Για όσους βλέπουν το καλάθι δαχτυλήθρα όταν οι άλλοι το βλέπουνε γαβάθα

Για όσους βλέπουν το καλάθι δαχτυλήθρα όταν οι άλλοι το βλέπουνε γαβάθα

Ο Αντώνης Πανούτσος θυμάται στιγμές μαρτυρίου κάτω από το καλάθι του Πειραϊκού και αφιερώνει το κείμενο του σε όσους χάριζαν γέλιο την ώρα που ζούσαν  ένα δράμα. Συμπεραίνοντας ότι το πρόβλημα δεν είναι αν η πόρνη η μπάλα δεν θέλει να μπει αλλά αν δεν βρίσκεται ένας χριστιανός να έρθει και να την πάρει.

Γεννήθηκα με μανταλάκια αντί δάχτυλα. Ετσι λέγανε παλιά για όποιον έπαιζε μπάσκετ και δεν μπορούσε να κρατήσει την μπάλα. Πως δηλαδή όταν ένα μανταλάκι έτσι και το ακουμπήσεις περιστρέφεται έτσι και ο αυτός που έχει δάχτυλα μανταλάκια όταν του πάει η μπάλα στα χέρια αρχίζουν τα τρελά. Η μπάλα πάει στην εξέδρα, σε αντίπαλο καμιά φορά σε συμπαίκτη αλλά πάντοτε στην μούρη αλλά να κάτσει στα χέρια του αποκλείεται. Το αποτέλεσμα ήταν να είμαι ένας μεγάλος no scorer. Στα περίπου 30 σουτ στην καριέρα μαζί με τις προπονήσεις,  με τους συμπαίκτες μου  να φωνάζουν «Όχι. Μη. Τι πα να κάνεις ;» τα πέντε που ήταν επιτυχημένα κατέληξαν στο ταμπό ή το στεφάνι ενώ τα υπόλοιπα 24 έφυγαν σαν το μπουκέτο της νύφης για να τα αρπάξουν οι τυχεροί. . Πολύ γρήγορα έμαθα ότι αν θέλω να διατηρήσω τους φίλους μου δεν πρέπει να σουτάρω. Μέχρι το μοιραίο πρωινό στο γήπεδο του Πειραϊκού.

Η ομάδα ήταν του τελευταίου μου γυμνασίου και αντίπαλος η ομάδα του γυμνασίου της Νίκαιας. Μιας εξωτικής και άγνωστης την δεκαετία του ’60 περιοχής που μπορούσες να προσεγγίσεις με το 21 «Αγιος Βασίλειος – Παλαμηδίου».  Το ματς παιζόταν στο ανοιχτό γήπεδο του Πειραϊκού, με βοριαδάκι στα 4 μποφώρ, τσιμέντο για παρκέ και κομμένα μαδέρια για ταμπλό. Με τις σαφείς εντολές του γυμναστή προπονητή, όταν μπω, αν θα μπω και για τον απίθανο λόγο που πρέπει να εχω δικαίωμα σε όλα εκτός από το να σουτάρω.  

Και μπήκα. Είχαμε βγει στην επίθεση, ένας καλός σούταρε, η μπάλα χτύπησε στο στεφάνι, το ριμπάουντ πήρε ένας αντίπαλος. Βγήκαν στον αιφνιδιασμό. Τους ακολούθησαν τρέχοντας οι δικοί μου. Εκτός από εμένα. Με την σκέψη «αφού θα το φάμε που θα το φάμε, γιατί να πάω και να ξανάρθω ;» έμεινα εκεί που ήμουνα. Στο αντίπαλο καλάθι. Όμως δεν το φάγαμε. Ενας αντίπαλος έχασε το lay up, ένας δικός μας πήρε το rebound και με εγκληματική έλλειψη κατανόησης πέταξε την μπάλα στο μήκος του γηπέδου εκεί που ήμουνα κάτω από το καλάθι. Σηκώθηκα για το lay up. Η μπάλα χτύπησε εκεί που το στεφάνι είναι βιδωμένο στο ταμπλό και επέστρεψε στα χέρια μου. Κοίταξα να δω αν έρχεται αντίπαλος. Κανένας. Σηκώθηκα ξανά. Η μπάλα χτύπησε στο ίδιο σημείο. Κοίταξα προς την άλλη. Ούτε ψυχή. Το τρίτο lay up ήταν πιο παλικαρίσιο.  Η μπάλα πέρασε πάνω από το στεφάνι και πήγε από την άλλη μεριά. Κοίταξα προς το άλλο καλάθι. Ενωμένοι συμπαίκτες και αντίπαλοι γελούσαν. Στην κερκίδα γελούσαν. Ολοι άνθρωποι ζώα και πουλιά γελούσαν. Και εγώ συνέχισα να σουτάρω. Ελπίζοντας ότι κάποια στιγμή θα φιλοτιμηθεί κάποιος να έρθει να μου πάρει την μπάλα. Γιατί να μπει στο καλάθι δεν υπήρχε περίπτωση. Μετά δεν θυμάμαι τίποτα.

 Αφιερωμένο στους Λουκά Βύντρα αυτής της γης που οι σέντρες τους γίνονται σουτ και τα σουτ τους σέντρες, στους Φράνκο Χάρα που η μπάλα πηγαίνει άουτ και ο ίδιος γκολ, στον Αργύρη Πεδουλάκη που επειδή δεν μπορούσε να βάλει φάουλ με το δεξί, σούταρε με το αριστερό. Στην  αδελφότητα που τα μέλη της βρέθηκαν κάτω από ένα καλάθι και η μπάλα δεν μπήκε με τις 10, μπροστά από ένα άδειο τέρμα και  πέτυχαν τον επόπτη. Στους ανθρώπους που ζούσαν δράμα και οι άλλοι το βλέπανε για κωμωδία. Σε όλες τις βασανισμένες αυτές ψυχές που για δάχτυλα έχουν μανταλάκια και κου ντε πιε από κόντρα πλακέ, τιμή.