Ο Βεζούβιος και το “Jazz basketball”!

Ο Βεζούβιος και το “Jazz basketball”!

Οι Αμερικανοί και οι Σέρβοι συγκρούονται απόψε στα... μαρμαρένια αλώνια της "Arena Carioca 1" και ο Βασίλης Σκουντής γυρίζει σχεδόν μισό αιώνα πίσω και γράφει για τον αγώνα που άλλαξε τον ρουν της ιστορίας του παγκοσμίου μπάσκετ.

Σέρβοι εναντίον Αμερικανών, λοιπόν κι από τη στιγμή που οι Ισπανοί είδαν τα καύσιμα στο ντεπόζιτο τους να μην φτάνουν για να πατήσουν το γκάζι σε έναν ημιτελικό τον οποίο τις προηγούμενες δυο φορές (Πεκίνο/2008, Λονδίνο/2012) τον βίωσαν ως τελικό και λίγο έλειψε κιόλας να καταφέρουν το ριφιφί, ο αποψινός αγώνας είναι όλα τα λεφτά!

"Show me the money": αυτό οι Αμερικανοί το ξέρουν καλά από την ατάκα στην ταινία “Jerry Maguire” και μου κάνει ως σημείο αναφοράς, διότι εκείνη την ίδια χρονιά που βγήκε η ταινία οι δυο αποψινοί αντίπαλοι αναμετρήθηκαν ως έχουν στον τελικό ενός Ολυμπιακού Τουρνουά!

Ως έχουν, διότι οι μεν Αμερικανοί διάνυαν την τρίτη εποχή της δυναστείας των (άλλοτε γνήσιων κι άλλοτε ψευδεπίγραφων Dream Teams), οι δε Σέρβοι ξανάβγαιναν από το καβούκι τους με βίζα!


Ναι, με βίζα, διότι μετά το τριετές εμπάργκο του ΟΗΕ και την καραντίνα στην οποία βρέθηκαν από το 1992 έως και το 1994, επέστρεψαν το 1995 μέσω Σόφια (Challenge Round Ευρωμπάσκετ) και Αθηνών (τελική φάση Ευρωμπάσκετ), ανέκτησαν τα απολεσθέντα σκήπτρα, βγήκαν μπροστά (σε σχέση με τους Κροάτες) στην κούρσα της διεκδίκησης της παλιάς γιουγκοσλάβικης κληρονομιάς και μας κατσικώθηκαν!

Ολονών, εννοώ και όχι μονάχα ημών των Ελλήνων, που τους είδαμε να μας φράζουν το δρόμο και το '95 στην Αθήνα, και το '96 στην Ατλάντα και το '97 στη Βαρκελώνη και το '98 πάλι στην Αθήνα.

Για να βάλω τα πράγματα σε μια σειρά και σε μια τάξη, ο αποψινός τελικός σηματοδοτεί μόλις την τέταρτη αναμέτρηση τους, από την ώρα που οι παλιοί ενωμένοι υπήκοοι του στατάρχη Τίτο χώρισαν τα τσανάκια τους και έγιναν από επτά χωριά, χωριάτες!

Από την ώρα που διαμελίσθηκε η παλιά Γιουγκοσλαβία και άρχισαν να βγαίνουν οι καινούργιες χώρες η μία μετά την άλλη, σαν τις μικρές κούκλες από την κοιλιά της μπάμπουσκα οι συμπατριώτες του Σάσα Τζόρτζεβιτς (είτε φέροντες το όνομα της Γιουγκοσλαβίας, είτε ως Σερβία- Μαυροβούνιο είτε ως σκέτη Σερβία) έχουν βρεθεί απέναντι στη Μέκκα του μπάσκετ τέσσερις φορές με απολογισμό μια νίκη και τρεις ήττες: στον τελικό των Ολυμπιακών Αγώνων του 1996 στην Ατλάντα (69-95), στον προημιτελικό του Μουντομπάσκετ του 2002 στην Ιντιανάπολις (81-78), στον τελικό του Μουντομπάσκετ του 2014 στη Μαδρίτη (92-129) και τις προάλλες στην πρώτη φάση του Ολυμπιακού Τουρνουά στο Ρίο (91-94).

