Δηλαδή η Κροατία πόσο καλύτερη είναι από μας;

Δηλαδή η Κροατία πόσο καλύτερη είναι από μας;

Ο Αντώνης Καλκαβούρας παρακολούθησε την εντυπωσιακή ανατροπή των Κροατών κόντρα στην Ισπανία κι αναρωτιέται τι περισσότερο διαθέτουν οι επίγονοι του Ντράζεν Πέτροβιτς από την Εθνική Ελλάδας, που απουσιάζει για 2η συνεχή διοργάνωση από Ολυμπιακό τουρνουά. 

Μπαίνοντας στην διαδικασία να παρακολουθήσω τους αγώνες μπάσκετ στο Ρίο, δεν σας κρύβω ότι κυριεύομαι από μία μελαγχολική νοσταλγία. Πριν από 8 χρόνια στο Πεκίνο (2008), θυμάμαι σαν τώρα ότι τις συζητήσεις των Ελλήνων διεθνών μέσα στο Ολυμπιακό χωριό, μονοπωλούσε ο πόθος της κατάκτησης ενός μεταλλίου, που αν ερχόταν, θα ήταν το πρώτο (σε επίπεδο ανδρών) που θα κατακτούσε η Ελλάδα σε ομαδικό άθλημα. Η ήττα από την Αργεντινή στον προημιτελικό, με τον Σπανούλη να αστοχεί σε τρίποντο... νίκης στην εκπνοή, μας άφησε στην 5η θέση, που αν το καλοσκεφτείτε, ήταν ένας άκρως θετικός απολογισμός. Όχι όμως για τους παίκτες εκείνης της ομάδας που είχαν φτάσει στην κορυφή της Ευρώπης (2005), είχαν αγγίξει την κορυφή του κόσμου (2006) και ήξεραν ότι άξιζαν να βρεθούν στο βάθρο!

Από τότε, άλλαξαν πάρα πολλά στην «επίσημη αγαπημένη» και σίγουρα ο μοναδικός εν ενεργεία διεθνής (Γιάννης Μπουρούσης), που ήταν μέλος της τελευταίας ελληνικής ολυμπιακής ομάδας, είναι ο πλέον αρμόδιος για να αποφανθεί, αν από την εφετινή φουρνιά της Εθνικής ανδρών, έλειπε η «φλόγα» της ολυμπιακής συμμετοχής. Μπορεί οι απουσίες (Πρίντεζης, Σλούκας και Παπανικολάου) να στοίχισαν και η έλλειψη εμπειρίας και παραστάσεων να ήταν μία αδιαπραγμάτευτη παράμετρος της αποτυχίας της επιχείρησης «Ρίο», ωστόσο, είναι πραγματικά απορίας άξιο, τι παραπάνω είχε η Κροατία, που άφησε εκτός Ολυμπιακών Αγώνων την Ιταλία και την Ελλάδα και μπήκε με το δεξί στο ολυμπιακό τουρνουά, εκπλήσσοντας (72-70) τους πρωταθλητές Ευρώπης;

Και μην βιαστείτε να θέσετε θέμα ομοσπονδιακού τεχνικού, γιατί πρώτον, η επιρροή που έχουν οι προπονητές στα αποτελέσματα των Εθνικών ομάδων είναι πολύ μικρότερη από την αντίστοιχη των παικτών και δεύτερον, όπως εύστοχα με πληροφόρησε ο έμπειρος Κροάτης συνάδελφος, “Μπράϊντα” Μπράζντιτς, ο Άλεξάντρ Πέτροβιτς, κλήθηκε και παίζει με μεγάλη επιτυχία τον ρόλο ενός «σεβάσμιου» διαχειριστή, που είναι μέλος της λεγόμενης «επιτροπής των σοφών» (Ράτζα, Κούκοτς και Βράνκοβιτς), η οποία, από πέρυσι, κάνει κουμάντο στην κροατική ομοσπονδία!

Αφήνοντας, λοιπόν, στο περιθώριο το ότι η εφετινή «έκδοση» της «Hrvatska» μας απέκλεισε από τους Ολυμπιακούς Αγώνες, οφείλω να ομολογήσω, ότι η εικόνα που παρουσίασαν οι Κροάτες στο προολυμπιακό τουρνουά του Τορίνο και στο εναρκτήριο ματς της «Carioca Arena» με την Ισπανία, ήταν από πολλές απόψεις, αξιοζήλευτη. Δεν σας κρύβω, ότι ζήλεψα τόσο πολύ το πάθος, την δίψα και την θέληση των παικτών του Άτσα Πέτροβιτς, να κάνουν αισθητή την παρουσία τους, που τους έβγαλα το καπέλο για την πρόκριση στο Ρίο και ενθουσιάστηκα, βλέποντάς τους να πετυχαίνουν την ολική επαναφορά κόντρα στους «φούριας ρόχας» και μετά την τάπα του Σάριτς στον Γκασόλ στην εκπνοή, να πανηγυρίζουν λες και κατέκτησαν ένα μετάλλιο!

