρίς όμως να χρειάζεται να μάθω περί τίνος πρόκειται αφού πριν πάω το είχα διαβάσει. 

Με το συμπέρασμα ότι «Το μοτίβο του δολοφόνου» είναι ένα noire. Με πρωταγωνιστές τους αστυφύλακες που προσπαθούν να συλλάβουν έναν serial killer. Πραγματικοί χαρακτήρες, σε μια πραγματική Αθήνα. Τόσο πραγματικοί που ένας αστυνομικός ονομάζεται Μάκης Διόγος. Και δύο άλλοι Πανούτσος και Καρπετόπουλος. Χαρακτήρες εμπνευσμένοι από you know who, σε μια ιστορία που αφηγείται τις δολοφονίες ενός serial killer σε μια Αθήνα που ο Αζαριάδης καταγράφει με κάθε  λεπτομέρεια. Γραμμένο σε ευκολοδιάβαστη στακάτη γλώσσα, στο στιλ των σκανδιναβικών αστυνομικών που είναι στην μόδα τα τελευταία χρόνια

Σε έναν άλλο κόσμος από τους «Φυγάδες» του Πάνου Καρνέζη, που παρουσιάστηκε από τις εκδόσεις Πατάκη στον Ιανό στις 19 Φεβρουαρίου. Αφού ο Καρνέζης που  ζει στην Αγγλία και γράφει στα Αγγλικά περιγράφει την ιστορία ενός στρατιώτη που τραυματίζεται σε ένα δάσος της Λατινικής Αμερικής και περιθάλπεται από έναν άγγλο καθολικό ιερέα που μένει σε ένα ινδιάνικο χωριό.

Και εάν όλα τα προηγούμενα σας έκαναν να πείτε  «Γκράχαμ Γκριν»  πιάστε κόκκινο. Το ίδιο σκέφτηκα και εγώ. Όπως και το ότι ο χώρος, δηλαδή η ζούγκλα και πως αλλάζει τον πολιτισμένο άνθρωπο θυμίζαι Τζόζεφ Κόνραντ, που στο Heart of Darkness. Κατι που δεν είχε πρόβλημα να δεχτεί ο Καρνέζης, που για να γράψει το βιβλίο ταξίδεψε και έμεινε σε ζούγκλα της Λατινικής Αμερικής. Από τα βιβλία που κάνουν μπαμ ότι χρειάστηκαν χρόνο και κόπο για να γραφτούν, δουλεμένο στην λέξη.

Κάτι ανάλογο με αυτό που έχει κάνει ο Δημήτρης Κωστόπουλος στο «Ο Φονέας και ο φονιάς». Γραμμένες σε διαφορετικούς χρόνους οι 10 ποδοσφαιρικές ιστορίες, που διηγείται ο Κωστόπουλος είναι άσκηση στην μνήμη και την γλώσσα. Στην μνήμη γιατί αναφέρεται σε παίκτες και μέρη που είναι πραγματικά αλλά όχι και συνηθισμένα. Και στην γλώσσα γιατί στις ιστορίες μπορείς να βρεις λέξεις  από κείμενα του Αναγνωστάκη μέχρι από το Φως των Σπορ. Η καρδιά του Δημόπουλου όμως ανήκει στον Νίκο Τσιφόρο και την εποχή που έγραψε «Τα Παιδιά της πιάτσας». Με την ομώνυμη ιστορία του «Ο Φονέας και ο φονιάς» με το «ο Φονέας» να είναι το παρατσούκλι του Φωστήρα και το «ο φονιάς» ενός  περιπτερά την εποχή που ο Ταύρος λεγόταν Σφαγεία να είναι Τσιφόρος στα καλύτερα του. Το ίδιο αξιοσημείωτες και οι περιγραφές. Με την περιγραφή του Περιστερίου του ’60 – ’70, της γειτονιάς που μεγάλωσε ο Κωστόπουλος να είναι τόσο ρεαλιστική που να νομίζεις ότι την έχεις ζήσει. Ένα βιβλίο για την μπάλα αλλά κυρίως τους losers. Το οποίο ο Κέδρος αποφάσισε να παρουσιάσει στο Φίλιον σε  ατμόσφαιρα Γιάννη Μαρή. Με έναν  σαξοφωνίστα που με τα σόλα δημιουργούσε ατμόσφαιρα του ’50,. Δεκαετία που θυμόντουσαν καλά οι περισσότεροι θεατές της εκδήλωσης.