Μιας και το 'φερε η κουβέντα στο παρελθόν τους, συνολικά οι δυο ομάδες με οποιαδήποτε μορφή (οι μεν Αμερικανοί είτε με κολεγιόπαιδες, είτε με τους NBAers, οι δε Σέρβοι είτε ως ενωμένοι παν-Γιουγκοσλάβοι, είτε σκέτοι όπως τώρα) έχουν βρεθεί αντιμέτωπες είκοσι φορές: οκτώ στους Ολυμπιακούς αγώνες με σκορ 8-0 υπέρ των Αμερικανών και έντεκα στα Παγκόσμια Πρωταθλήματα, όπου ανέκαθεν ο ανταγωνισμός υπήρξε πολύ μεγαλύτερος, εξ ου και το προβάδισμα (6-5) των “πλάβι”

Δεν θα αναλωθώ στην αναδρομή σε όλα αυτά τα προηγούμενα είκοσι ματς, άλλωστε ήδη δημοσιεύθηκε εδώ ένα σχετικό κείμενο ως ορεκτικό στο μεγάλο αποψινό φαγοπότι!

Απλώς προτού περάσω στο δικό μου ψητό, θα ήθελα να αντλήσω από το ημερολόγιο μου δυο σκηνές από τον προηγούμενο μεταξύ τους τελικό στο πλαίσιο των Ολυμπιακών Αγώνων, που παίχθηκε στις 3 Αυγούστου του 1996 στο “Georgia Dome” της Ατλάντα και ήμουν παρών...

Η μία προηγήθηκε του τζάμπολ και είναι ευτράπελη, η άλλη εκτυλίχθηκε ως ανατριχιαστική σκηνή στην ανάπαυλα...

Αρκετή ώρα, πριν από τον τελικό, πήγα μια βόλτα από το Ολυμπιακό χωριό και βεβαίως πέρασα μια βόλτα και από το σπίτι των Σέρβων. Το θυμάμαι σαν να 'ναι τώρα που βρήκα έξω τον Ζάρκο να καπνίζει αρειμανίως και μόλις με είδε άστραψε το βλέμμα του και άρχισε να φωνάζει με το πολύ χαρακτηριστικό στιλ της ομιλίας του και τη συχνή χρήση των υποκοριστικών...

“Ελα ρε φιλαράκι, να καπνίσουμε ένα τσιγαράκι! Να 'χαμε και ένα φραπεδάκι, τι ωραία θα ήταν”!

Χαλάω εγώ χατίρι; Με το που μου το είπε, έτρεξα αμέσως στο ελληνικό σπίτι, ανέβηκα στο δωμάτιο του συχωρεμένου του (φυσικοθεραπευτή της Εθνικής ομάδα μπάσκετ) Γιάννη Μάμμα που είχε όλα τα απαραίτητα υλικά, κτύπησα δυο φραπέδες και από δω παν κι οι άλλοι!

Επιστρέφοντας στο σέρβικο σπίτι, είδα τον Ιβκοβιτς ο οποίος βρισκόταν στην Ατλάντα ως τεχνικός σύμβουλος (με προπονητή, πλέον, τον Ομπράντοβιτς) και παράλληλα είχε αναλάβει την τεχνική ηγεσία του Ολυμπιακού, αποχωρώντας από τον Πανιώνιο και διαδεχόμενος τον Ιωαννίδη, να κόβει βόλτες γύρω γύρω,και να μιλάει δυνατά στο δίκην μοτορόλας κινητό τηλέφωνο του με κάποια δόση νευριασμού (όπως λέει ο ίδιος τον εκνευρισμό) και μάλιστα στα ελληνικά...


Από διακριτικότητα δεν έστησα αυτί, απλώς όταν ολοκλήρωσε τη συνδιάλεξη του τον ρώτησα τι έπαθε...

“Τι να πάθω μπρε, τι να πάθω με αυτόν τον γαμη...νο τον κύριο Γουίλι Αντερσον, που δεν λέει να υπογράψει”!

