Ποιος είπε ότι όλοι οι Βραζιλιάνοι κλέβουν;

Ποιος είπε ότι όλοι οι Βραζιλιάνοι κλέβουν;

Ο Δήμος Μπουλούκος αφηγείται μία προσωπική ιστορία από το Ρίο ντε Ζανέιρο που αποδεικνύει ότι δεν είναι όλοι οι άνθρωποι ίδιοι.

Οπως κάθε πρωϊ στο Ρίο, έτσι και εκείνη την ημέρα το ξύπνημα ήταν… τίναγμα! Ντύσιμο, τα πράγματα στο σακίδιο και φύγαμε για δουλειά. Για το πρωϊνό δεν αναφέρω, επειδή δεν υπάρχει κάτι τέτοιο, όταν πίνεις όρθιος δύο – τρεις τζούρες καφέ!

Μετά από δεκάλεπτη αναμονή ήρθε το λεωφορείο για το βασικό Κέντρο Τύπου. Αυτή είναι η καθημερινότητα στους Ολυμπιακούς Αγώνες, καθώς για να πας σε οποιοδήποτε γήπεδο, πρέπει πρώτα να πας στο Κέντρο Τύπου και μετά να πάρεις άλλο λεωφορείο για την εγκατάσταση που έχεις ως προορισμό. Κάνοντας λοιπόν το καθημερινό δρομολόγιο που στην πρώτη φάση διαρκεί – δυστυχώς – μία ώρα, άνοιξα το laptop για να γράψω, ώστε να κερδίσω τουλάχιστον λίγο χρόνο…

Αυτό ήταν και το λάθος μου, το οποίο ευτυχώς δεν αποδείχθηκε μοιραίο. Επικεντρωμένος στο κείμενο το λεωφορείο έφτασε στον προορισμό του και μηχανικά έκλεισα τον υπολογιστή, τον έβαλα στην τσάντα και γρήγορα έξω, για να προλάβω το άλλο λεωφορείο για το Σκοπευτήριο στο Deodoro.

Hταν η μέρα της Αννας Κορακάκη και δεν υπήρχε χρόνος για χάσιμο… Μπαίνοντας στο δεύτερο λεωφορείο, βάζω ασυναίσθητα το χέρι μου στην τσέπη… Αδεια! Πρώτο σοκ. Ψάχνω καλύτερα, τίποτα! Ανοίγω αμέσως το σακίδιο και ψάχνω σαν τρελός αλλά μάταιος ο κόπος.

Το μυαλό μου τότε γύρισε στο πρώτο λεωφορείο, όταν άνοιξα τον υπολογιστή και συνειδητοποίησα ότι ακούμπησα το κινητό στη διπλανή θέση. Δεύτερο σοκ. Με ένα άλμα πετάγομαι έξω από το πρώτο λεωφορείο και τρέχω προς την κατεύθυνση που είχε σταθμεύσει το αρχικό μεταφορικό μου μέσο. Πλησιάζοντας, διαπιστώνω ένα μεγάλο κενό! Είχε φύγει…

Μου κόπηκαν τα πόδια. Αντιλαμβάνεστε τι μπορεί να σημαίνει χωρίς τηλέφωνο σε Ολυμπιακούς Αγώνες. Κάπως, σα να πας στο πόλεμο χωρίς όπλο. Και δεν ήταν τόσο η αξία του κινητού καθώς ήταν ένα απαρχαιωμένο smartphone που πήρα πριν από 5-6 χρόνια αλλά η χρησιμότητα του στην παρούσα κατάσταση. Δεν θα μπορούσα να μιλήσω με κανέναν, ούτε στην Ελλάδα, ούτε κι εδώ και θα ήμουν εντελώς αποκομένος. Επίσης ούτε φωτογραφίες, ούτε βίντεο, ουτε τίποτα.

Θα μου πείτε εύλογα, τι ανάγκη έχεις, ας αγόραζες καινούργιο. Ωστόσο η σημασία της ιστορίας δεν είναι στην αξία του κινητού, αλλά σε όσα ακολούθησαν. Αμέσως πήγα και βρήκα κάποιους εθελοντές και εργαζόμενους, αλλά μάταιος ο κόπος. Ουδείς εξ αυτών γνώριζε αγγλικά, εγώ δεν μιλάω πορτογαλικά και οι συνεννοήσεις έγιναν με τα χέρια. Μετά κόπων και βασάνων κάλεσαν ένα, που επάνω στη διαπίστευση του έγραφε I speak English.

Aφού του εξήγησα τι έγινε, μου βγάζει μία φόρμα να συμπληρώσω για το χαμένο αντικείμενο. Σώθηκα, σκέφτηκα μέσα μου, με φόρμες και αιτήσεις, γιατρειά κανείς δεν βρήκε. Ολο αυτό το διάστημα ήταν δίπλα ένας κύριος ντυμένος με πολιτικά που παρακολούθησε τα όσα γίνονταν και άρχισε να μιλάει με τον τύπο που μου έδωσε την αίτηση.

Τον βλέπω μετά να απομακρύνεται, γεγονός που μεγάλωσε την απελπισία μου καθώς έπρεπε να βιαστώ, καθώς άρχιζε ο τελικός της Κορακάκη στα 10 μέτρα με αεροβόλο πιστόλι.

Αφού συμπλήρωσα την αίτηση γύρισα απογοητευμένος και κατευθύνθηκα προς το λεωφορείο για το Σκοπευτήριο. Ακουσα, όμως, πίσω μου φωνές και γύρισα. Ο αμίλητος τύπος μου έγνεφε, ενώ ο αγγλόφωνος υπάλληλος μου φώναξε ότι το βρήκαν.

Ηθελα να τους αγκαλιάσω, αλλά δεν το έκανα. Περίμενα λίγο λεπτά και το αρχικό λεωφορείο έκανε μεγαλοπρεπέστατα την εμφάνιση του. Ο οδηγός, ο οδηγός δηλαδή που με έφερε από την Copacabana, το κρατούσε στο χέρι του! Τον ευχαρίστησα με μια θερμή χειραψία και το απαραίτητο Obrigado όχι μόνο προς αυτόν, αλλά προς όλους. Και ανακουφισμένος αποχώρησα…

Το κείμενο αυτό το γράφω, όχι επειδή ενδιαφέρει κανέναν η προσωπική μου ιστορία, αλλά για να επισημάνω ότι δεν είναι όλοι οι Βραζιλιάνοι κλέφτες και ληστές. Μία μειοψηφία είναι που χαλάει, όμως, την εικόνα μίας υπερήφανης χώρας!

Υ.Γ. Στη φωτογραφία είναι ο οδηγός με το λεωφορείο