Και προσέξτε, μιλάμε για μία ομάδα που έχει μόλις έναν έμπειρο ποιοτικό παίκτη, ο οποίος μάλιστα, μετά από δύο χρονιές στο ΝΒΑ (Μπρούκλιν Νετς), δείχνει σούπερ-βελτιωμένος! Μετά τον Μπόγιαν Μπογκντάνοβιτς, λοιπόν, υπάρχει ένας πολλά υποσχόμενος πάουερ-φόργουορντ (Ντάριο Σάριτς), που μετακομίζει στους Φιλαντέλφια Σίξερς, αλλά ακόμη έχει «να φάει πολλά ψωμιά» για να κάνει με συνέπεια την διαφορά κι ο αθλητικός και ταλαντούχος Μάριο Χεζόνια της Ορλάντο Μάτζικ, που όμως, είναι ασταθής και ικανός για το καλύτερο και το χειρότερο. Από 'κει και πέρα, βρίσκουμε τον αξιόπιστο σουτέρ Κρούνοσλαβ Σίμον, τον αθλητικό περιφερειακό Μίλος Μπάμπιτς, μοναδικός point-guard περιωπής είναι ο «παλιός μας γνώριμος» Ρόκο Λένι Ούκιτς, ενώ τη θέση του σέντερ, μοιράζονται ο μετριότατος Μίρο Μπίλαν και ο χρήσιμος ρολίστας Ντάρκο Πλάνινιτς, που πέρυσι ήταν back-up του Μπουρούση στη Λαμποράλ Κούτσα.

Πλην των NBAers, δηλαδή, κανένας εκ των λοιπών διεθνών Κροατών δεν είχε σημαντικό ρόλο σε ομάδα από το «πάνω ράφι» της Euroleague, ενώ από τη νέα σεζόν, μόνο ο Σίμον (Εμπόριο Αρμάνι) θα αγωνίζεται στην κορυφαία διασυλλογική διοργάνωση. Σ' όλα αυτά, προσθέστε την σημαντική απουσία του Άντε Τόμιτς και των ταλαντούχων Μπέντερ (Φοίνιξ Σανς) και Ζούμπατς (Λος Άντζελες Λέϊκερς), που επελέγησαν στο εφετινό ντραφτ και το γεγονός ότι φέτος, η Κροατία δεν είχε ούτε “αμερικανική” βοήθεια (είχαν συμφωνήσει με τον Τζάστιν Χάμιλτον της Βαλένθια, ο οποίος τελικά όμως, «κατέβηκε» από το τρένο), όπως τα προηγούμενα χρόνια με τον Λαφαγιέτ και τον Ντρέϊπερ!

Δεν ξέρω, ούτε μπαίνω στην διαδικασία να προβλέψω προκαταβολικά πόσο μακριά θα πάνε οι Βαλκάνιοι γείτονες στη Βραζιλία και αν θα ολοκληρώσουν τη συμμετοχή τους με μία διάκριση, νιώθω όμως, την ανάγκη να επισημάνω ότι η εφετινή φουρνιά, έχει διαφορετικά χαρακτηριστικά από τις ομάδες που παρουσίαζε η Κροατία, επί μία 20ετία στις διεθνείς διοργανώσεις. Από το θάνατο του “Μοτσαρτ του μπάσκετ” (1993) κι εντεύθεν και ειδικότερα μετά το 1995 (τελευταία συνύπαρξη Κούκοτς, Ράτζα, Βράνκοβιτς και Κόμαζετς), οπότε και κατέκτησε το τελευταίο της μετάλλιο σε μεγάλο τουρνουά, η «Hrvatska», είχε πάντα πολύ ταλέντο και ποιότητα και μεγάλα κορμιά και στα χαρτιά, θεωρούνταν πάντα καλύτερη της Ελλάδας.

Δεν κατόρθωσε όμως να πετύχει τίποτε, γιατί της έλλειπε πάντα η νοοτροπία, δηλαδή η σοβαρότητα, η συνέπεια και η συγκέντρωση στον στόχο, μέσα από την επιθυμία των παικτών της να φτάσουν ή ακόμη και να ξεπεράσουν τα όρια τους. Γι' αυτό και δεν ήταν καθόλου τυχαίο που τα τελευταία χρόνια κερδίζαμε τις περισσότερες ελληνοκροατικές αναμετρήσεις που έκριναν κάτι σημαντικό. Θέλαμε περισσότερο τη νίκη, το δείχναμε και παρ' ότι πιθανά να υστερούσαμε, συνήθως στο τέλος, χαμογελούσαμε! Στα τρία τελευταία επίσημα παιχνίδια των Κροατών, είναι προφανές ότι οι ρόλοι έχουν πολλαπλώς αντιστραφεί... Από όλες τις απόψεις...