Υπέγραψε βεβαίως ο Αντερσον, αλλά ο Ντούντα τον έστειλε στο σπίτι του τα Χριστούγεννα κι όταν τότε τόλμησα να του αντιτείνω “μα είναι γλυκόςπαίκτης”, μου είχε δώσει μια μυθική απάντηση...

“Μπρε μαλάκα και η τούρτα είναι γλυκιά, αλλά δεν μπορεί να παίξει μπάσκετ”!

Πέντε ώρες αργότερα η πλάκα έδωσε τη θέση της στη μεγάλη ανατριχίλα, καθώς στο ημίχρονο του τελικού η ΔΟΕ, δια χειρός του τότε προέδρου της Χουάν Αντόνιο Σάμαραντς, επέδωσε στον συχωρεμένο Μοχάμεντ Αλι ένα ακριβές αντίγραφο του χαμένου χρυσού ολυμπιακού μεταλλίου το οποίο είχε κατακτήσει το 1960 στη Ρώμη. Η σκηνή  υπήρξε όντως η επιτομή της ανατριχίλας και δεν θα ξεχάσω ποτέ την πάνδημη συγκίνηση και την παλλαϊκή συγκίνηση που κυρίευσε το γήπεδο όταν ο πάλαι ποτέ Κάσιους Κλέι σηκώθηκε από το καροτσάκι για να παραλάβει το μετάλλιο του. Κοιτούσε προς το άπειρο και με τα τρεμάμενα χέρια του το πήρε και το φίλησε, ενώ την ίδια στιγμή τον περικύκλωναν ο Ρέτζι Μίλερ, ο Καρλ Μαλόουν, ο Τσαρλς Μπάρκλεϊ, ο Χακίμ Ολάζουον και οι υπόλοιποι σταρς της Dream Team-3!\

 


Παρεμπιπτόντως το φραπεδάκι και τα τσιγαράκια έκαναν καλό στον Ζάρκο, ο οποίος έβαλε 16 από τους 19 πόντους του στο πρώτο ημίχρονο και έκανε τους Αμερικανούς να αλαλιάσουν και να συνειδητοποιήσουν ότι οι Σέρβοι (που συν τοις άλλοις μετρούσαν 16 απανωτές νίκες πριν από τον τελικό) δεν ήταν σαν τους Ουάσινγκτον Τζένεραλς όταν βρίσκονταν απέναντι στους Χάρλεμ Γκλοουμπτρότερς και δεν ήγειραν την παραμικρή αντίσταση.

Χάρη στα όργια του Πάσπαλι, οι “πλάβι” προηγούνταν επί δέκα επτά συναπτά συναπτά λεπτά, μάλιστα πέρασαν και με επτά πόντους μπροστά, αλλά δεν άντεξαν. Τρία λεπτά και 13 δευτερόλεπτα πριν από τη λήξη του πρώτου ημιχρόνου ο Σακιλ Ο' Νιλ έβαλε μπροστά τους Αμερικανούς με 36-35, ύστερα σκόραρε ο Πένι Χαρνταγουέι και το +5 (43-38) με το οποίο έκλεισε το πρώτο μέρος άνοιξε τον δρόμο των οικοδεσποτών προς το "back to back" στο θρόνο.

Είκοσι χρόνια αργότερα, λοιπόν (και αφού μεσολάβησαν οι αγώνες στην Ιντιανάπολις, στη Μαδρίτη και στην πρώτη φάση στο Ρίο), οι δυο ομάδες βρίσκονται πάλι αντιμέτωπες σε έναν τελικό του Ολυμπιακού Τουρνουά και οιστρηλατούνται από μια τεράστια πρόκληση, που θα μπορούσε να φέρει μια ταμπέλα παρμένη από το σινεμά...

From here to eternity, τουτέστιν από εδώ έως την αιωνιότητα!

Οι Σέρβοι επιστρέφουν σε τελικό Ολυμπιακών Αγώνων για πρώτη φορά μετά το 1996, οι Αμερικανοί μετρούν 75 σερί νίκες (από το ελληνικό χουνέρι με το 101-95, την 1η Σεπτεμβρίου του 2006 στη Σαϊτάμα) και επιδιώκουν το "three-peat" στους ολυμπιακούς τίτλους (μετά τον θρίαμβο της Αργεντινής στην Αθήνα, το 2004) και μένει να δούμε πού θα κάτσει η μπίλια απόψε...

Απόψε, σαράντα έξι χρόνια, μετά από εκείνη τη νύχτα στη “Χάλα Τίβολι της Λιουμπλιάνα”: τη νύχτα που όντως άλλαξε τον ρουν της ιστορίας του παγκόσμιου μπάσκετ και συνεπαίρνει ακόμη και σήμερα τους παλιούς και αθεράπευτους οπαδούς της χαμένης Γιουγκοσλαβίας στον βωμό της οποίας ο μόνος που επιμένει να κάνει ακόμη σπονδές, ολοφυρόμενος για την απώλεια της, αλλά σηκώνοντας κιόλας το λάβαρο της «Yugonostalgia» είναι ο Μπόγκνταν Τάνιεβιτς!


Εκείνη τη νύχτα ο τότε 23άχρονος «Μπόσια» ήταν ακόμη παίκτης της ΟΚΚ Μπέογκραντ και βρισκόταν στη «Χάλα Τίβολι» της Λιουμπλιάνα, όπου είχε μαζευτεί όλη η Γιουγκοσλαβία για να ικανοποιήσει τα ποθημένα της και συνάμα να εκπληρώσει τα απωθημένα της...

Εδώ οφείλω να ανοίξω μια μικρή παρένθεση για να υπενθυμίσω ότι ένας από τους ηθικούς αυτουργούς της μανίας, μα πάνω απ’ όλα της επιτυχίας των Γιουγκοσλάβων στο μπάσκετ είναι η Ελλάδα. Στα μέρη μας προσέτρεξαν οι δικοί τους πιονιέροι, λίγο μετά τον Β’ παγκόσμιο πόλεμο για να πάρουν τα φώτα από τον Πανελλήνιο. Εκεί στο παλιό ανοιχτό γήπεδο της 3ης Σεπτεμβρίου (θυμούνται οι παλιοί μας πως) έρχονταν συχνά πυκνά για να κινηματογραφήσουν τις προπονήσεις της «χρυσής πεντάδας» (Στεφανίδης, Μανιάς, Ρουμπάνης, Χολέβας, Παπαδήμας) και, δίκην σεπτού και θεοσύστατου χριστιανικού μυστηρίου, να ...μεταλάβουν από το δισκοπότηρο του (προπονητή της που ήταν κιόλας καθηγητής θεολογίας στο Πανεπιστήμιο) Νικόλαου Νησιώτη.

Είκοσι πέντε χρόνια αργότερα αυτά τα ιερά νάματα του Πανελληνίου ξεχύθηκαν και πλημμύρισαν τον κόσμο όλο! Μέχρι το 1970, οπότε οι Γιουγκοσλάβοι φιλοξένησαν στο Σαράγεβο, στο Σπλιτ, στο Κάρλοβατς και στη Λιουμπλιάνα το 6ο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα δεν είχαν νικήσει ποτέ και (για να παραφράσω την ιστορική κουβέντα του Ουίνστον Τσόρτσιλ για τη σημασία της μάχης του Ελ Αλαμέιν στην κατάληξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου) από εκεί και πέρα δεν έχασαν ποτέ!


Τούτο ισχύει στην κυριολεξία: από την πρώτη εμφάνιση τους στη διεθνή σκηνή (στο Ευρωμπάσκετ του 1947 στην Πράγα) μέχρι και το 1970, οι «πλάβι» είχαν στη συλλογή τους, απ’ όλες τις συμμετοχές τους σε Ευρωπαϊκά Πρωταθλήματα, Παγκόσμια Πρωταθλήματα και Ολυμπιακούς Αγώνες) έξι ασημένια μετάλλια κι ένα χάλκινο, αλλά η λάβα που ξεχύθηκε εκείνο το βράδυ έκανε τον Βεζούβιο τους να ανάψει και να μην έχει σταματημό.

Έκτοτε –και μέχρι το 1991, που χώρισαν τα τσανάκια τους και διελύθησαν εις τα εξ ων συνετέθησαν-οι Γιουγκοσλάβοι κατέκτησαν, σε όλη τη γκάμα των μεγάλων διοργανώσεων, εννέα χρυσά, πέντε ασημένια και πέντε χάλκινα μετάλλια!

Οι «πλάβι» (με παίκτη τον τότε φοιτητή της Κτηνιατρικής Σχολής στο Πανεπιστήμιοτ ου Βελιγραδίου, Μπόρα Στάνκοβιτς) είχαν συμμετάσχει στο παρθενικό Μουντομπάσκετ του 1950 στο «Λούνα Παρκ» του Μπουένος Αίρες, όπου κατετάγησαν δέκατοι. Το 1954 στο Ρίο ντε Τζανέιρο βγήκαν ενδέκατοι, το 1959 (Σαντιάγκο, Χιλή) απουσίασαν, ενώ το 1963 ανέβηκαν για πρώτη φορά στο βάθρο κατακτώντας το ασημένιο μετάλλιο, όπως είχε συμβεί και την προηγούμενη χρονιά στο Ευρωμπάσκετ του Βελιγραδίου. Τέσσερα χρόνια αργότερα, στο Μοντεβιδέο, κατέλαβαν και πάλι τη δεύτερη θέση, ακολούθησαν τα ασημένια μετάλλια στο Ολυμπιακό Τουρνουά του 1968 στην Πόλη του Μεξικού και στο Ευρωμπάσκετ του 1969 στη Νάπολι και τότε ήρθε το πλήρωμα του χρόνου!

Το πλήρωμα του χρόνου, που για να μείνω στο θρησκευτικό πνεύμα του κειμένου, αποδείχτηκε όντως «το λαλήσαν δια των προφητών»!

Όταν οι Γιουγκοσλάβοι ανέλαβαν τη διοργάνωση του Μουντομπάσκετ του 1970 και είχαν στις τάξεις τους μερικούς από τους κορυφαίους παίκτες όλων των εποχών (που τους κουλάντριζε ο αείμνηστος μάγιστρος Ράνκο Ζεράβιτσα) έβαλαν τον πήχη πολύ ψηλά, πιο ψηλά δεν γινόταν...


 

«Mi ćemo biti svetski šampioni», που σε απλά ελληνικά σημαίνει «Θα είμαστε παγκόσμιοι πρωταθλητές»: αυτό υπήρξε το δεδηλωμένο σύνθημα τους και αποτελεί τον τίτλο του βιβλίου και του φιλμ, που βγήκαν στην κυκλοφορία το 2013 και παρουσιάστηκαν σε μια λαμπρή τελετή ανήμερα του τελικού του Ευρωμπάσκετ, ο οποίος διεξήχθη εκεί...

Εκεί στην ίδια πόλη, στη Λιουμπλιάνα!

Ο σπόρος που φύτεψαν οι τέσσερις σκαπανείς των επιτυχιών του γιουγκοσλάβικου μπάσκετ έπιασαν τόπο: το κοινό όραμα του Μπόρισλαβ Στάνκοβιτς, του Ράντομιρ Σάπερ, του Νεμπόισα Πόποβιτς και του Ατσα Νίκολιτς πήρε σάρκα και οστά, καθώς οι «πλάβι» αναδείχθηκαν πρωταθλητές κόσμου και το βράδυ της 24ης Μαΐου, στάθηκαν όρθιοι, γεμάτοι από υπερηφάνεια, συγκίνηση, αλλά και με... πόνο ψυχής, για να ακούσουν τον εθνικό ύμνο τους!

Ο πόνος ψυχής οφειλόταν στο γεγονός ότι λίγη ώρα νωρίτερα, στον ακροτελεύτιο αγώνα του Μουντομπάσκετ είχαν φάει μια κατραπακιά από τους Σοβιετικούς (72-87), που τους χάλασε το αριστούργημα, από πλευράς εντυπώσεων, αλλά όχι και την ουσία: αυτή ήταν η μοναδική ήττα τους στην τελική φάση (5-1), ενώ οι Σοβιετικοί και οι Βραζιλιάνοι είχαν γνωρίσει από δύο και οι Αμερικανοί με τους Ιταλούς από τρεις...

Εκείνη η νύχτα δεν ήταν η τελευταία, αλλά η... προηγούμενη: στις 23 Μαΐου, στον κρισιμότερο αγώνα του Παγκοσμίου Πρωταθλήματος, οι Γιουγκοσλάβοι νίκησαν τους Αμερικανούς (του τότε παίκτη του UCLA, Μπιλ Γουόλτον και του μετέπειτα ήρωα της Μακαμπί Τελ Αβίβ, Ταλ Μπρόντι) με 70-63 και εξασφάλισαν το πολυπόθητο και στοιχειωμένο (επί 23 χρόνια) χρυσό μετάλλιο!

Ένας θρίαμβος που βεβαίως αφιερώθηκε στη μνήμη του μεγάλου απόντος εκείνης της βραδιάς: του μοναδικού Ραντιβόι Κόρατς, ο οποίος έναν χρόνο πριν (2 Ιουνίου 1969) είχε σκοτωθεί σε τροχαίο δυστύχημα, βυθίζοντας ολόκληρη τη χώρα σε ένα βαρύ εθνικό πένθος...

Ιδού οι συνθέσεις αυτής της ιστορικής αναμέτρησης, που για τους παλαιότερους Σέρβους μπορεί κιόλας να αποτελεί μια επί πλέον πηγή έμπνευσης ενόψει του αποψινού τελικού:


ΓΙΟΥΓΚΟΣΛΑΒΙΑ: Τούρντιτς 4, Σιμόνοβιτς 7, Γέλοβατς, Ράικοβιτς 6, Ζόργκα, Κάπιτσιτς 2, Ντανέου 4, Τσόσιτς 11, Σόλμαν 4, Πλέσας 12, Σέρμακ 6, Σκάνσι 14

ΗΠΑ: Λουτσίνι, Γουόλτον, Μπρόντι 2, Σίλι,αν 16, Γουλφ 2, Γουάσινγκτον 15, Γουϊλιαμς 2, Γουίλμορ, Γουόρεν, Μακ Ντόναλντ 10, Σμιθ 2, Χίλμαν 12


 

Αυτή η ομάδα (παρά την απουσία του συναρπαστικού Κόρατς) είχε ένα πολύ ξεχωριστό στιλ, που επονομάστηκε «Jazz Basketball»! Ένα παιχνίδι τύπου (μουσικής) τζαζ που ήταν μεν οργανωμένο, αλλά ξέφευγε από τις πατέντες της εποχής και (με τη μαεστρική διαχείριση του Ζεράβιτσα) άφηνε να δραπετεύουν το ταλέντο, το ένστικτο και ο αυτοσχεδιασμός των παικτών.

/sites/default/files/sitefiles_2016-08/kresimir-cosic.jpg

Μ’ αυτά και μ’ αυτά έγιναν παγκόσμιοι πρωταθλητές και ένα βράδυ (σαν το αποψινό) χάραξε η ανατολή μιας ολόχρυσης και δοξασμένης εποχής. Στην πραγματικότητα εκείνο το βράδυ της 23ης Μαΐου του 1970 η “Χάλα Τίβολι” έγινε ο Βεζούβιος που εξερράγη και η λάβα του πότισε ολόκληρο την μπασκετική οικουμένη...

Σαράντα έξι χρόνια αργότερα το (σέρβικο) ηφαίστειο παραμένει ενεργό και ο Τζόρτζεβιτς, που τότε ήταν τριών χρονών θέλει να το δει και πάλι να εκρήγνυται και να παράγει μάγμα.

YΓ: Για το “αλά Γκινες” και πάντως πρωτοφανές και μοναδικό “Grand Slam” της Εθνικής Σερβίας στο γουότερ πόλο επιφυλάσσομαι. Και αύριο μέρα του Θεούλη είναι!